Η ένδεια είναι ευεργεσία του Θεού – Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος

α'. Ότι δια την υπερβολικήν αγάπην όπου έχει ο Θεός εις τους ανθρώπους έβαλεν αυτούς εις πολλά, και διάφορα περιστατικά.

β'. Και ότι η ένδεια είναι η ευεργεσία του Αγίου Θεού.

γ'. Και ότι εκείνος οπού φεύγει την ένδειαν, αποβάλλει τον χριστιανισμόν, και δεν θέλει να είναι χριστιανός.

δ'. Και ότι ανάγκη είναι να έχουν οι χριστιανοί θλίψεις και βάσανα.



Α’. Ο Θεός ο φιλάνθρωπος εσυγχώρησε να περικυκλώσουν τον άνθρωπον, άφ' ου εξέπεσεν από την χάριν του, φόβοι πολ­λοί, και διάφορα περιστατικά, και θλίψεις, και βάσανα. Και τον άφησε να ενοχλήται, και να ταράττεται από όλα τα μέρη, και να πολεμήται από τον ίδιον τον εαυτόν του. Η δε αιτία όπου το έκαμεν αυτό, είναι θαυμαστή, και γεμάτη από αγάπην, και αγαθότητα. Ότι καθώς ένας υπέρπλουτος άνθρωπος όπου να έχη υιόν αγαπητόν, και δια την πολλήν αγάπην όπου έχει εις αυτόν, δεν θέλει να ευρίσκη, ή να πέρνη άλλοθεν ο υιός του, μήτε φαγητά, μήτε πιοτά, μήτε φορέματα, μήτε υποδήματα, μήτε καμμίαν άλλην απόλαυσιν, και άνεσιν, αλλά θέλει να λαμβάνη όλα αυτά από τον πατέρα του μόνον, δια να ευρίσκεται πάντοτε κοντά του, και να ανα­παύεται εις τα γόνατά του.

Και αν ίσως καμμίαν φοράν συμβή να φύγη από τον πατέρα του ο υιός, και θελήση να πάρη από άλλον όλα του τα χρειαζόμενα, κάνει τρόπον ο πατήρ του, ή να μη τα ευρίσκη τελείως ο υιός του, ή αν τα ευρίσκη να τα λαμβάνη με κόπον, και πόνον, και θλίψιν. Μάλιστα παραγγέλλει ο πατήρ όλους όσοι είναι εις την εξουσίαν του, εάν ίδουν τον υιόν του όπου να περιπατή εδώ και εκεί μακριά από τον πατέρα του, να τον διώχνουν, και να τον λυπούν εις κάθε πράγμα, δια να γυρίση εξ ανάγκης, και μη θέλωντας εις τον πατέρα του, και να αναπαύετε εις αυτόν όπου τον ηγάπησε πολλά, μη ευρίσκωντας την ανάπαυσίν του εις άλλο μέρος.

Τοιουτωτρόπως έκαμε και ο Θεός εις τον άνθρωπον, δια να μην ευρίσκη ανάπαυ­σιν εις την παρούσαν ζωήν, και εις τα πράγματα του κόσμου, (ότι όλα αυτά είναι ματαιότης) και να αναγκάζεται να γυρίζη πάλιν προς τον αγαθόν Θεόν, και κύριον, και δεσπότην, και πατέρα, και προνοητήν, και κηδεμόνα, και λυτρωτήν, και σωτήρα του, και να ευρίσκε­ται κοντά του. Ώστε και αυτός ο άνθρωπος να ευρίσκη ανάπαυσιν, και ο Θεός, και πατήρ του να απολαμβάνηπάντοτε τον υιόν του, και να χαί­ρεται εις ούτον.

Ότι ο άνθρωπος πριν της παρα­βάσεως ήτον εις κάθε ευτυχίαν, και είχε μεγάλην ανάπαυσιν, και εχαίρετο μέσα εις τον παράδεισον, χωρίς καμμίαν θλίψιν, και λύπην, και μήτε ίξευρε παντελώς τι πράγμα είναι η λύπη. Όμως από τηναπροσεξίαν όπου είχε δια την μεγάλην ευτυχίαν του, ήλθεν εις επιθυμίαν να απολαύση εκείνα όπου ήσαν ανώτερα από λόγου του, και υπέρ την δύναμίν του, και ηθέλησε να γένη Θεός κατά την συμβουλήν του διαβόλου.

Δια τούτο παρευθύς, όπου ηθέλησε να επιχειρισθή τα αδύνατα, έχασεν εκείνην την μεγάλην ευτυχίαν, και ανάπαυσιν όπου είχε, και έγινεν ενδεής εις πολλά, και όσην πλουσιότητα είχε πρώτον, εις άλλην τόσην ένδειαν, και πτωχείαν εκατήντησεν ύστερον, και έλαβε την παίδευσιν της υπερηφανίας, από την οποίαν επαρακινήθη, και αυθαδίασε να επιχειρισθή εκείνο το μεγάλον, και τολμηρόν επιχείρημα. Ότι τρόπον τινά ωσάν να εχόρτασεν από την ευτυχίαν εκείνην όπου του εχάρισεν ο Θεός, και την εκαταφρόνησε πλέον, και ηθέλησε το ανώτερον.

Αφ' ου δε έγινεν ενδεής, δοκιμάζει κόπους πολ­λούς, και πόνους και μόχθους δια την χρείαν, και ένδειάν του, και μην έχωντας τα χρειαζόμενα, καθώς θέλει, λυπείται, και θλίβεται, και αδημονεί, και θέλωντας να μην ευρίσκεται εις ένδειαν, κάμνει μεγάλους αγώνας, δια να ζη πλουσιοπάροχα, και άπ' αυτήν την αιτίαν πα­ρακινούμενος, γίνεται κλέπτης, ή κρυφός, ή φα­νερός, και αδιάντροπος, πέρνωντας τα ξένα πράγματα, και πλεονέκτης, και άδικος, και άρπαξ, και ζηλεύει, και προδίδει, και κατηγορεί, και μάχεται, και φυλάττει έχθραν, και πολεμεί, και επιβουλεύεται, και κάνει εκοίκησιν, και φιλονεικά, και ψεύδεται, και κάνει όρκους, και φο­νεύει, και καταφρονεί και αυτόν τον Θεόν όπου του εδιώρισεν εις την παρούσαν ζωήν δια προσωρινήν κόλασιν, την ένδειαν, την οποίαν επροξένησεν εις το ανθρώπινον γένος η παράβασις του Αδάμ.

Και τοιουτωτρόπως κάμνωντας γί­νεται εχθρός του Θεού, και εναντιώνεται εις την προσταγήν του, όπου εδιώρισε να είναι ενδεής, και αυτός γίνεται πλούσιος, και ευτυχισμένος. Και δια τα πλούτη του γίνεται κενόδοξος, και υπερήφανος.Έπειτα τι ακολουθεί; το Κύριος υπερηφάνοις αντιτάσσεται, και καταντά το τέλος του εις την ομοίαν καταδίκην όπου ήλθε και ο διάβολος ο αποστάτης, του Θεού.

Β’. Πρέπει λοιπόν να ιξεύρωμεν, ότι την ένδειαν την έδωκεν ο Θεός δικαίως εις ημάς δια τιμωρίαν προσωρινήν, και δια τούτο πρέπει να την υπομένωμεν με ευχαριστίαν, δια να σύρωμεν εις τον εαυτόν μας με τούτο την ευσπλαγχνίαν, και το έλεος, και την πρόνοιαν του Θεού. Ότι εκείνον όπου αγαπά ο Κύριος τον παιδεύει, δια να ταπεινωθή με την παίδευσιν εκείνην της έν­δειας, και να μακρύνη από την υπερηφάνιαν.

Και μαστιγοί πάντα υιόν, ον παραδέχεται, με δια­φόρους αρρώστιας, και θλίψεις, δια να τον συμμαζώξη κοντά του, και να τον έχη μαζή του. Και δια τους αγώνας, και πόνους όπου υπομέ­νει με ευχαριστίαν, να τον στεφανώση με τον στέφανον της υπομονής, και να τον κάμη υιόν του θετόν. Διότι η παράβασις του Αδάμ δεν ακολούθησεν από άλλο τίποτε, παρά με το να είχεν όλα τα αγαθά με πλουσιότητα, και χωρίς κόπον. Δια τούτο κάθε ένας όπου σπουδάζει να αποφύγη την ένδειαν (την οποίαν δεν είναι δυ­νατόν να την αποφύγη τινάς ποτέ) φαίνεται πως εναντιώνεται εις τον Θεόν, και τρόπον τινά α­γωνίζεται να χαλάση την απόφασιν του Θεού όπου επρόσταξε να τρώγωμεν το ψωμί μας με τον ιδρώτα του προσώπου μας, έως όπου να αποθάνωμεν.

Επειδή λοιπόν εις την παρούσαν ζωήν εδόθη εις όλους τους ανθρώπους η ένδεια, ωσάν μία πρόσκαιρος κόλασις φυσική, εκείνος όπου αγωνίζεται να την αποφύγη θέλει καταντήσει εις την αιώνιον κόλασιν (1) ότι δεν είναι δυνατόν να αποφυγή τινάς με άλλον τρόπον την ένδειαν της παρούσης ζωής, έξω μόνον με αρ­παγάς, και αδικίας, και πλεονεξίας. Και η ευτυ­χία, και τα πλούτη, φυσικά προξενούν την υπερηφάνειαν, όπου είναι η αρχή της αμαρτίας, και δια να πέση κάτω να κρημνισθή η υπερηφάνια, πέρνει τον υπερήφανον εις την εξουσίαν της η αισχρουργία, ήγουν τον κυριεύουν τα σαρκικά πάθη, τα οποία προέρχονται από ανοησίαν και διαφθοράν ορθού λογισμού.

Γ’. Όθεν κάθε χριστιανός όπου πάσχει να αποφυγή την ένδειαν, είναι φανερόν πως δεν θέ­λει να είναι αληθινός χριστιανός. Ότι ο αλη­θινός χριστιανός είναι αδύνατον να είναι χωρίς, ένδειαν. Διατί ο Υιός και ο Λόγος του Θεού, και Θεός όπου έγινεν Άνθρωπος όμοιος με ημάς, δια να αναπλάση την ανθρωπίνην φύσιν, δεν εχάλασεν απλώς και ως έτυχε ταις απόφασές του, ήγουν την φθοράν, και τον θάνατον όπου έδωκε δια τιμωρίαν του Αδάμ, όπου παρέβη την εντολήν του· ότι και το, εν ιδρώτι του προ­σώπου σου φαγή τον άρτον σου· και το, γη, ει, και εις γην απελεύση, μένουν δια πάντα εις τους ανθρώπους. Άλλα κάνωντας εκείνους όπου πιστεύουν εις την ένσαρκον οικονομίαν του, κοι­νωνούς μετόχους της εδικής του δυνάμεως, ως Θεού δυνάμεως, και της εδικής του σοφίας, ως Θεού σοφίας, τοιουτωτρόπως εχάλασε ταις απόφασες όπου είπαμεν δια μέσου πολλών παθημά­των και θλίψεων, έως και δια του σταυρού ά­τιμου θανάτου, γενόμενος εις ημάς τύπος και παράδειγμα αυτός πρώτος ο Κύριος ημών Ιη­σούς Χριστός.

Ομοίως και οι Απόστολοι, και όλοι οι αληθινοί χριστιανοί λαμβάνοντες με την χάριν του Χριστού μεγάλην δύναμιν, υπομένουν μετά χαράς τας θλίψεις, και τους πειρασμούς, και καρποφορούν με πολλήν υπομονήν. Δια τούτο και οι Μάρτυρες δεν επαρακαλούσαν τον Χριστόν, να τους γλυτώση από τα παιδευτήρια, και τα βάσανα του μαρτυρίου, ούτε οι Ασκηταί εζητούσαν να τους ελευθερώση από τους πόνους, και μόχθους της ασκήσεως, αλλά επαρακαλούσαν να τους δώση υπομονήν πολλήν, και με υπομονήν μεγάλην αγωνίσθησαν τον αγώνα του μαρ­τυρίου, και της ασκήσεως, δια να λάβουν εις την μέλλουσαν ζωήν τον μισθόν κατά τον κόπον τους, δια τούτο και ο Θεός λέγεται Θεός τηςυπομονής και της μακροθυμίας.

Δ’. Λοιπόν εις κάθε θεοσεβή είναι αναγκαία κάθε θλίψις, και στενοχώρια, και λύπη. Ότι προ του να δοκιμάση τινάς  τους πειρασμούς δεν ημπορεί να τους καταλάβη, και να τους γνωρίση, καθώς πρέπει, αλλά όταν τους δοκιμάση, και τους γνωρίση, και ελευθερωθή από αυτούς, τότε ευχαριστεί εκείνον όπου τον ελευ­θέρωσε. Διατί εκείνος όπου είναι απείραστος, και δεν εδοκίμασε πειρασμούς, είναι αμελής εις το να ευχαριστή τον Θεόν, από τον οποίον φυλάττεται, και μένει απείραστος. Αμή οπόταν πέση εις πειρασμούς, και ελευθερωθή, τότε του ευχα­ριστεί πολλά. Ει δε και ευρεθή τινάς όπου να ευχαριστή τον Θεόν πάντοτε, χωρίς να δοκιμάση πειρασμούς, όμως δεν τον ευχαριστεί τόσον πολλά, και με τόσην προθυμίαν, με όσην τον ευχαριστεί εκείνος όπου ελευθερωθή από θλίψεις, και πειρασμούς.

Ώστε όπου αναγκαίον, και χρειαζόμενον είναι, να πέση κάθε χριστιανός εις πει­ρασμούς και θλίψες, και στενοχωρίαις, και λύπαις, δια να γνωρίση την δύναμιν του Θεού, και να τον ευχαριστή εξ όλης του της ψυχής, και εξ όλης του της διανοίας, και εξ όλης του της δυνάμεως. Και μάλιστα εκείνος όπου έχει άνεσιν, και δεν έχει πειρασμόν, είναι υποκείμε­νος εις δύω μεγάλα κακά. Το ένα όπου δεν ευ­χαριστεί τον Θεόν εξ όλης του ψυχής και καρ­δίας, και το άλλο όπου καταγίνεται ο νους του εις φροντίδας ματαίας, και ανωφελείς. Αν ίσως ο Αδάμ ευχαριστούσε τον Θεόν εις καιρόν, ό­που ευρίσκετο εις μεγαλωτάτην ανάπαυσιν, και ανεκλάλητον χαράν, βέβαια δεν ήθελε πλανηθή, μήτε ήθελε δεχθή ποτέ εκείνην την πονηράν συμβουλήν του διαβόλου, μήτε ήθελε επιθυμήση να γένη Θεός.

Δια τούτο και ημείς καθώς χρειαζόμεθα την αναπνοήν του αέρος, τοιουτωτρόπως χρειαζόμεθα και την ευχαριστίαν του Θεού, εάν θέλωμεν να μη πέσωμεν εις πειρασμούς, και θλί­ψεις, και λύπας. Όθεν ας ευχαριστούμεν, αδελ­φοί μου, εις όλα τον Θεόν, και ας υπομένωμεν αγογγύστως κάθε πειρασμόν, και θλίψιν, εν Χρι­στώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα εις τους αιώνας.

Αμήν


_____________

(1) Το αυτό λέγει και» ο μέγας Αθανάσιος εις τον περί παρθενίας λόγον. Ο έχων ανάπαυσιν εν τω κόσμω τούτω, την αιώνιον ανάπαυσιν μη ελπιζέτω λαβείν˙ η βασιλεία γαρ των ουρανών ουκ εστι των αναπαυομένων ενθάδε, άλλ' εκείνων εστί των εν θλίψη πολλή, και στενοχωρία διαξάντων τον βίον τούτον.


(ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ "ΤΑ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΑ", ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΣ. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ)



Πηγή









ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΕΙΣ ΧΡΙΣΤΟΝ ΠΙΣΤΕΩΣ

(Κυρ. τῆς Ἀπόκρεω)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ
[Ματθ. κε´ 31-46.]

ΑΓΑΠΗ ΝΑΙ· ΑΛΛΑ ΠΟΙΑ ΑΓΑΠΗ;

Ἁπὸ τὸ βιβλίο τοῦ πρωτ. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ
«ΕΚ ΦΩΤΟΣ»
Κηρυγματικὲς σκέψεις στὰ εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα

Ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»
Β´ ἔκδ., Θεσσαλονίκη 2009,
σελ. 286-291

«Ἑφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. κε´ 40).

. 1. Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἔρχεται νὰ μᾶς ὑπενθυμίσει μία μεγάλη ἀλήθεια. Τὴν περασμένη Κυριακὴ μίλησε τὸἱερὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ- Πατέρα, ποὺ περιμένει τὸ πλάσμα του νὰ ἐπιστρέψει. Αὐτὸ ὅμως δὲν πρέπει νὰ μᾶς κάμει νὰ ξεχάσουμε καὶ τὴν δικαιοσύνη Του. Ο Θεὸς δὲν εἶναι μονάχα στοργικὸς Πατέρας. Εἶναι καὶ δίκαιος Κριτής. «Οὔτε ὁ ἔλεος αὐτοῦ ἄκριτος, οὔτε ἡ κρίσις ἀνελεήμων», λέγει ὁ Μ. Βασίλειος. Θὰ κρίνει τὸν Κόσμο, μᾶς λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ μάλιστα ὄχι αὐθαίρετα, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὰ ἔργα μας. Μᾶς φέρνει, λοιπόν, ἡ σημερινὴ περικοπὴ ἐνώπιον τοῦ γεγονότος τῆς κρίσεως. Καὶλέμε «γεγονότος», γιατὶ ἡ παγκόσμια κρίση ἀποτελεῖ γιὰ τὴν πίστη μας ἐσχατολογικὴ βεβαιότητα καὶ πραγματικότητα, ποὺὁμολογεῖται σ αὐτὸ τὸ Σύμβολό μας ὡς ἐκκλησιαστικὴ πίστη: «Καὶ πάλιν ἐρχόμενον κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς…».
. Καλούμεθα, λοιπόν, σήμερα νὰ συνειδητοποιήσουμε τρία πράγματα. Πρῶτον, ὅτι Κριτής μας θὰ εἶναι ὁ Ι. Χριστός, ὡς Θεός. Σωτὴρ ὁ Χριστὸς ἀλλὰ καὶ Κριτής. Ἂν τὴν πρώτη φορὰ ἦλθε ταπεινὸς στὴν γῆ, «ἵνα σώςῃ τὸν κόσμον», τώρα θὰ ἔλθει «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ», ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον. Αὐτὸς ποὺ ἔγινε γιὰ μᾶς «κατάρα» πάνω στὸν Σταυρό, ἔχει κάθε δικαίωμα νὰ μᾶς κρίνει, ἂνἀφήσαμε νὰ μείνει μέσα μας καὶ στὴν κοινωνία μας ἀνενέργητη ἡ θυσία Του. Δεύτερον θὰ κρίνει ὄχι μόνο τοὺς Χριστιανούς, οὔτε μόνο τοὺς ἐθνικούς, ὅπως πίστευαν οἱ Ἑβραῖοι γιὰ τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ. Θὰ κρίνει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, χριστιανοὺς καὶ μή, πιστοὺς καὶ ἀπίστους. Τρίτον βάση τῆς κρίσεως, τὸ κριτήριο, θὰ εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἡ στάση μας δηλαδὴ ἀπέναντι στοὺς συνανθρώπους μας. Καθολικὴ – παγκόσμια ἡ κρίση, καθολικὸ – παγκόσμιο καὶ τὸ κριτήριο. Ὁ παγκόσμιος νόμος τῆς ἀνθρωπιᾶς, στὸν ὅποιο συναντῶνται ὅλοι, χριστιανοὶ καὶ μή. Καὶ ὅσοι ἐγνώρισαν τὸν Χριστὸ καὶ ὅσοι δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν γνωρίσουν καὶ γι᾽αὐτὸ ἔμειναν μακριὰ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιό Του. Στὸν νόμο αὐτό, δὲν ὑπάρχει χῶρος γιὰ προφάσεις καὶ δικαιολογίες. Ἡ πείνα, ἡ δίψα,ἡ γύμνια, ἡ ἀρρώστια, ἡ φυλακὴ βοοῦν, δὲν μποροῦν νὰ μείνουν κρυφά, γιὰ νὰ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἰσχυρισθεῖ κάποιος πὼς δὲν τὰπρόσεξε… Δὲν μπορεῖ νὰ τ᾽ ἀγνοήσει κανείς, χωρὶς προηγουμένως νὰ παύσει νὰ ἔχει συναισθήματα ἀνθρώπου, ἂν δὲν ἔχει τελείως «ἀχρειώσει», ἐξαθλιώσει, τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα του.

. 2. Τὸ συγκλονιστικὸ μεγαλεῖο καὶ τὴν φρικτότητα τῆς ὥρας τῆς Κρίσεως ζωγραφίζουν μὲ ὑπέροχα χρώματα οἱ ὕμνοι τῆςἡμέρας. «Ὤ, ποία ὥρα τότε! ὅταν… τίθωνται θρόνοι καὶ βίβλοι ἀνοίγωνται, καὶ πράξεις ἐλέγχωνται καὶ τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους δημοσιεύονται»! Εἶναι φρικτὴ καὶ ἡ ἁπλὴ σκέψη τῆς ὥρας τῆς κρίσεως, γιατί ὄχι μόνο ὑπενθυμίζει τὴν ἀνετοιμότητά μας νὰἐμφανισθοῦμε μπροστὰ στὸ βῆμα τοῦ φοβεροῦ Κριτοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι ἀποκαλύπτει τὴν τραγικότητα τῆς ζωῆς μας, τὴν ὁποία δαπανᾶμε μέσα σὲ ἔργα ματαιότητος, ποὺ δὲν ἀντέχουν στὸ φῶς τῆς αἰωνιότητος. Δὲν δικαιούμεθα ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ μας γιὰὅσα ὁ κόσμος θεωρεῖ μεγάλα καὶ σπουδαῖα: γνώσεις, θέσεις, τίτλους, ἀξιώματα, πλοῦτο, δόξα. Αὐτὰ ὅλα εἶναι δυνατὸν μάλιστα νὰὁδηγήσουν στὴν καταδίκη μας. Κρινόμεθα βάσει τῆς ἔμπρακτης ἐφαρμογῆς τῆς ἀγάπης μας. Ὄχι ὡς ἄτομα δηλαδή, ἀλλὰ ὡς μέλη τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας. Ὁ Θεὸς δὲν ἔπλασε ἄτομα, αὐτόνομα καὶ ἀνεξάρτητα. Μᾶς ἔπλασε, γιὰ νὰ γίνουμε πρόσωπα καὶκοινωνία προσώπων. Και οἱ μεγαλύτερες ἀρετές, ἂν μείνουν ἁπλῶς ἀτομικές, εἶναι μετοχὲς χωρὶς ἀντίκρυσμα ἐνώπιον τοῦΜεγάλου Κριτοῦ. Γιατί δὲν βρῆκαν τὴν πραγμάτωσή τους μέσα στὴν ἀνθρώπινη κοινωνία. Δὲν καταξιώθηκαν σὲ διακονίες. Ἔτσι λ.χ. ἡ γνώση εἶναι θεία εὐλογία, ὅταν ὅμως θηρεύεται γιὰ χάρη τοῦ συνανθρώπου, γιὰ τὴν διακονία τοῦ πλησίον. Τὸ ἴδιο καὶ ἡἐγκράτεια καὶ ἡ εὐλάβεια, καὶ ἡ νηστεία καὶ σύνολη ἡ ἄσκησή μας. Ἂν ὅλα αὐτὰ γίνονται γιὰ μία ἀτομικὴ δικαίωση καὶ ὄχι ὡς διακονία τῶν ἀδελφῶν, τῶν πλησίον, μᾶς ἐλέγχει ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ: «Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ματθ. θ΄ 13)! Ἀγάπη θέλω καὶὄχι τὴν θρησκευτικότητα, ποὺ ἀποβλέπει στὴν αὐτοέξαρση καὶ τὴν αὐτοπροβολή, ποὺ βλέπει τὸν τύπο ὡς πεμπτουσία τῆς εὐσέβειας.

. 3. Ὁ κόσμος ἔχει μάθει νὰ ἐξαγοράζει τὰ πάντα, ἀκόμη καὶ τὶς συνειδήσεις. Στὸ χῶρο ὅμως τῆς πίστεως δὲν ἰσχύει ὁνόμος αὐτός. Ἡ ἀτομικὴ εὐσέβεια δὲν μπορεῖ νὰ ἐξασφαλίσει θέση στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἂν δὲν γίνει πρῶτα ἐκκλησιαστική, ἂν δὲν συνοδεύεται δηλαδὴ ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης. Ὁ στίβος τοῦ χριστιανοῦ εἶναι καὶ ἡ κοινωνία καὶ ὄχι μόνο τὸ «ταμιεῖον». Εἰς τὸταμιεῖόν του καταφεύγει ὁ Χριστιανὸς γιὰ τὸν πνευματικό του ἀνεφοδιασμό. Ποτὲ ὅμως δὲν ἐξαντλεῖται ἡ πολιτεία του στὸν στενὸχῶρο τῆς ἀτομικότητάς του. Ἂν ἡ πνευματικότητά μας εἶναι ὀρθή, θὰ ὁδηγεῖ σὲ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη. Ἂς τὸ ἀκούσουμε μιὰ γιὰ πάντα: Τὸ ἐπιχείρημα τῶν γλυκανάλατων χριστιανῶν τῆς ἀνευθυνότητος καὶ τοῦ «λάθε βιώσας» δὲν ἔχει καμμιὰ δύναμη: «Κύτταξε τὴν ψυχή σου» δὲν σημαίνει τίποτε περισσότερο ἀπὸ δειλία καὶ ὑποχώρηση, ἂν δὲν συνοδεύεται καὶ ἀπὸ τὸ μοτίβο: «Πάλευσε γιὰ νὰφτιάξεις τὴν χριστιανική σου κοινωνία». Διαφορετικὰ εἴμαστε κατὰ λάθος ἀνάμεσα σὲ χριστιανούς. Ἡ θέση μας εἶναι κάπου στὴνἌπω Ἀνατολή, στὴ νέκρωση τοῦ νιρβάνα.

. 4. Αἰσθάνομαι ὅμως τὴν ἀνάγκη νὰ προλάβω στὸ σημεῖο αὐτὸ μιὰ ἀπορία. Ἂν κρινόμασθε βάσει τῆς ἔμπρακτης ἀγάπης μας, τότε ποῦ πηγαίνει ἡ πίστη; Ποιά σημασία ἔχει ὁ ὑπὲρ τῆς πίστεως καὶ τῆς καθαρότητος τοῦ δόγματος ἀγώνας; Ἂν δὲν ἔχει διαστάσεις αἰώνιες, τότε γιατί νὰ γίνεται;
. Κατὰ τὴν ὥρα τῆς κρίσεως ἡ πίστη, καὶ ὡς ἀφοσίωση καὶ ὡς διδασκαλία, δὲν ἀποκλείεται, ὅπως πιστεύουν ἐν πρώτοις πολλοί. Προϋποτίθεται. Κριτής μας εἶναι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Μας σώζει ἢ μᾶς κατακρίνει ἡ συμπεριφορὰ καὶ στάση μας ἀπέναντί Του. Γιατί, μᾶς διευκρινίζει, ὅτι στὸ πρόσωπό Του ἀναφέρεται κάθε πράξη μας πρὸς τὸν συνάνθρωπό μας, καλὴ ἢ κακή. Ἠθικάἀδιάφορες πράξεις δὲν ὑπάρχουν. Ἂν τονίζει σὰν κριτήριο τὴν ἀγάπη, δὲν σημαίνει πὼς θέλει ν᾽ ἀποκλείσει τὴν πίστη. Θέλει νὰπρολάβει ἀκριβῶς τὴν καταδίκη της πίστεως ἐκ μέρους μας σ᾽ ἕνα σύνολο θεωρητικῶν ἀληθειῶν χωρὶς ἀνταπόκριση καὶἐφαρμογὴ στὴν ζωή μας. Ὅπως ὁ κεκηρυγμένος ἄθεος καὶ ὁ συνειδητὸς ἀρνητὴς τῆς πίστεως μεταφράζει τὴν ἀθεΐα καὶ ἀπιστία του σὲ ἀντίθεα ἔργα, ἔτσι καὶ ὁ πιστὸς πρέπει νὰ κάμει τὴν πίστη του κινητήρια δύναμη τῆς ζωῆς του. Γιατὶ «ἡ πίστις χωρὶς τῶνἔργων» (Ἰακ. β΄ 20) τῆς ἀγάπης εἶναι νεκρά. Δὲν ἀποκλείει, λοιπόν, τὴν πίστη, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ἡ προϋπόθεση τοῦ ὀρθοῦ βίου καὶτῆς σωτηρίας. Ἀλλὰ καὶ κάτι περισσότερο. Ὄχι μόνο «ὁ μὴ πιστεύσας» (εἰς τὸν Χριστὸ) δὲν σώζεται, ἀλλὰ καὶ ὁ μὴ ὀρθῶς πιστεύσας. Ο Θεὸς δὲν εἶναι μόνο ἀγάπη, εἶναι καὶ ἀλήθεια (Ἰωάν. ιδ´ 6· Α´ Ἰωάν. δ´ 8· δ´ 16· ε´ 6) καὶ μάλιστα Αὐτοαλήθεια.Ὅποιος προδίδει τὴν ἀλήθεια προδίδει καὶ τὴν ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ «συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 6) συζεῖδηλαδὴ καὶ συνευδοκιμεῖ μὲ τὴν ἀλήθεια, δὲν ὑπάρχει χωρὶς αὐτήν. Νὰ λοιπὸν πῶς καταξιώνεται ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν καθαρότητα τοῦδόγματος. Γιατί εἶναι ἀγώνας γιὰ τὴν ἀγάπη, εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐκκλησιαστικὴ διακονία. Εἶναι ἀγώνας πρώτιστα κοινωνικός, γιατί γίνεται χάριν τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μείνει ἀνεπηρέαστος ἀπὸ τὴν πλάνη, ποὺ εἶναι πραγματικὴ αὐτοκτονία.

Ἀδελφοί μου!

. Ὅταν ὁ Χριστός μας ἀνέφερε τὴν παραβολὴ τῆς Κρίσεως, οἱ λόγοι του μποροῦσαν νὰ νοηθοῦν ὄχι μόνο σὲ συνάρτηση πρὸς τοὺς συγχρόνους του, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὅσους ἔζησαν πρὶν ἀπ᾽ Αὐτόν. Ὅσοι δὲν γνώρισαν τὸν Χριστό, μποροῦν νὰ ἔχουν λόγους νὰκριθοῦν μόνον γιὰ τὴν ἀγάπη τους, μολονότι ἀγάπη χωρὶς πίστη στὸν Θεὸ δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ ὑπάρχει. Ὅποιος εἰλικρινὰἀσκεῖ τὴν ἀγάπη «δέχεται» τὸν Θεό, ἔστω καὶ ἂν τὸν ἀγνοεῖ. Ὁ ἄπιστος δὲν δύναται νὰ ἔχει παρὰ μόνο φαινομενικὰ ἀγάπη. Καὶμόνο ἐκεῖ, ποὺ ὑπάρχει βάπτισμα καὶ «ἅγιο Πνεῦμα», εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρξει «τελεία ἀγάπη», ἀγάπη χριστιανική.
. Τὸ ζήτημα ὅμως πρέπει, νομίζω, νὰ τεθεῖ κατ᾽ ἄλλο τρόπο. Ὅταν ἐμεῖς σήμερα ἀκοῦμε τὴν παραβολή, δύο χιλιάδες χρόνια μετὰ τὴν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χωρίσουμε ἀπὸ τὴν ἀγάπη μας τὴν (ὀρθὴ) πίστη; ΤὸΕὐαγγέλιο λέγει καθαρά: «ὁ… μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ἰωάν. γ´ 18). Μετά τὴν ἔνσαρκη δηλαδὴ οἰκονομία ἡ κρίση εἶναι συνέπεια τῆς στάσης κάθε ἀνθρώπου ἔναντι τοῦ Χριστοῦ. Κριτήριο μένειἡ ἀγάπη. Ἀγάπη ὅμως ποὺπροϋποθέτει τὴν εἰς Χριστὸν πίστη. Γιατί αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή. Αὐτὴ μονάχα δικαιώνει καὶ σώζει…


Πηγή

Γ.ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ:ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ. ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ



Ο πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός, ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, σε συνέντευξή του στην Πεμπτουσία μιλά για την οικονομική κρίση αλλά και για την κατάσταση της Παιδείας σήμερα.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ




Oμιλία του Γέροντα Εφραίμ κατουνακιώτη περι προσευχής και δύναμης της ευχής κύριε ιησου Χριστέ ελέησόν με.
2019 onisimos.gr All rights reserved Developed by B.I.S