«Τις αμελείς και ράθυμες ψυχές -έλεγε η μακαρία Συγκλητική- κι εκείνες πού από νωθρότητα δεν καταφέρνουν να προκόψουν στην αρετή, καθώς και όσες κυριεύονται εύκολα από την απόγνωση, πρέπει να τις ενθαρρύνουμε.

Αν μάλιστα παρουσιάσουν ακόμα κι ένα μικρό καλό, να το θαυμάζουμε και να το μεγαλοποιούμε. Απεναντίας, και τα πιο σοβαρά και μεγάλα σφάλματά τους, να τα χαρακτηρίζουμε μπροστά τους σαν πολύ μικρά κι ασήμαντα.

Γιατί ο διάβολος, πού θέλει όλα να τα διαστρέφει για να μας κολάσει, προσπαθεί να κρύβει από τους αγωνιστές και τους επιμελείς στην άσκηση τις αμαρτίες τους, κάνοντάς τους να τις ξεχνούν, για να τους ρίξει έτσι στην υπερηφάνεια. Ενώ, αντίθετα, στις αρχάριες και αστερέωτες ψυχές παρουσιάζει εξογκωμένα τα αμαρτήματά τους, για να τις ρίξει σε απελπισία.

Να πώς πρέπει λοιπόν να παρηγορούμε τις ψυχές αυτές που κλονίζονται:
  Να τους θυμίζουμε την απέραντη συμπάθεια και αγαθότητα του Θεού. Να τις βεβαιώνουμε πώς ο Κύριός μας είναι πολυέλεος και σπλαχνικός και μακρόθυμος, έτοιμος πάντα να ανακαλέσει την καταδίκη των αμαρτωλών ανθρώπων (πρβλ. Ιωήλ 2:13). Σ΄ αυτές τις ψυχές να φέρνουμε και μαρτυρίες από τις άγιες Γραφές, πού να φανερώνουν την απροσμέτρητη συμπάθεια του Θεού σ΄ εκείνους πού αμάρτησαν και μετανόησαν.
  Να τους λέμε, για παράδειγμα, πώς η Ραάβ ήταν πόρνη, αλλά σώθηκε χάρη στην πίστη της (Ιησ. Ναυή 2:1 κ.ε. Εβρ. 11:31).
Πως ο Παύλος ήταν διώκτης, έγινε όμως σκεύος εκλογής (Πράξ. 9:1 κ.ε.)
Και πώς ο ληστής λεηλατούσε και σκότωνε, αλλά μ΄ έναν του μόνο λόγο άνοιξε πρώτος τη θύρα του παραδείσου (Λουκ. 23:39-43).

Να τους λέμε ακόμα για τον ευαγγελιστή Ματθαίο (Ματθ. 9:9-13) και τον τελώνη (Λουκ. 18:9-14) και τον άσωτο (Λουκ. 15:11-32) και κάθε άλλη παρόμοια περίπτωση. Και με όλ΄ αυτά να στηρίζουμε τις αδύνατες ψυχές, γλυτώνοντάς τες από την απόγνωση.
Τις ψυχές πάλι που κυριεύονται από την υπερηφάνεια, να τις διορθώνουμε με πιο εντυπωσιακά παραδείγματα. Να ενεργούμε δηλαδή σαν τους πολύ έμπειρους κηπουρούς, πού, όταν δουν ένα φυτό καχεκτικό και ασθενικό, το ποτίζουν με άφθονο νερό και το περιποιούνται με πολλή φροντίδα, για ν΄ αναπτυχθεί κα να δυναμώσει.
Ενώ, αντίθετα, όταν δουν σ΄ ένα φυτό πρόωρα βλαστάρια, κλαδεύουν τα περιττά, για να μην ξεραθούν σύντομα. Αλλά και οι γιατροί, σ΄ άλλους αρρώστους συνιστούν πολυφαγία και κινητικότητα, ενώ σ΄ άλλους επιβάλλουν μακρόχρονη δίαιτα και ακινησία».
Αγία Συγκλητική

 

 

Πηγή

 

 

 

Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ
Διδαχή την ΚΣΤ’ Κυριακή
 

 Κάποτε, στον καιρό της επίγειας παρουσίας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ένας άγνωστος άνθρωπος ζητούσε από τον αδελφό του να μοιράσουν την κληρονομιά τους, αλλά εκείνος δεν το δεχόταν. 

Τότε παρακάλεσε τον Κύριο: «Διδάσκαλε, πες στον αδελφό μου να μοιράσουμε την κληρονομιά μας».
 Εκείνος, όμως, με πραότητα και ταπείνωση αποκρίθηκε στον άνθρωπο που Του ζή­τησε να διευθετήσει γήινη υπόθεση: 
«Άνθρωπέ μου, ποιος με διόρισε δικαστή ή μοιραστή σας;». 
Η βασιλεία τού Κυρίου, βλέπετε, «δεν προέρχεται από τούτον εδώ τον κόσμο». Γι’ αυτό και τα εγκόσμια έργα δεν αποτελούν το αντικείμενο της αποστολής στη γη του ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου. Στη συνέχεια, γυρίζοντας στο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί γύρω Του, τους υπέ­δειξε την ορθή θεώρηση της επίγειας ζωής και των αγαθών της: «Να προσέχετε και να φυλάγεστε από κά­θε είδους πλεονεξία. Γιατί η ζωή του ανθρώπου δεν εξαρτάται από τα περίσσια πλούτη του».

Είναι πολύ πονηρό το πάθος τής πλεονεξίας.

 Ο Κύριος μας συμβουλεύει να είμαστε προσεκτικοί, για να μην εισχωρήσει στην ψυχή μας απαρατήρητο. Αυτό το πάθος, για να μας ξεγελάσει και να μας κυριέψει, συνή­θως μας βεβαιώνει ότι θα ζήσουμε πολλά χρόνια, ότι στα γεράματά μας θα υποφέρουμε από πολλές αρρώστιες, ότι θα έρθουμε αντιμέτωποι με ποικίλες δυσκολίες και περιστάσεις, για τις οποίες η μεγάλη περιουσία δείχνει να είναι η μοναδική και παντοδύναμη πηγή βοήθειας.

 Ο Κύριος, για να χτυπήσει το πάθος τής πλεονεξίας στην αρχή του, στις σκέψεις όπου θεμελιώνεται και οικοδομείται, επισημαίνει ότι αυτές ακριβώς οι σκέψεις είναι εσφαλμένες, ψευδείς, καθώς η μακροχρόνια επίγεια ζωή, με τις όποιες δυσκολίες και περιστάσεις της, δεν εξασφαλίζεται με τη συσσώρευση πλούτου. Η ευημερία τού ανθρώπου στον κόσμο τούτο εξαρτάται αποκλειστικά από το έλεος του Θεού, από την ευλογία Του. Αν ο Θεός αποσύρει το έλεος και την ευλογία Του από τον άνθρωπο, τότε αυτός μέσα σ’ όλη την αφθονία των υλικών αγαθών του, μέσα σ’ όλη τη δύναμή του, πλήτ­τεται από δυστυχίες αξεπέραστες. Ψυχρά κοιτάζει ο πλούτος τον δήθεν κυρίαρχό του, όταν αυτός τιμωρείται από το χέρι τού Θεού, και με όψη αδιάφορη απαντά στις ικετευτικές ματιές του, όταν αυτός ακούσια χωρίζεται από τα εγκόσμια.

Το ψεύδος των σκέψεων και των ονείρων που πλα­νούν τον άνθρωπο, όταν αυτός προσκολλάται στον πλούτο και αποθέτει σ’ αυτόν τις ελπίδες του, το απεικόνισε ζωντανά ό Κύριος στην παραβολή το άφρονα πλουσίου. Την παραβολή αυτή την είπε αμέσως μετά τη συμβουλή που έδωσε στους ακροατές Του να φυλάγονται από την πλεονεξία.

«Κάποιου πλούσιου ανθρώπου τα χωράφια έδωσαν άφθονη σοδειά» —έτσι αρχίζει η παραβολή— «κι εκείνος άρχισε να συλλογίζεται». Η πρώτη συνέπειατης άφθο­νης σοδειάς ήταν η δημιουργία πολλών λογισμών. Αυτό συμβαίνει σχεδόν πάντοτε σ’ εκείνους που ξαφνικά πλουτίζουν ή αυξάνουν σημαντικά τον πλούτο τους. Άρχισε, λοιπόν, ο πλούσιος της παραβολής να συλλο­γίζεται και να λέει: «Τι να κάνω;».
Σωστά παρατηρεί ο μακάριος Θεοφύλακτος ότι ο πο­λύς πλούτος είναι όμοιος με τη φτώχεια. Γιατί και ο πρώτος και η δεύτερη, όντας σε δύσκολη θέση, φωνά­ζουν: Τι να κάνω; Η αιτία της δύσκολης θέσεως της φτώχειας είναι η έλλειψη των αναγκαίων για τη ζωή, ενώ η αιτία τής δύσκολης θέσεως του πλούτου είναι ο πλεονασμός τους.

«Τι να κάνω;», αναρωτιέται ο πλούσιος. «Δεν έχω μέ­ρος να συγκεντρώσω τα γεννήματά μου», δεν έχω που να βάλω τα τόσα πλούτη που απέκτησα. Τελικά σκέφτηκε τι να κάνει και, γεμάτος ενθουσιασμό για την ιδέα του, είπε με αποφασιστικότητα: «Να τι θα κάνω! Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα χτίσω μεγαλύτε­ρες, για να συγκεντρώσω εκεί όλη τη σοδειά μου και όλα τα αγαθά μου. Μετά θα πω στον εαυτό μου: “Τώρα έχεις πολλά αγαθά, που αρκούν για χρόνια πολλά· ξεκουρά­σου, τρώγε, πίνε, διασκέδαζε”».

Ο τυφλωμένος πνευματικά πλούσιος δεν σκεφτόταν τον Θεό, την αιωνιότητα, τους φτωχούς αδελφούς του. Σκεφτόταν μόνο τον εαυτό του. Αλλά και για τον εαυ­τό του σκεφτόταν καταστροφικά, γιατί είχε ξεχάσει τον προορισμό τής ψυχής, θεωρώντας δεδομένη την υποδούλωσή της στο σώμα. Δεν σκεφτόταν τον Θεό, ο οποίος, με το να τον ευεργετεί, τον παρακινούσε στην ευεργετικότητα. Δεν σκεφτόταν την αιωνιότητα, στην οποία όφειλε να στείλει με την ελεημοσύνη μέρος της περιουσίας του, για να μην είναι εκεί φτωχός και ανάξιος των ανακτόρων τού παραδείσου. Με τι άτοπο ονειροπό­λημα εξαπατά τον εαυτό του ο πλούσιος! Λέει ότι τα αγαθά του αρκούν για πολλά χρόνια, υπονοώντας ότι και η ζωή του θα είναι πολύχρονη. Απ’ αυτή τη μάταιη και απατηλή πεποίθηση απορρέουν τα σχέδιά του για το μέλλον.

Η κατάσταση της αυταπάτης είναι κοινή σε όλους τους εραστές τού πλούτου και του κόσμου. Η επίγεια ζωή τούς παρουσιάζεται σαν αιώνια. Η σκέψη για τον θάνατο τους είναι εντελώς ξένη, σαν μια σκέψη για κά­τι που δεν τους αφορά καθόλου. Ποιαν επιδίωξη θέλει να εκπληρώσει ο τυφλωμένος πλούσιος με τα πλούτη του; Θέλει, όπως λένε στον κόσμο, να ζήσει καλά. Τι σημαίνει “νά ζήσει καλά”; Σημαίνει να τρώει και να πί­νει, να διασκεδάζει, να πορνεύει, να ζει μέσα στη χλιδή, να καυχιέται, να ικανοποιεί κάθε του θέλημα και ιδιοτροπία. Αν κοιτάξουμε μέσα μας και γύρω μας προσε­κτικά, θα διαπιστώσουμε πως η ευαγγελική παραβολή του άφρονα πλουσίου αποτελεί έναν καθρέφτη για όλους μας. Δεν είμαστε όλοι συνεχώς παραδομένοι στις σκέψεις εκείνου του πλουσίου, αλλά όλοι, άλλοι περισ­σότερο και άλλοι λιγότερο, κατά καιρούς παρασυρόμα­στε απ’ αυτές.

Ενώ, λοιπόν, ο πλούσιος με ικανοποίηση έκανε όνει­ρα για την αμαρτωλή ζωή των απολαύσεων, που, όπως νόμιζε, είχε μπροστά του, ήρθε ξαφνική και απροσδόκητη η θεία απόφαση για την αναχώρησή του από τον κόσμο. «Ανόητε!», του είπε ο Θεός. «Αυτή τη νύχτα (οι δαίμονες) απαιτούν να πάρουν την ψυχή σου. Αυτά, λοι­πόν, που ετοίμασες, σε ποιον θ’ ανήκουν;».

Ό,τι έγινε με τον πλούσιο, γίνεται με κάθε άνθρωπο που ξεχνά τον Θεό και παραδίνεται στην αμαρτία: Όταν φτάσει να ολοκληρώσει τις επιθυμίες του, όταν φτάσει να εξασφαλίσει την ευτυχία του με τον καλύτερο τρόπο, στέλνεται ο θάνατος ή παραχωρείται κάποια συμφορά από τον Θεό. Και τότε, ακόμα και η πιο στέρεη επίγεια ευημερία καταρρέει. Αυτό εκφράζουν και τα λόγια τού Κυρίου, με τα οποία τελειώνει η παραβολή: «Να τι πα­θαίνει όποιος μαζεύει πρόσκαιρους θησαυρούς και δεν πλουτίζει με ό,τι θέλει ο Θεός». Αυτός είναι ο καρπός τής φιλαργυρίας, της πλεονεξίας και, γενικά, της επίμο­νης επιδιώξεως αποκτήσεως μεγάλης περιουσίας, που αποκλειστικό κίνητρό της έχει τη φιλαυτία.

Ο Κύριος αποκάλεσε τον πλούσιο «ανόητο», γιατί αυτός, τυφλωμένος πνευματικά καθώς ήταν από τη φι­λαυτία, νόμιζε ότι ενεργούσε για την ωφέλειά του, ενώ στην πραγματικότητα ενεργούσε αυτοκαταστροφικά. Στερούσε από τον εαυτό του την υψηλή αξία του ανθρώπου που δημιουργήθηκε για την αιωνιότητα, του ανθρώπου που οφείλει να προετοιμάζεται στη γη για τον ουρα­νό, του ανθρώπου που οφείλει να υποτάσσει το σώμα του στην ψυχή του.

Να «πλουτίζει κανείς με ό,τι θέλει ο Θεός» σημαίνει να ζει ζωή θεάρεστη. Όταν η επίγεια διαγωγή κατευθύνεται από τις ευαγγελικές εντολές, φέρνει στην ψυχή πλούτο άφθαρτο: τη θεογνωσία, την αυτογνωσία, την πίστη, την ταπείνωση, την αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον. Ο άνθρωπος που έχει τέτοια διαγωγή, διαχει­ρίζεται σωστά την επίγεια περιουσία του ως θείο δώρο.

Με τη σωστή διαχείριση μεταβάλλει τη φθαρτή αυτή πε­ριουσία σε άφθαρτη, γιατί τη μεταφέρει από τη γη στον ουρανό με την ελεημοσύνη. Και μεταφέροντας με την ελεημοσύνη την περιουσία του στον ουρανό, μεταφέρει εκεί αόρατα και την καρδιά του, αφού ο ίδιος ο Κύριος βεβαίωσε: «Όπου είναι τα πλούτη σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας». Ένας τέτοιος χριστιανός μένει στον ουρανό με τους λογισμούς και τα αισθήματά του, όπως ο απόστολος, ο οποίος ήδη από τον καιρό τής διαβιώσεώς του στη γη έλεγε για τον εαυτό του: «Εμείς είμα­στε πολίτες τού ουρανού». Αμήν.
 “Ασκητικές ομιλίες Β’” Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, Εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής
 
 
 
 
 
 
 

Τα διάφορα Γεροντικά, παλαιότερα και σύγχρονα, μας μεταφέρουν στον κόσμο της Μοναχικής πολιτείας. Μέσα εκεί διασώζεται ο γνήσιος τρόπος της χριστιανικής-ευαγγελικής ζωής, αλλά και η ανθρώπινη πραγματικότητα της αστοχίας και αποτυχίας, που νικιέται με την άσκηση. Ένας τρόπος, σημαντικός και ουσιαστικός της άσκησης, είναι η υπακοή.

Η υπακοή, μαζί με την παρθενία -ψυχή τε και σώματι- και την ακτημοσύνη ως ελευθερία από την υλική δέσμευση, είναι οι αρετές που ο κάθε μοναχός καλείται να ζήσει για να είναι όντως μοναχός-άνθρωπος αφιερωμένος στο Θεό.

Όμως η υπακοή δεν είναι γνώρισμα των μοναχών αλλά του κάθε ανθρώπου που θέλει να ζει το Ευαγγέλιο κι ο Χριστός να είναι «ο Κύριος κι ο Θεός» του. Άλλωστε, ο Χριστός έκανε υπακοή στον Πατέρα Του μέχρι θανάτου. Ο κάθε χριστιανός καλείται να μιμηθεί τον Κύριό του, κατά το μέτρο των δυνατοτήτων του, βέβαια, και της επιθυμίας του να ενωθεί μαζί του.

Θα μπορούσε κάποιος να πει πως τα πιο πάνω είναι αδύνατα αλλά και θεωρητικά για μας που ζούμε μέσα στον κόσμο με τα ποικίλα προβλήματα και τις πολλές μέριμνες. Δεν έχουν, δηλαδή, το πρακτικό που συγκεκριμενοποιείται στην καθημερινότητα…

Θα’ θελα να αναφέρω κάποια παραδείγματα από αυτήν την καθημερινότητα που δείχνει το πόσο σοφό είναι να κάνουμε υπακοή, να «κόβουμε το θέλημα μας», αφήνοντας στον άλλο να κάνει το δικό του.

1. Είναι πολύ φυσικό σ’ ένα ανδρόγυνο να υπάρχει διαφωνία σ’ ένα θέμα, απλά γιατί ο καθένας το βλέπει από μια άλλη σκοπιά. Αν επιμείνει ο καθένας στο δικό του, δε θα συγκρουστούν, δε θα διχαστούν; Δεν θα πρέπει να υποχωρήσει ο ένας για να προχωρήσει η συνύπαρξή τους; Δεν θα πρέπει να υπακούσει η γυναίκα στον άντρα της, ως κεφαλή, για να διατηρηθεί η ισορροπία στο γάμο;

2. Δύο φίλοι επιθυμούν να πάνε σ’ ένα θέατρο αλλά το θέμα δεν ενδιαφέρει πολύ τον ένα. Δεν θα πρέπει να υποχωρήσει κάποιος, για χάρη της φιλίας τους, ώστε να μην συγκρουστούν και ψυχρανθούν για ένα τέτοιο μικρό θέμα;

Πολλά παραδείγματα θα μπορούσε ο καθένας μας να παρουσιάσει από την καθημερινότητα, που δείχνει πόσο σημαντικό είναι η υπακοή. Χωρίς αυτή πώς θα ήταν άραγε το αποτέλεσμα μιας χειρουργικής επέμβασης, μιας σχολικής μονάδας, μιας επιχείρησης, μιας ακολουθίας ακόμα; Πόσες συγκρούσεις, πόσα διαζύγια, πόση αναστάτωση θα αποφεύγονταν αν καταλαβαίναμε την υπακοή ως ελευθερία από τη φιλαυτία, ως σοφία και γνώση της όντως ζωής;

Η υπακοή, παρόλη τη μαρτυρική της βάση – αφού περικλείει το «απαρνησάσθω εαυτόν» –, διαφοροποιείται από την πειθαρχία στο ότι γίνεται εκούσια. Γι’ αυτό κι έχει μεγάλη ελευθερία, μεγάλη χαρά. Άλλωστε, όλα τα ωραία χαρακτηρίζονται από μεγάλο πόνο που τον ακολουθεί η δυναμική και μεγάλη Χάρη του μεγάλου Θεού μας.

 

 

Πηγή

 

 

 

 

 Με ό,τι κι αν ασχολείστε, κάντε το εγκάρδια, προσεκτικά, συστηματικά, χωρίς βιασύνη..
Σας αναθέτουν κάποια εργασία; Δεχθείτε την όπως αν σας την είχε αναθέσει ο ίδιος ο Θεός και εκτελέστε την, σαν έργο δικό Του. Έτσι η σκέψη σας θα είναι κοντά στο Θεό. Αγωνιστείτε γι’ αυτό, κι Εκείνος θα σας βοηθήσει. Οι βιοτικές μέριμνες σας πνίγουν τόσο, ώστε δεν ευκαιρείτε ούτε να προσευχηθείτε. Του εχθρού κατόρθωμα είναι τούτο. Το σπίτι, τα ενδύματα, η τροφή και πολλά άλλα πράγματα είναι απαραίτητα για την καλή διαβίωση του ανθρώπου. Χρειάζεται λοιπόν, να φροντίζουμε για την απόκτησή τους. Αυτό δεν είναι εφάμαρτο. Έτσι θέλησε ο Θεός να ρυθμίσει τη ζωή μας.

  Ο πανούργος διάβολος, όμως, καθώς πασχίζει ακατάπαυστα να μεταποιεί καθετί καλό σε κακό, διαστρέφει την εύλογη, μετρημένη και υγιή φροντίδα σε άλογη, συνεχή και αγχώδη μέριμνα, που σκοτίζει το νου και στενοχωρεί την καρδιά. Αυτή η κατάσταση καταντά, ούτε λίγο ούτε πολύ, σε ψυχική ασθένεια, στη θεραπεία της οποίας στοχεύουν οι νουθεσίες του Κυρίου για την εμπιστοσύνη στη Θεία Πρόνοια: « Μη μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ή τί πίωμεν ή τί περιβαλώμεθα; … οίδε γάρ ο πατήρ υμών ο ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων … μη ουν μεριμνήσητε εις την αύριον η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής ». ( Ματθ. 6, 31-34 )
Αυτό δεν σημαίνει να μην κάνουμε τίποτε, αλλά, φροντίζοντας για ό, τι είναι αναγκαίο, να μη φορτωνόμαστε με περιττές μέριμνες, που συνεπάγονται κόπο σωματικό και ψυχικό. Το εφάμαρτο στοιχείο της πολυμεριμνίας είναι τούτο, ότι επιδιώκει εγωιστικά την αυτάρκεια. Όλα θέλει να τα κάνει μόνη της, όλα θέλει να τα κατορθώσει χωρίς το Θεό.

Στηρίζοντας κάθε ελπίδα στον εαυτό της, στις ικανότητές της και στα όποια υλικά μέσα διαθέτει,αγνοεί ή και περιφρονεί τη Θεία Πρόνοια. Ως κύριο σκοπό της ζωής έχει την απόκτηση εγκόσμιων αγαθών. Και την ίδια την επίγεια ζωή τη θεωρεί ως αυτοσκοπό. Για τη μελλοντική και αιώνια ζωή αδιαφορεί. Βλέπετε, τί θεομάχο πνεύμα βρίσκεται μέσα στην πολυμεριμνία! Παλέψτε, λοιπόν, μ’ αυτό το κακό! Αντισταθείτε στον εχθρό, όπως αν σας παρακινούσε να διαπράξετε φόνο!

« Πώς ν’ αγωνιστώ; » θα με ρωτήσετε. Αρχίστε και θα μάθετε…
 Αρχίστε πρώτα - πρώτα από την προσευχή. Απαλλάξτε την από κάθε βιοτική 
μέριμνα. Το ίδιο να κάνετε στη συνέχεια και μ’ όλες τις άλλες πράξεις και ασχολίες σας.
Ο τρόπος είναι απλός: Την ώρα της προσευχής, μόλις εμφανίζεται στο νου σας κάποιος λογισμός, να τον διώχνετε χωρίς καθυστέρηση. Κι αν πάλι έρχεται, πάλι να τον διώχνετε. Έτσι να κάνετε συνέχεια και ακούραστα. Μην επιτρέπετε στις μέριμνες να σταθούν ούτε για μια στιγμή στο νου σας, όταν προσεύχεστε. Αυτός είναι ο αγώνας! Και θα δείτε καρπούς. Φτάνει να επιμείνετε.

Ποια είναι τα μάταια έργα;
  Θέλατε να ετοιμαστείτε για τη Θεία Κοινωνία, αλλά δεν τα καταφέρατε ν’ αποφύγετε τους περισπασμούς. Πολλοί είναι εκείνοι, λέτε, που έρχονται και ζητούν να τους εξυπηρετήσετε. Η εξυπηρέτηση των συνανθρώπων, πάντως, δεν είναι έργο μάταιο. Είναι έργο Θεού. Μόνο να το κάνετε πάντα για την αγάπη Εκείνου και του πλησίον, για τίποτ’ άλλο. Τα βάρη της οικογένειας πέφτουν κι αυτά στους ώμους σας. Όμως, ούτε οι οικογενειακές υποθέσεις είναι μάταια έργα, φτάνει ν’ ασχολείστε μ’ αυτές ευσυνείδητα, δίχως να παραβαίνετε τον θείο νόμο.
  Μάταια έργα είναι εκείνα που αποσκοπούν στην ικανοποίηση των παθών, τα εφάμαρτα, καθώς επίσης τα άχρηστα και ανώφελα. Ξεχωρίστε, λοιπόν, στη ζωή σας, τις μάταιες από τις μη μάταιες ενασχολήσεις. Οι δεύτερες πάντα μπορούν να γίνονται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Κάτι περισσότερο: Μπορούν να γίνονται για τη δόξα του Θεού.

Απαλλαγή απ’ όλα τα γήινα. Είναι δυνατή;
Η απαλλαγή απ’ όλα τα πράγματα και όλες τις εξαρτήσεις του κόσμου τούτου, η απαλλαγή δηλαδή από καθετί γήινο, είναι πρακτικά αδύνατη σε τούτη τη ζωή, τουλάχιστο για τους περισσότερους ανθρώπους. Αποτελεί κατόρθωμα μόνο των μοναχών, και μάλιστα των ερημιτών. Όλοι, όμως, είναι δυνατόν, όπως φαίνεται από την επί του Όρους ομιλία του Κυρίου, ν’ απαλλάξουν τη καρδιά τους από την εμπαθή προσκόλληση στα γήινα. Εσείς, λοιπόν, έχετε πλούτο. Αν δεν στηρίζετε τις ελπίδες σας σ’ αυτόν, αν είστε έτοιμος να τον στερηθείτε αγόγγυστα όποτε θελήσει ο Κύριος, αν αδιάκοπα και πρόθυμα βοηθάτε όσους έχουν ανάγκη, βρίσκεστε στο σωστό δρόμο.

Προσαρμογή στις συνθήκες της ζωής
Ως προς τη ροή των πραγμάτων στη ζωή μας, ας το πάρουμε απόφαση ότι δεν είναι στο χέρι μας να την αλλάξουμε. Ας έχουμε, λοιπόν, τη σοφία της προσαρμογής στις όποιες συνθήκες παραχωρεί ο Θεός. Μόνο έτσι θα είμαστε ειρηνικοί σε κάθε περίσταση.
Τώρα, λοιπόν, που αντιμετωπίζετε ένα τόσο μεγάλο πρόβλημα, δεν έχετε παρά να κάνετε πρώτα-πρώτα υπομονή. Χωρίς υπομονή δεν μπορούμε να ζήσουμε. Δεν υπήρξε ποτέ άνθρωπος σε τούτο τον κόσμο που να μην υπέμεινε κάτι. Να το θυμάστε πάντα και να το επαναλαμβάνετε μέσα σας!
Και όσοι φαίνονται τρισευτυχισμένοι, ακόμα κι αυτοί υπομένουν, καμιά φορά μάλιστα βάρη δυσβάσταχτα. Γιατί, λοιπόν, να μην υπομένω κι εγώ; Παράλληλα ψάξτε να βρείτε κάποιες απασχολήσεις, που θα σας προξενούν ψυχική ανάπαυση και ικανοποίηση. « Με τί ν’ ασχοληθώ; », θα με ρωτήσετε. Με οτιδήποτε, φτάνει να έχετε πάντα δουλειά. Και όταν δεν έχετε δουλειά, να διαβάζετε καλά βιβλία. Ν’ αγαπήσετε, επίσης, τη φύση. Σε κάθε εποχή, η φύση έχει τις ομορφιές της. Να τις βρίσκετε και να τις απολαμβάνετε. Σ’ αυτό κρύβεται ξεχωριστή σοφία. Θέλετε να είστε σοφή; Κάντε το!

Θα μπορούσατε ακόμα να γίνετε ένας « καλός άγγελος » για όλο το χωριό: Όπου υπάρχει φτώχεια, αρρώστια, συμφορά, εκεί να τρέχετε πρόθυμα, βοηθώντας όσο και όπως μπορείτε τους συνανθρώπους σας. Αυτή η απασχόληση δίνει στη ψυχή μεγάλη παρηγοριά. Έκτος κι αν είμαστε εγωιστές.. Αν είμαστε τέτοιοι, τότε μην περιμένουμε ποτέ ευτυχία, έστω κι αν αποκτήσουμε όλο το χρυσάφι του κόσμου. Τον εγωισμό, αυτόν τον κακοποιό, πρέπει να τον θανατώσουμε.
Κι αν δεν τον θανατώσετε εσείς, μόνοι σας, τότε θα το κάνει ο Κύριος, στέλνοντας το ένα χτύπημα μετά το άλλο. Και θα το κάνει όχι από σκληρότητα, μα από αγάπη. Γιατί θέλει να μπείτε στη Βασιλεία των Ουρανών, όπου μόνο οι ταπεινοί χωράνε.

Αγ. Θεοφάνους του Εγκλείστου, « Ο δρόμος της ζωής» - επιλογές - , Ι.Μ.Παρακλήτου
 
 
 
 
 
 
 
 
 
2019 onisimos.gr All rights reserved Developed by B.I.S