ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΕΙΣ ΧΡΙΣΤΟΝ ΠΙΣΤΕΩΣ

(Κυρ. τῆς Ἀπόκρεω)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ
[Ματθ. κε´ 31-46.]

ΑΓΑΠΗ ΝΑΙ· ΑΛΛΑ ΠΟΙΑ ΑΓΑΠΗ;

Ἁπὸ τὸ βιβλίο τοῦ πρωτ. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ
«ΕΚ ΦΩΤΟΣ»
Κηρυγματικὲς σκέψεις στὰ εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα

Ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»
Β´ ἔκδ., Θεσσαλονίκη 2009,
σελ. 286-291

«Ἑφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. κε´ 40).

. 1. Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἔρχεται νὰ μᾶς ὑπενθυμίσει μία μεγάλη ἀλήθεια. Τὴν περασμένη Κυριακὴ μίλησε τὸἱερὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ- Πατέρα, ποὺ περιμένει τὸ πλάσμα του νὰ ἐπιστρέψει. Αὐτὸ ὅμως δὲν πρέπει νὰ μᾶς κάμει νὰ ξεχάσουμε καὶ τὴν δικαιοσύνη Του. Ο Θεὸς δὲν εἶναι μονάχα στοργικὸς Πατέρας. Εἶναι καὶ δίκαιος Κριτής. «Οὔτε ὁ ἔλεος αὐτοῦ ἄκριτος, οὔτε ἡ κρίσις ἀνελεήμων», λέγει ὁ Μ. Βασίλειος. Θὰ κρίνει τὸν Κόσμο, μᾶς λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ μάλιστα ὄχι αὐθαίρετα, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὰ ἔργα μας. Μᾶς φέρνει, λοιπόν, ἡ σημερινὴ περικοπὴ ἐνώπιον τοῦ γεγονότος τῆς κρίσεως. Καὶλέμε «γεγονότος», γιατὶ ἡ παγκόσμια κρίση ἀποτελεῖ γιὰ τὴν πίστη μας ἐσχατολογικὴ βεβαιότητα καὶ πραγματικότητα, ποὺὁμολογεῖται σ αὐτὸ τὸ Σύμβολό μας ὡς ἐκκλησιαστικὴ πίστη: «Καὶ πάλιν ἐρχόμενον κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς…».
. Καλούμεθα, λοιπόν, σήμερα νὰ συνειδητοποιήσουμε τρία πράγματα. Πρῶτον, ὅτι Κριτής μας θὰ εἶναι ὁ Ι. Χριστός, ὡς Θεός. Σωτὴρ ὁ Χριστὸς ἀλλὰ καὶ Κριτής. Ἂν τὴν πρώτη φορὰ ἦλθε ταπεινὸς στὴν γῆ, «ἵνα σώςῃ τὸν κόσμον», τώρα θὰ ἔλθει «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ», ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον. Αὐτὸς ποὺ ἔγινε γιὰ μᾶς «κατάρα» πάνω στὸν Σταυρό, ἔχει κάθε δικαίωμα νὰ μᾶς κρίνει, ἂνἀφήσαμε νὰ μείνει μέσα μας καὶ στὴν κοινωνία μας ἀνενέργητη ἡ θυσία Του. Δεύτερον θὰ κρίνει ὄχι μόνο τοὺς Χριστιανούς, οὔτε μόνο τοὺς ἐθνικούς, ὅπως πίστευαν οἱ Ἑβραῖοι γιὰ τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ. Θὰ κρίνει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, χριστιανοὺς καὶ μή, πιστοὺς καὶ ἀπίστους. Τρίτον βάση τῆς κρίσεως, τὸ κριτήριο, θὰ εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἡ στάση μας δηλαδὴ ἀπέναντι στοὺς συνανθρώπους μας. Καθολικὴ – παγκόσμια ἡ κρίση, καθολικὸ – παγκόσμιο καὶ τὸ κριτήριο. Ὁ παγκόσμιος νόμος τῆς ἀνθρωπιᾶς, στὸν ὅποιο συναντῶνται ὅλοι, χριστιανοὶ καὶ μή. Καὶ ὅσοι ἐγνώρισαν τὸν Χριστὸ καὶ ὅσοι δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν γνωρίσουν καὶ γι᾽αὐτὸ ἔμειναν μακριὰ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιό Του. Στὸν νόμο αὐτό, δὲν ὑπάρχει χῶρος γιὰ προφάσεις καὶ δικαιολογίες. Ἡ πείνα, ἡ δίψα,ἡ γύμνια, ἡ ἀρρώστια, ἡ φυλακὴ βοοῦν, δὲν μποροῦν νὰ μείνουν κρυφά, γιὰ νὰ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἰσχυρισθεῖ κάποιος πὼς δὲν τὰπρόσεξε… Δὲν μπορεῖ νὰ τ᾽ ἀγνοήσει κανείς, χωρὶς προηγουμένως νὰ παύσει νὰ ἔχει συναισθήματα ἀνθρώπου, ἂν δὲν ἔχει τελείως «ἀχρειώσει», ἐξαθλιώσει, τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα του.

. 2. Τὸ συγκλονιστικὸ μεγαλεῖο καὶ τὴν φρικτότητα τῆς ὥρας τῆς Κρίσεως ζωγραφίζουν μὲ ὑπέροχα χρώματα οἱ ὕμνοι τῆςἡμέρας. «Ὤ, ποία ὥρα τότε! ὅταν… τίθωνται θρόνοι καὶ βίβλοι ἀνοίγωνται, καὶ πράξεις ἐλέγχωνται καὶ τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους δημοσιεύονται»! Εἶναι φρικτὴ καὶ ἡ ἁπλὴ σκέψη τῆς ὥρας τῆς κρίσεως, γιατί ὄχι μόνο ὑπενθυμίζει τὴν ἀνετοιμότητά μας νὰἐμφανισθοῦμε μπροστὰ στὸ βῆμα τοῦ φοβεροῦ Κριτοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι ἀποκαλύπτει τὴν τραγικότητα τῆς ζωῆς μας, τὴν ὁποία δαπανᾶμε μέσα σὲ ἔργα ματαιότητος, ποὺ δὲν ἀντέχουν στὸ φῶς τῆς αἰωνιότητος. Δὲν δικαιούμεθα ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ μας γιὰὅσα ὁ κόσμος θεωρεῖ μεγάλα καὶ σπουδαῖα: γνώσεις, θέσεις, τίτλους, ἀξιώματα, πλοῦτο, δόξα. Αὐτὰ ὅλα εἶναι δυνατὸν μάλιστα νὰὁδηγήσουν στὴν καταδίκη μας. Κρινόμεθα βάσει τῆς ἔμπρακτης ἐφαρμογῆς τῆς ἀγάπης μας. Ὄχι ὡς ἄτομα δηλαδή, ἀλλὰ ὡς μέλη τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας. Ὁ Θεὸς δὲν ἔπλασε ἄτομα, αὐτόνομα καὶ ἀνεξάρτητα. Μᾶς ἔπλασε, γιὰ νὰ γίνουμε πρόσωπα καὶκοινωνία προσώπων. Και οἱ μεγαλύτερες ἀρετές, ἂν μείνουν ἁπλῶς ἀτομικές, εἶναι μετοχὲς χωρὶς ἀντίκρυσμα ἐνώπιον τοῦΜεγάλου Κριτοῦ. Γιατί δὲν βρῆκαν τὴν πραγμάτωσή τους μέσα στὴν ἀνθρώπινη κοινωνία. Δὲν καταξιώθηκαν σὲ διακονίες. Ἔτσι λ.χ. ἡ γνώση εἶναι θεία εὐλογία, ὅταν ὅμως θηρεύεται γιὰ χάρη τοῦ συνανθρώπου, γιὰ τὴν διακονία τοῦ πλησίον. Τὸ ἴδιο καὶ ἡἐγκράτεια καὶ ἡ εὐλάβεια, καὶ ἡ νηστεία καὶ σύνολη ἡ ἄσκησή μας. Ἂν ὅλα αὐτὰ γίνονται γιὰ μία ἀτομικὴ δικαίωση καὶ ὄχι ὡς διακονία τῶν ἀδελφῶν, τῶν πλησίον, μᾶς ἐλέγχει ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ: «Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ματθ. θ΄ 13)! Ἀγάπη θέλω καὶὄχι τὴν θρησκευτικότητα, ποὺ ἀποβλέπει στὴν αὐτοέξαρση καὶ τὴν αὐτοπροβολή, ποὺ βλέπει τὸν τύπο ὡς πεμπτουσία τῆς εὐσέβειας.

. 3. Ὁ κόσμος ἔχει μάθει νὰ ἐξαγοράζει τὰ πάντα, ἀκόμη καὶ τὶς συνειδήσεις. Στὸ χῶρο ὅμως τῆς πίστεως δὲν ἰσχύει ὁνόμος αὐτός. Ἡ ἀτομικὴ εὐσέβεια δὲν μπορεῖ νὰ ἐξασφαλίσει θέση στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἂν δὲν γίνει πρῶτα ἐκκλησιαστική, ἂν δὲν συνοδεύεται δηλαδὴ ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης. Ὁ στίβος τοῦ χριστιανοῦ εἶναι καὶ ἡ κοινωνία καὶ ὄχι μόνο τὸ «ταμιεῖον». Εἰς τὸταμιεῖόν του καταφεύγει ὁ Χριστιανὸς γιὰ τὸν πνευματικό του ἀνεφοδιασμό. Ποτὲ ὅμως δὲν ἐξαντλεῖται ἡ πολιτεία του στὸν στενὸχῶρο τῆς ἀτομικότητάς του. Ἂν ἡ πνευματικότητά μας εἶναι ὀρθή, θὰ ὁδηγεῖ σὲ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη. Ἂς τὸ ἀκούσουμε μιὰ γιὰ πάντα: Τὸ ἐπιχείρημα τῶν γλυκανάλατων χριστιανῶν τῆς ἀνευθυνότητος καὶ τοῦ «λάθε βιώσας» δὲν ἔχει καμμιὰ δύναμη: «Κύτταξε τὴν ψυχή σου» δὲν σημαίνει τίποτε περισσότερο ἀπὸ δειλία καὶ ὑποχώρηση, ἂν δὲν συνοδεύεται καὶ ἀπὸ τὸ μοτίβο: «Πάλευσε γιὰ νὰφτιάξεις τὴν χριστιανική σου κοινωνία». Διαφορετικὰ εἴμαστε κατὰ λάθος ἀνάμεσα σὲ χριστιανούς. Ἡ θέση μας εἶναι κάπου στὴνἌπω Ἀνατολή, στὴ νέκρωση τοῦ νιρβάνα.

. 4. Αἰσθάνομαι ὅμως τὴν ἀνάγκη νὰ προλάβω στὸ σημεῖο αὐτὸ μιὰ ἀπορία. Ἂν κρινόμασθε βάσει τῆς ἔμπρακτης ἀγάπης μας, τότε ποῦ πηγαίνει ἡ πίστη; Ποιά σημασία ἔχει ὁ ὑπὲρ τῆς πίστεως καὶ τῆς καθαρότητος τοῦ δόγματος ἀγώνας; Ἂν δὲν ἔχει διαστάσεις αἰώνιες, τότε γιατί νὰ γίνεται;
. Κατὰ τὴν ὥρα τῆς κρίσεως ἡ πίστη, καὶ ὡς ἀφοσίωση καὶ ὡς διδασκαλία, δὲν ἀποκλείεται, ὅπως πιστεύουν ἐν πρώτοις πολλοί. Προϋποτίθεται. Κριτής μας εἶναι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Μας σώζει ἢ μᾶς κατακρίνει ἡ συμπεριφορὰ καὶ στάση μας ἀπέναντί Του. Γιατί, μᾶς διευκρινίζει, ὅτι στὸ πρόσωπό Του ἀναφέρεται κάθε πράξη μας πρὸς τὸν συνάνθρωπό μας, καλὴ ἢ κακή. Ἠθικάἀδιάφορες πράξεις δὲν ὑπάρχουν. Ἂν τονίζει σὰν κριτήριο τὴν ἀγάπη, δὲν σημαίνει πὼς θέλει ν᾽ ἀποκλείσει τὴν πίστη. Θέλει νὰπρολάβει ἀκριβῶς τὴν καταδίκη της πίστεως ἐκ μέρους μας σ᾽ ἕνα σύνολο θεωρητικῶν ἀληθειῶν χωρὶς ἀνταπόκριση καὶἐφαρμογὴ στὴν ζωή μας. Ὅπως ὁ κεκηρυγμένος ἄθεος καὶ ὁ συνειδητὸς ἀρνητὴς τῆς πίστεως μεταφράζει τὴν ἀθεΐα καὶ ἀπιστία του σὲ ἀντίθεα ἔργα, ἔτσι καὶ ὁ πιστὸς πρέπει νὰ κάμει τὴν πίστη του κινητήρια δύναμη τῆς ζωῆς του. Γιατὶ «ἡ πίστις χωρὶς τῶνἔργων» (Ἰακ. β΄ 20) τῆς ἀγάπης εἶναι νεκρά. Δὲν ἀποκλείει, λοιπόν, τὴν πίστη, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ἡ προϋπόθεση τοῦ ὀρθοῦ βίου καὶτῆς σωτηρίας. Ἀλλὰ καὶ κάτι περισσότερο. Ὄχι μόνο «ὁ μὴ πιστεύσας» (εἰς τὸν Χριστὸ) δὲν σώζεται, ἀλλὰ καὶ ὁ μὴ ὀρθῶς πιστεύσας. Ο Θεὸς δὲν εἶναι μόνο ἀγάπη, εἶναι καὶ ἀλήθεια (Ἰωάν. ιδ´ 6· Α´ Ἰωάν. δ´ 8· δ´ 16· ε´ 6) καὶ μάλιστα Αὐτοαλήθεια.Ὅποιος προδίδει τὴν ἀλήθεια προδίδει καὶ τὴν ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ «συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 6) συζεῖδηλαδὴ καὶ συνευδοκιμεῖ μὲ τὴν ἀλήθεια, δὲν ὑπάρχει χωρὶς αὐτήν. Νὰ λοιπὸν πῶς καταξιώνεται ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν καθαρότητα τοῦδόγματος. Γιατί εἶναι ἀγώνας γιὰ τὴν ἀγάπη, εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐκκλησιαστικὴ διακονία. Εἶναι ἀγώνας πρώτιστα κοινωνικός, γιατί γίνεται χάριν τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μείνει ἀνεπηρέαστος ἀπὸ τὴν πλάνη, ποὺ εἶναι πραγματικὴ αὐτοκτονία.

Ἀδελφοί μου!

. Ὅταν ὁ Χριστός μας ἀνέφερε τὴν παραβολὴ τῆς Κρίσεως, οἱ λόγοι του μποροῦσαν νὰ νοηθοῦν ὄχι μόνο σὲ συνάρτηση πρὸς τοὺς συγχρόνους του, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὅσους ἔζησαν πρὶν ἀπ᾽ Αὐτόν. Ὅσοι δὲν γνώρισαν τὸν Χριστό, μποροῦν νὰ ἔχουν λόγους νὰκριθοῦν μόνον γιὰ τὴν ἀγάπη τους, μολονότι ἀγάπη χωρὶς πίστη στὸν Θεὸ δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ ὑπάρχει. Ὅποιος εἰλικρινὰἀσκεῖ τὴν ἀγάπη «δέχεται» τὸν Θεό, ἔστω καὶ ἂν τὸν ἀγνοεῖ. Ὁ ἄπιστος δὲν δύναται νὰ ἔχει παρὰ μόνο φαινομενικὰ ἀγάπη. Καὶμόνο ἐκεῖ, ποὺ ὑπάρχει βάπτισμα καὶ «ἅγιο Πνεῦμα», εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρξει «τελεία ἀγάπη», ἀγάπη χριστιανική.
. Τὸ ζήτημα ὅμως πρέπει, νομίζω, νὰ τεθεῖ κατ᾽ ἄλλο τρόπο. Ὅταν ἐμεῖς σήμερα ἀκοῦμε τὴν παραβολή, δύο χιλιάδες χρόνια μετὰ τὴν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χωρίσουμε ἀπὸ τὴν ἀγάπη μας τὴν (ὀρθὴ) πίστη; ΤὸΕὐαγγέλιο λέγει καθαρά: «ὁ… μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ἰωάν. γ´ 18). Μετά τὴν ἔνσαρκη δηλαδὴ οἰκονομία ἡ κρίση εἶναι συνέπεια τῆς στάσης κάθε ἀνθρώπου ἔναντι τοῦ Χριστοῦ. Κριτήριο μένειἡ ἀγάπη. Ἀγάπη ὅμως ποὺπροϋποθέτει τὴν εἰς Χριστὸν πίστη. Γιατί αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή. Αὐτὴ μονάχα δικαιώνει καὶ σώζει…


Πηγή

Γ.ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ:ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ. ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ



Ο πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός, ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, σε συνέντευξή του στην Πεμπτουσία μιλά για την οικονομική κρίση αλλά και για την κατάσταση της Παιδείας σήμερα.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ




Oμιλία του Γέροντα Εφραίμ κατουνακιώτη περι προσευχής και δύναμης της ευχής κύριε ιησου Χριστέ ελέησόν με.

 

Με ένα πιάτο φακές, με δύο ελιές

 

Γράφει ο Νίκος Ξυδάκης

Ποιος θα φανταζόταν πριν από δυο-τρία χρόνια ότι ένα καλοστρωμένο τραπέζι,

προορισμένο να ευ­φράνει και να ενώσει ανθρώπους, στα μάτια του σημερινού

Έλληνα θα μπορούσε να προκαλέσει δεύτερες σκέψεις, να προκαλέσει ένα

κόμπιασμα,αισθήματα ενοχής. Ναι. ακόμη και ενοχή. Διότι σκέφτεσαι: αυτό που

έχω εγώ μπροστά μου για να το απολαύσω με οικείους και φίλους, άλλοι

συνάνθρωποι δεν το διαθέτουν, το στερούνται, δεν μπορούν καν να το διανοηθούν.

Αυτή είναι η πραγματικότητα, όσο κι αν την αποφεύγουμε: υπάρχουν συνάνθρωποι

πολλοί γύρω μας, νοικοκύρη­δες έως πρόσφατα, που δεν τους έλειπαν τα χρειώδη και

το κατιτίς παραπάνω, που τώρα στερούνται των αναγκαίων και υποφέρουν σιωπηλά.

Υποφέρουν όχι μόνο εξαιτίας της υλι­κής ένδειας, αλλά και λόγω της τρωθείσας

αξιοπρέπειας τους: διότι η φτώ­χεια ταυτίζεται λανθασμένα με την αναξιότητα και την

αναξιοπρέπεια.

Το αναποδογύρισμα του καιρού, των συνηθειών και των αξιών ας μας οδη­γήσει όμως

και σε άλλες σκέψεις, σε άλλη στάση. Τώρα μπορούμε ίσως να αποτιμήσουμε βαθύτερα

την αξία, ουσιαστική και συμβολική, του στρωμέ­νου τραπεζιού με τα αγαθά του Αβρα­άμ:

τίποτε δεν είναι αυτονόητο, τίπο­τε δεν δίδεται δωρεάν. Πόσο το σεβα­στήκαμε αυτό το

τραπέζι όταν το βλέ­παμε πληθωρικό μπροστά μας; Πόσο το τιμήσαμε και πώς το

μοιραστήκα­με; Τι είδους χαρά αντλήσαμε; Πώς μας βοήθησε να δίνουμε διαρκώς

πε­ριεχόμενο και νόημα στη ζωή μας; Τέτοια.

Ας τα σκεφτούμε, τώρα έστω. Αν σκεφτούμε, τότε ανοίγεται μια πολλαπλή δυνατότητα,

ανακουφιστική, σχεδόν απελευθερωτική: αφενός να κατανοήσουμε την κατάσταση του

στερημένου συνανθρώπου, να συμπονέσουμε και να βοηθήσουμε· όχι απλώςνα ελεήσουμε,

αλλά να διαμορφώσουμε συνθήκες τέτοιες που να μη λεί­πουν ποτέ τα χρειώδη από κανένα

τρα­πέζι. Αφετέρου να μετρήσουμε τις α­νάγκες μας με άλλο μέτρο: Πόσα πράγματι

χρειαζόμαστε για να χορτάσουμε και να χαρούμε; Η πλησμονή, ο πληθωρισμός,

η απληστία οδηγούν στη χαρά ή αντιθέτως στην ανηδονία και την ύβρη;

Τέλος, να υπερ­βούμε την ενοχή, που καθηλώνει και μουδιάζει καιαδρανοποιεί, εφό­σον

συνθέσουμε τα προειρηθέντα: το τραπέζι της Κυριακής και το τραπέζι το καθημερι­νό

εξακολουθούν να είναι πεδία συ­νεύρεσης και κοινωνίας, ικανοποίησης υλικών ανα­γκών,

αλλά και πηγή ψυχικής χαράς και πεδίο πολιτισμού.

Σε κάθε ιστορι­κή περίοδο, και την πιο ζοφερή, σε κάθε στιγμή του βίου, και την πιο δυσχερή

και πικρή, οι άνθρωποι σμίγουν γύρω από ένα τραπέζι, για νεκρόδειπνο και γαμήλιο γεύμα,

για κο­λατσιό δουλειάς και δείπνο συμφιλί­ωσης, για απόδειπνο στοχαστικό.

Με ένα πιάτο φακές, με δυο ελιές κι ένα τσούγκρισμα που ξορκίζει και εγκαρδιώνει.

Το τραπέζι είναι δικαίωμα οι­κουμενικό και διαρκές.

Η ένδεια ας μας φρονηματίσει, αλλά ας μη μας κά­νει ζαρωμένα ανθρωπάκια.

πηγή Γαστρονόμος

τεύχος Φεβρουάριος 2013

 

 

2019 onisimos.gr All rights reserved Developed by B.I.S