Αγίου Νεκταρίου
 

Πόσο ωραία, πόσο ευχάριστη, πόσο χαριτωμένη είναι η εικόνα εκείνου που ελπίζει στον Θεό που σώζει, στον Θεό των οικτιρμών, τον Θεό του ελέους, τον αγαθό και φιλάν­θρωπο Θεό.


 Αληθινά μακάριος είναι ο άνθρωπος που ελπίζει στον Θεό! Ο Θεός είναι πάντα βοηθός του και δεν φοβάται ό,τι κακό κι αν του προξενήσει άνθρωπος. Ελπίζει στον Κύριο και πράττει τα αγαθά! Κάθε του ελπίδα την έχει εναποθέσει σ’ Αυτόν, και σ’ Αυτόν εξομολογείται με όλη του την καρδιά. Είναι το καύχημά του, είναι ο Θεός του και Τον επικαλείται μέρα και νύχτα. 
Το στόμα του ωραίο, αναπέμπει αίνους στον Θεό, τα χείλη του, πιο γλυκά από μέλι και κερί σαν ανοίγουν για να ψάλλουν στον Θεό· η δε γλώσ­σα του γεμάτη χάρη, κινείται προς δοξολογία Θεού.
Η καρδιά του είναι έτοιμη να Τον επικαλεσθεί, η διάνοια του έτοιμη να ανυψωθεί προς Αυτόν, η ψυχή του είναι προ­σηλωμένη στον Θεό και «η δεξιά του Κυρίου αντελάβετο αυτού». «Εν τω Κυρίω επαινεθήσεται η ψυχή αυτού». Ζητά και λαμβάνει από τον Θεό αυτό που ζητά η καρδιά του. Ζητά και βρίσκει όσα ποθεί. Κρούει και του ανοίγονται οι θύρες του ελέους.

  Αυτός που ελπίζει στον Κύριο επαναπαύεται σε ήσυχα νερά. Ο δε Κύριος του δίνει πλούσια τα ελέη του. Η δεξιά του Κυρίου κατευθύνει την πορεία του και δάκτυλος Κυρί­ου τον καθοδηγεί στους δρόμους του.

  Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν αστοχεί. Η ελπί­δα του δεν πεθαίνει ποτέ. Ο Θεός είναι η προσδοκία του, η ακρότατη επιθυμία της καρδιάς του. Προς Αυτόν στε­νάζει η καρδιά του όλη την ημέρα: «Κύριε μην αργήσεις, σήκω, κάνε γρήγορα, έλα και απομάκρυνε από την ψυχή μου κάθε ανάγκη, εξάγαγε εκ φυλακής την ψυχή μου! Θα σε δοξολογήσω με όλη μου την καρδιά Κύριε. Σε Σένα θα απευθύνεται κάθε λόγος που θα βγαίνει απ’ το στόμα μου».

  Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, ευλογεί τον Ύψιστο, τον λυτρωτή του και αγιάζει «το όνομα το άγιον αυτού». Ελπί­ζει και από τα βάθη της καρδιάς του κραυγάζει προς τον Θεό: «Κύριε πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω σου;».
Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, θα επικαλεσθεί τον Ύψιστο για να εισέλθει στο αγιαστήριό Του, για να δει και να χαρεί τα θαυμάσια Του· και ο Κύριος θα ακούσει τη φωνή της δέησής του.

  Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, απολαμβάνει άκρα ειρή­νη· γαλήνη επικρατεί στην καρδιά του και στην ψυχή του βασιλεύει πλήρης αταραξία. Όταν έχει βοηθό του τον Θεό, από τί να φοβηθεί; Από τί να δειλιάσει; Αν ξεσηκωθεί ενα­ντίον του πόλεμος, δεν πτοείται, γιατί ελπίζει στον Κύριο. Αν τον καταδιώξουν πονηροί δεν φοβάται, γιατί ξέρει ότι όλα είναι υπό τον έλεγχο του Κυρίου. Δεν ελπίζει στο τόξο του ούτε στη φαρέτρα του· ούτε εξαρτά τη σωτηρία του από τη ρομφαία, αλλά από τον Κύριο και Θεό του, που μπορεί να τον γλιτώσει από τα χέρια αυτών που τον πολεμούν, από την παγίδα του αμαρτωλού και από την καταιγίδα. Είναι πεπεισμένος για τη δύναμη του Κυρίου και «επί τον βραχί­ονα τον υψηλόν αυτού και ο Κύριος σώσει αυτόν».

  Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, βαδίζει ήρεμος στον αγώνα της ζωής του και διανύει τον δρόμο αυτό δίχως το άγχος των μερίμνων. Εργάζεται ακατάπαυστα το αγαθό, το ευάρεστο και τέλειο, τα δε έργα του τα ευλογεί ο Θεός. Σπέρνει ευλογημένα και λαμβάνει πλούσιους τους καρπούς των κόπων του. Έχει θάρρος στον Κύριο και δεν παρεκτρέπεται από τους πειρασμούς που τον κυκλώνουν. Στις δοκιμασίες της ζωής δεν παραιτείται, αλλά ελπίζει, δι­ότι εκεί που τα πράγματα φαίνονται αδύνατα, ο Θεός φα­νερώνει τη διέξοδο. Μέσω της πίστης προσδοκά και την ελπίδα της δικαιοσύνης.

  Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν ελπίζει σε χρήματα, ούτε στο μέγεθος της δύναμής του, αλλά επαναπαύεται στη βοήθεια που θα του παράσχει ο Θεός.
Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι γεμάτος πίστη και αγάπη προς τον Θεό, ζει έχοντας θάρρος στην αγαθή του συνείδηση, εμφανίζεται με την παρρησία γιου απέναντι στον ουράνιο Πατέρα του και Τον επικαλείται για να έλθει η βασιλεία Του στη γη και το θέλημά Του να πραγματώνε­ται στη γη όπως και στον ουρανό.
Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι αφοσιωμένος ολο­κληρωτικά σ’ Εκείνον και υψώνει την καρδιά του στον αγαθό και αθάνατο Θεό. Ζητά απ’ Αυτόν το ύψιστο αγαθό και την αθανασία στη βασιλεία των Ουρανών, και ο Θεός τον εισακούει.
Μακάριος ο άνθρωπος που ελπίζει στον Κύριο!
 Το γνώθι σαυτόν, εκδ. Άθως, σ.101-104
 
 
 
 
 
 
 

Όσιος Ζωσιμάς της Αλάσκας.

Μια αδελφή παραπονέθηκε κάποτε στον όσιο Ζωσιμά για κάποιαν άλλη.
– Πάτερ, γιατί η τάδε με αντιπαθεί; Τί της έκανα;
– Ποιός σου είπε ότι σε αντιπαθεί; αντέδρασε εκείνος. Λάθος κάνεις! Από τον πονηρό είν’ αυτός ο λογισμός. Μην τον δέχεσαι!
– Όχι, γέροντα, κάτι έχει μαζί μου. Το δείχνουν και τα λόγια της και το φέρσιμό της. Αλλά και η καρδιά μου το πληροφορείται καθαρά.
– Καλά, ας υποθέσουμε πως έχεις δίκιο. Αλλά βγες στο δάσος και φώναξε: “Αγαπημένη μου αδελφή!…”. Η ηχώ θα σου απαντήσει το ίδιο. Ύστερα ξαναφώναξε: “Τρελή! Τιποτένια!…”. Τις ίδιες λέξεις θα επαναλάβει και η ηχώ.

Πίστεψέ με, στη σχέση δύο ψυχών, στην αμοιβαία τους επικοινωνία, συμβαίνει ό,τι και με την ηχώ. Κοίταξε, λοιπόν, πρώτα μέσα στην καρδιά σου. Θα διαπιστώσεις ότι είναι πράγματι αρνητικά προκατειλημμένη απέναντι στην αδελφή.

Επομένως, πρώτα-πρώτα γέμισε τη δική σου καρδιά με ειρήνη και αγάπη γι’ αυτήν. Και να είσαι βέβαιη ότι θα σου ανταποδώσει τα ίδια αισθήματα.

 

Πηγή

 

 

 

 

Και λέει κανείς, γιατί άραγε σήμερα εμείς οι λιγότερο ασκητικοί χριστιανοί, μας πιάνει ένας τρόμος, όταν ακούμε για άσκηση; Και κάπως αισθανόμαστε άβολα. Γιατί μας έχει διαφύγει αδελφοί μου μια μεγάλη αλήθεια της πίστης μας…. Την συνοψίζει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, σε τρείς λέξεις: «έρως έρωτι νικάται».     

Ένας έρωτας λέει, νικιέται από έναν άλλο, μεγαλύτερο έρωτα…

Τι είναι εκείνο, που μας κρατάει δεμένους με τα πάθη μας; Τα έχουμε ερωτευτεί!

Τα έχουμε αγαπήσει, μέσα στην πτώση μας, μέσα στην εμπάθεια μας, τα έχουμε σφιχταγγαλιάσει. Είμαστε ερωτευμένοι με τα πάθη μας, με την γαστριμαργία μας, με την πορνεία μας, με την υπερηφάνια μας, τον εγωισμό, την κενοδοξία μας και όλα αυτά…

Και πως θα μπορέσουμε να θεραπευτούμε από αυτά; Μόνο με επιταγές νομικού τύπου; Δεν πρέπει να είσαι κοιλιόδουλος; Δεν πρέπει να είσαι γαστρίμαργος; Δεν πρέπει να είσαι πόρνος, δεν πρέπει να είσαι υπερήφανος;

Καλά είναι και αυτά, αλλά έχω την αίσθηση ότι δεν είναι ικανά, να γεμίσουν τον άνθρωπο από μια φιλότιμη διάθεση να πετάξει από επάνω του αυτά τα πάθη…

Έρχεται λοιπόν ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος και μας λέει, ότι για να πάψουμε να έχουμε αυτούς του έρωτες, τούς έρωτες για τα γήινα πάθη μας, χρειάζεται να έρθει μέσα στην καρδιά μας ένας μεγαλύτερος έρωτας!

Οπότε ξαφνικά η άσκησή μας, δεν γίνεται απλώς η αποφυγή κάποιων παθών. Ούτε καν θα λέγαμε η μίμιση κάποιων καλών πράξεων, κάποιων αρετών, αλλά η άσκησή μας πλέων αλλάζει περιεχόμενο, και δεν είναι τόσο »αυτονόητο» αυτό το περιεχόμενο της άσκησης.

Η άσκησή μας θα έλεγα, αρχίζει και μοιάζει με την προσπάθεια που κάνει κάποιος που έχει ερωτευτεί, να πλησιάσει, το πρόσωπο που ερωτεύτηκε…Ας φέρουμε αυτό το παράδειγμα, μην σκανδαλιζόμαστε. Κάποιος αγαπά μια κοπέλα έτσι; Και τι κάνει; Γυρίζει γύρω-γύρω από το σπίτι της, πηγαίνει και τις μιλάει, ευκαίρος-ακαίρος τις κάνει μια πολιορκία πιο ουσιαστική…

Αυτό ακριβώς γίνεται η άσκηση, όταν την κάνουμε από Αγάπη.

Από έρωτα και από φιλότιμο, για Τον Χριστό μας.

Η άσκηση πλέον αποκτά ένα δυναμικό χαρακτήρα, δεν είναι απλώς η αποχή από τα κακά, και το να κάνουμε τα καλά, αλλά είναι κάτι περισσότερο, είναι η προσπάθεια της ψυχής μου να πολιορκήσει τον Χριστό, και να Τον βάλει μέσα της, να Τον ενθρονίσει στην καρδιά της.

Και αυτό είναι που αλλάζει πλέον και την διάθεση του ανθρώπου, φανταστείτε κάποιον να σας λέει: Να κάνεις εκείνο! Να κάνεις το άλλο! Να μην κάνεις εκείνο, να μην κάνεις το άλλο…

Αυθορμήτως δημιουργείται και μια αντίδραση, και πολλές φορές πας και κάνεις ακριβώς τα αντίθετα, από αυτά που σου λέει.

Έρχεται όμως ένα αγαπημένο πρόσωπο, και σου λέει: αν μ΄αγαπάς, μην με στεναχωρείς, κάνε εκείνο σε παρακαλώ…

Και κατευθείαν αλλάζει η διάθεση σου, αυτή την αλήθεια μας λέει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Αυτή την αλήθεια μας λέει με άλλα λόγια ο ίδιος ο Κύριος μας… Ο Ιησούς Χριστός:

«Εάν αγαπάτέ με.. (λέει στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο) τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε…»

Να λοιπόν, βάζει την αγάπη στο πρόσωπό Του να νικήσει, τις ψεύτικες αγάπες που μας οδηγούν μακρυά από τον δρόμο των εντολών Του… Να πως πρέπει λοιπόν ο χριστιανός να ζει την άσκηση του, να ζει την πνευματική του προσπάθεια ως ένα αγώνισμα αγάπης. Ως ένα αγώνισμα ερωτικό!

Να γιατί, οι Ασκητές της Εκκλησίας μας δεν έχουν καμία ομοιότητα, με ανθρώπους ιδιόρυθμους, ανθρώπους «παράξενους».

Δεν έχουν αυτήν την παραξενιά οι Ασκητές της Ορθοδόξου Εκκλησίας!

Γιατί;

Γιατί είναι κατά βάσην άνθρωποι αγάπης.

Είναι άνθρωποι εράσμιοι και ερωτικοί. Είναι άνθρωποι που αγαπούν, και από αυτή την πλειοδοσία της καρδιάς, στην αγάπη προς Τον Χριστό, αποδίδονται ολοένα και περισσότερο σε μεγαλύτερη προσπάθεια, σε μεγαλύτερη άσκηση, σε μεγαλύτερη πολιορκία Του Χριστού.

Ας πολιορκήσουμε και εμείς αδελφοί μου Τον Χριστό με τέτοιο φρόνημα.

 

Πηγή

 

 

 

 

‘’Ο Άνθρωπος αμάρτησε διότι έχασε τη δυνατότητα να εκπλήσσεται από τον εκπλήσσοντα Θεό’’. Κάπως έτσι περιγράφει την πτώση σύγχρονος ακαδημαϊκός θεολόγος. Δεν εξέπλητταν πια τον Άνθρωπο τα θεία μεγαλουργήματα, πλανήθηκε ότι μπορεί να τα κάνει και αυτός κι έτσι θέλησε να γίνει θεός στη Θέση τού Θεού. Κατά τον ίδιο τρόπο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η γαμήλια σχέση δυο ανθρώπων τελειώνει, όταν σταματά να εκπλήσσει ο ένας τον άλλο. ‘’Δυστυχώς όταν η ίδια η Θεολογία μας γίνει προβλέψιμη θα έχει τελειώσει’’, συμπλήρωσε ο Καθηγητής και το αμφιθέατρο ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Μπορούμε όμως να εντοπίσουμε ως ηθικά προβληματική μια κατάσταση, στην οποία δεν υπάρχει το στοιχείο τής έκπληξης, έχει τελειώσει και μια ανθρώπινη σχέση κανονιστικά (κατ)οχυρωμένη; Τι είναι ηθικό; Και τι είναι τελικά ανήθικο;

Δεν μπορούμε με έναν ορισμό να εξαντλήσουμε τον όρο ‘’ηθική’’. Μπορούμε όμως να δώσουμε την ετυμολογία της και να διακρίνουμε τα είδη της. Προέρχεται από τη λέξη ‘’έθος’’, που σημαίνει συνήθεια, κατά συνέπεια διαμορφώνεται η ε(η)θική συμπεριφορά μας. Μπορεί να υποδηλώνει τη σχέση τού ανθρώπου με το Θεό, μπορεί και τη σχέση τού Ανθρώπου με την εικόνα Του, δηλαδή τον άλλο Άνθρωπο, ή και τη σχέση με το περιβάλλον. Προϋποθέτει αυτεξούσιο και λογική.

Περιλαμβάνει ένα σύνολο αντιλήψεων, ιδεών, αξιών ή και νόρμες, που εμπνέουν τον Άνθρωπο στο να καθορίσει τη συμπεριφορά του: Την εμπνέει το ενάρετο, το αγαθό, το πρέπον, το δίκαιο, το ωφέλιμο. Αν αρχίσουμε και ερευνούμε τι είναι το κάθε ένα από αυτά, τότε μιλάμε πιά για την Ηθική ως επιστήμη, όπως διδασκόμαστε στα πανεπιστημιακά μαθήματα της Χριστιανικής Ηθικής.

Έτσι μπορούμε να διακρίνουμε αντίστοιχα τη χριστιανική Ηθική, την αρχαία ελληνική Ηθική, την κανονιστική Ηθική, την ωφελιμιστική Ηθική και δίπλα σε όλα αυτά την περιβαλλοντική Ηθική και τη Βιοηθική.

Ποια είναι όμως τα όρια τής κάθε μιας επιστήμης; Ποια είναι τα όρια τής γνωστικής ικανότητας τού νου; Ποια η έννοια της αντικειμενικότητας και ποια της υποκειμενικότητας; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που θέτει η γνωσιολογία στην επιστήμη της Ηθικής. Η πίστη είναι αντικειμενική, δεν σχετικοποιείται, αλλά η εμπειρία της είναι υποκειμενική. Ισχύει το ίδιο για την ηθική; Ισχύει το ίδιο για την αμαρτία;

Αν επιχειρήσουμε τώρα να δώσουμε και τον ορισμό τής αμαρτίας, θα μπορέσουμε απλά και μόνο να πούμε ότι είναι η έκπτωση από την ηθική; Μήπως είναι η έκπτωση μόνο από την Χριστιανική Ηθική; Ή αντίθετα μήπως είναι η άκριτη και με τη στενή έννοια υιοθέτησή της; Μπορεί να είναι αμαρτία η αποκλειστική υιοθέτηση τής ωφελιμιστικής Ηθικής;

Όμως η αμαρτία δεν είναι ούτε θέμα Ηθικής (Ethics), ούτε καν θέμα της ηθικής (morality), αλλά είναι θέμα οντολογίας. Εφόσον αφορά και τη σχέση με το Θεό, τότε, αμαρτία είναι η οντολογική απομάκρυνση από Αυτόν – όπως αναφέραμε προηγουμένως – αλλά και η οντολογική απομάκρυνση από μια Εικόνα Του που αγαπάμε. Εδώ, η κανονιστική ηθική – τα πρέπει και οι νόμοι όλου τού κτιστού Κόσμου – γίνεται η ηθική τής αμαρτίας, καθώς απομακρύνει την μια από την άλλη δύο Εικόνες τού Θεού και κατά συνέπεια και τις δυο αυτές εικόνες από το Δημιουργό τους. Όσο πλησιάζουμε μεταξύ μας ως Εικόνες του Θεού, τόσο πλησιάζουμε και τον ίδιο, και αντιστρόφως σύμφωνα με το σχήμα των ομόκεντρων κύκλων τού αββά Δωρόθεου.

Και ενώ η κανονιστική Ηθική γίνεται τελικά η ηθική της αμαρτίας, καθώς οντολογικά απομακρύνει δυο Εικόνες του Θεού από την αγάπη (Του), έρχεται η χριστιανική ηθική να μας εκπλήξει ευχάριστα, αφενός γιατί δέχεται ότι η οντολογία υπάρχει πάντα πίσω από την γνωσιολογία και αναφέρεται στην άκτιστη θέληση και ενέργεια τού Θεού, αφετέρου γιατί προκρίνει μια νέα πραγματικότητα, μια νέα οντολογία της ‘’εν Χριστώ Καινής Κτίσης’’, και όχι κάποια κοινωνική κανονιστική ηθική. Από το ‘’και εγένετο’’ τής Παλαιάς Διαθήκης, περνάμε στο ‘’ο Λόγος σάρξ εγένετο’’, τής Καινής. Γιατί ο κτιστός άνθρωπος ερωτεύεται, παντρεύεται, γεννά, πεθαίνει. Το μείζον δεν είναι ο Άνθρωπος να γνωρίσει το Θεό, αλλά το πώς ο Θεός γνωρίζεται, αποκαλύπτεται στον άνθρωπο. Ποια είναι όμως η θεϊκή επίσκεψη; Είναι ο έρωτας για Αυτόν ή για μια Εικόνα Του; Και πώς ο Άνθρωπος την υποδέχεται την θεϊκή αυτή επίσκεψη; Την απορρίπτει οχυρωμένος πίσω από την κανονιστική ηθική; Θα αναζητήσει άλλοθι δηλαδή στην κατ’ ουσίαν ηθική τής αμαρτίας; Ή θα κενωθεί για να προσλάβει τον Άλλον; Γιατί μόνο αν κενωθεί μπορεί να προσλάβει τελικά το καινό, το νέο. Και όπως κενούται ο Θεός για να προσλάβει τον Άνθρωπο (ενσάρκωση), κατά τον ίδιο τρόπο κενούται η Εικόνα Του, ο άνθρωπος για να προσλάβει τον Άλλο.

‘’Είμαι αυτό που είμαι γιατί ο Άλλος είναι δίπλα μου. Και όσο πιο δημιουργικός είναι ο Άλλος τόσο πιο δημιουργικός γίνομαι και εγώ’’, ακούμε επίσης στα πανεπιστημιακά μας μαθήματα. Και είχε δίκιο. Ο Άνθρωπος χωρίς τον Άλλο, είναι ανύπαρκτος. Σύμφωνα με τη θεολογία τού αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου, ακόμα και ένας ακόλαστος άνθρωπος συνεχίζει να υπάρχει γατί έχει επιθυμία. Είναι αρνητικό, αλλά είναι κάτι που έχει πρόσημο, δεν είναι μηδέν. Δεν είναι ανύπαρκτος. Όταν τελειώσει η επιθυμία, ο Άνθρωπος παύει να υπάρχει. Ο ανέραστος Άνθρωπος ειδικά είναι ένας ανύπαρκτος άνθρωπος. Και το έργο τού πνευματικού – που ασχολείται σοβαρά με τη χριστιανική ηθική – είναι η ανάδειξη των ευθυνών, αλλά και των επιθυμιών, όχι απλώς η αφαίμαξή τους. Η Θεολογία οφείλει να μας αντιμετωπίσει ποιμαντικά και όχι κανονιστικά, οφείλει να μας κρίνει με την ηθική τής οντολογίας και όχι με την ηθική της αμαρτίας. Αν δεν το κάνει, δεν είναι Θεολογία.

 

 

Πηγή

 

 

 

2019 onisimos.gr All rights reserved Developed by B.I.S