Στίγμα και σύγχρονες κοινωνίες: Στάσεις του Δήμου Αθηναίων απέναντι σε κοινωνικά ευάλωτες ομάδες

 

 

 


Αν δεν μπορείτε να διαβάσετε άρθρο κάντε κλικ εδώ.
Εάν η ήπειρος της Ευρώπης παραμείνη γνωστή με κάτι εις την ιστορίαν του πλανήτου τούτου, θα μείνη, πιθανόν, με το ότι εγνώριζε να επινοή πολυάριθμα προβλήματα και δεν ήτο εις θέσιν να λύση ούτε εν κύριον πρόβλημα, προς όφελος ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους. Εδώ ανήκουν πρωτίστως τα λεγόμενα κοινωνικά προβλήματα. Η επιθυμία να τα λύσουν, έχει γίνει μανία σχεδόν όλων των Ευρωπαίων και όλων των πνευματικών απογόνων των. Αλλά επιτρέψατέ μου την ερώτησιν: Ποιός τα λύει χωρίς το πύρ και την μάχαιραν, χωρίς την Ιεράν Εξέτασιν και την εσχάραν της;
Ο Ευρωπαίος άνθρωπος ίσταται περιπλεγμένος, συγκεχυμένος και μανιασμένος ενώπιον των κοινωνικών προβλημάτων, όπως και ενώπιον του προβλήματος του ανθρώπου. Διατί; Διότι τα προβλήματα της κοινωνίας, όταν συνοψισθούν εις τα βασικά στοιχεία των, δεν είναι άλλο παρά το πρόβλημα του ανθρώπου, πολλαπλασιασθέν με τον αριθμό όλων των ατόμων εκ των οποίων αποτελείται η κοινωνία.
Ο άνθρωπος, ακριβώς επειδή είναι άνθρωπος, είναι μέλος του κοινωνικού οργανισμού, εις τον οποίον εισφέρει το ψυχοφυσικόν περιεχόμενόν του και την προβληματικήν του. Η προβληματική όμως και του ανθρώπου και της ανθρωπότητας είναι κατά βάσιν η αυτή. Τα προβλήματα της αληθείας και της δικαιοσύνης, της ζωής και του θανάτου, του καλού και του κακού, της αθανασίας και της αιωνιότητας.του ουρανού και της γης, βασανίζουν και τον άνθρωπον και την ανθρωπότητα. Πρώτον όμως τον άνθρωπο ως άτομο και έπειτα την ανθρωπότητα ως σύνολον.
Εκ τούτου εξάγεται φυσικώ τω τρόπω το συμπέρασμα: Εκείνος ο οποίος θα λύση το πρόβλημα του ανθρώπου, θα έχη λύσει και το πρόβλημα της κοινωνίας, της κάθε κοινωνίας, από την πλέον πολυάριθμη έως την πλέον ολιγάριθμον' από την οικογένεια έως την ανθρωπότητα.
Λόγω της λύσεως και του προβλήματος του ανθρώπου και του προβλήματος της κοινωνίας, ουμανιστικώ τώ τρόπω, εις την Ευρώπην έπιπτον εις δύο ακρότητας: ή ο άνθρωπος υφίστατο υποτίμησιν και κακοποίησιν, παραγκωνισμόν και εξόντωσιν χάριν της κοινωνίας, ή η κοινωνίαν χάριν του ανθρώπου. Εις τον γυμνόν ανθρωπισμόν της Ευρώπης, ο οποίος έχει θρησκευτικές ρίζες (το αλάθητο του Πάπα, το οποίο εις τον Προτεσταντισμόν εξελίσσεται εις το αλάθητο του κάθε ατόμου), το πρωτείον το απέκτησε το άτομον. Η κοινωνία, η έχουσα το άτομον ως το κριτήριο και την αφετηρία της, δεν είναι τίποτε άλλο παρά οργανωμένη ικανοποίηση των ατομικών συμφερόντων, δηλαδή νομιμοποιηθείσα τέρψις του ανθρωπίνου εγωισμού. Διά τούτο είναι εντελώς φυσικόν να ατιμάζεται η ανθρώπινη προσωπικότης διά της επιβολής του ατόμου ως εγωϊστικού κοινωνικού συνόλου και η κοινωνία διά της επιβολής του ατόμου ως εγωϊστικής μονάδος. Και τα δύο αυτά αλληλοσυγκρουόμενα δόγματα του δυτικού πολιτισμού, τα οποία επιβάλλονται fero ignique (διά πυρός και σιδήρου) τώρα και ολοκλήρους αιώνας εις την ανθρωπότηταν ως η σωτηρία της. Ημείς όμως θέλομεν την πλήρη δικαιοσύνην και διά τον άνθρωπον και διά την κοινωνίαν, την δικαιοσύνην η οποία θα τηρή πάντοτε την ισορροπίαν μεταξύ των θείων αξιών του ανθρώπου, και όλων των πολύτιμων και αμεταθέτων αξιών της κοινωνίας. Ημείς θέλομεν κοινωνίαν εις την οποία θα διαφυλαχθή το απαραβίαστον του ανθρωπίνου προσώπου και το θείον μεγαλείον του, εις την οποίαν ο άνθρωπος δεν θα υποτιμάται, δεν θα παραμορφούται, δεν θα νανοποιήται, δεν θα μηχανοποιήται, δεν θα ρομποτοποιήται προς όφελος της ταξικής διακρίσεως, του έθνους και του  κράτους, της κουλτούρας και του πολιτισμού, της επιστήμης και της θρησκείας. Ημείς θέλομεν κοινωνίαν εις την οποίαν το πρόσωπον και η κοινωνία συμπληρώνονται, υποβοηθούνται, αυξάνονται και τελειοποιούνται αμοιβαίως’ κοινωνίαν εις την οποίαν έκαστος είναι πνευματικώς ενωμένος με όλους και οι πάντες με έκαστον, εις την οποίαν ο καθείς ζη δι’ όλων και με την βοήθειαν όλων, αλλά και πάντες ζουν δι’ εκάστου και με την βοήθειαν εκάστου. Τούτο δε σημαίνει ότι ημείς θέλομεν μίαν κοινωνίαν, η οποία παρουσιάζεται και είναι εις οργανισμός, εν σώμα, τα δε μέλη της είναι οργανικά μέρη ενιαίου συνόλου’ συ είσαι οφθαλμός, εκείνος χέρι, εγώ πόδι, ώστε ουδείς δύναται να ειπή: δεν σε χρειάζομαι, είμαι δυνατός χωρίς εσένα. Διά να εργάζεται η χειρ, έχει ανάγκη από τον οφθαλμόν να την οδηγή και από τον πόδα να την φέρη’ επίσης διά να βλέπη ο οφθαλμός έχει ανάγκη από την χείρα να τον τρέφη και τον πόδα να τον φέρη’ και πάλιν, διά να περπατή ο πους έχει ανάγκη από τον οφθαλμόν να τον οδηγή και την χείρα να συνεργάζεται με αυτόν. Όλοι είμεθα μέλη του οργανισμού της κοινωνίας, μικροί και μεγάλοι, ορατοί και αόρατοι, μέλη όμως τα οποία ζουν το εν μετά του άλλου και διά του άλλου’ έκαστος συνεργάζεται με όλους και όλοι με έκαστον. Ιδού εις το σώμα: διά να αυξάνη μία τρίχα εις την κεφαλήν, συνεργάζεται με αυτήν όλο το σώμα’ αλλά και η τρίχα με την ιδιαίτερη λειτουργία της είναι αναγκαία διά το σώμα, διότι προφυλάσσει την κεφαλήν και είναι σοφός αγωγός του ιδρώτος. Προσέξατε επίσης το ανθρώπινο σώμα: μέσα του έχουμε το καλύτερον παράδειγμα κοινωνίας, φιλίας, συνεργασίας, συμβιώσεως, διακονίας του άλλου, του πλησίον, έκαστον μέλος διακονεί όλα τα μέλη και όλα τα μέλη έκαστον.

Τον μικρόν δάκτυλον της χειρός υπηρετεί το τόσον λεπτόν όργανον, ο οφθαλμός, και το ακόμη λεπτότερον, ο εγκέφαλος’ αλλά και ο δάκτυλος υπηρετεί και τον οφθαλμόν και τον εγκέφαλον. Όσον σπουδαιότερον είναι το όργανον μέσα εις το σώμα τόσο υπευθυνοτέραν υπηρεσίαν εκτελεί και είναι υπηρέτης παντός μικροτέρου από αυτό εις το σώμα. Η καρδιά είναι το πλέον σπουδαίο όργανον μέσα εις το σώμα, ταυτοχρόνως δε και ο μεγαλύτερος υπηρέτης του σώματος, αυτή ακαταπαύστως διακονεί έκαστον μόριον κεχωρισμένως και όλον το σώμα ομού.
Να μη σας παραξενεύη τούτο, τοιαύτη είναι η σύστασις του σώματος: ότι είναι μεγαλύτερον μέσα του, είναι μεγαλύτερον διά να υπηρετή το μικρότερόν του. Δεν βλέπετε ότι η ταπείνωσις είναι η κύρια αρετή, η οποία ρυθμίζει όλας τας αμοιβαίας σχέσεις μέσα εις το ανθρώπινον σώμα! Το μεγαλύτερον ταπεινούται ενώπιον του μικροτέρου και το υπηρετεί’ το δε ακόμη μεγαλύτερον περισσότερο ταπεινούται! Ούτω πρέπει να συμβαίνη και εις την επιθυμητήν και ιδεώδη κοινωνίαν: ο μεγαλύτερος να διακονή τον μικρότερον, ο μορφωμένος τον αγράμματον, ο σοφός τον απλούν, ο πλούσιος τον πτωχόν’ ο περισσότερο μέγας είναι μέγας με το ότι είναι εκούσιος διάκονος πάντων. Όλα γίνονται συμφώνως προς εκείνον τον φυσικόν άμα και θείον νόμον του Θεανθρώπου: «ος εάν θέλη εν υμίν μέγας γενέσθαι, έσται υμίν διάκονος, και ος εάν θέλη εν υμίν είναι πρώτος, έσται υμών δούλος». (Ματθ 20,26-27). Διατί; Διότι τούτο είναι νόμος και διά τον πλέον τέλειον άνθρωπον, τον Θεάνθρωπον Χριστόν, ο οποίος ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούνται την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών (Ματθ 20,28). Και πράγματι, υπάρχει μεγαλύτερος διάκονος του ανθρωπίνου γένους από τον πράον Θεάνθρωπον; «Εγώ δε ειμί εν μέσω υμών ως ο διακονών» (Λουκ. 22, 27), λέγει εις τους οπαδούς του’ ως διάκονος ο οποίος διακονεί αυτούς με ταπείνωσιν, τους διδάσκει την θείαν Αλήθειαν, την θείαν Δικαιοσύνην, την θείαν Αγάπη, την θείαν Αγαθοσύνη, την θείαν Δύναμιν, διά να μπορέσουν να γνωρίσουν και να νικήσουν την αμαρτίαν, το κακόν και τον θάνατον και να γίνουν, με θείον τρόπον, αγαθοί, αθάνατοι, αιώνιοι. Όχι μόνο ως σαρκωθείς άνθρωπος, αλλά και ως Θεός Λόγος. Ούτος ακαταπαύστως διακονεί τους ανθρώπους, διά του ηλίου, διά του αέρος, διά του φωτός, δι’ ολοκλήρου της φύσεως, διά του σύμπαντος’ τους διακονεί αδιαλείπτως και ταπεινώς, μόνον και μόνον διά να τους μάθη τούτον τον ύψιστον κοσμικόν και φυσικόν θείον νόμον, ότι δηλαδή το μεγαλύτερο διακονεί το μικρότερον, και μάλιστα με χαρά και αγαθότητα. Διά τούτο το θεανθρώπινό Του στόμα είπε περί του νόμου τούτου τα εξής: «ο μείζων εν υμίν γινέσθω ως ο νεώτερος, και ο ηγούμενος ως ο διακονών… ότι πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. 22,26.18,14).
Εις την πραγματικότητα ολόκληρον το Ευαγγέλιο του Θεανθρώπου, από την αρχή μέχρι το τέλος, ουδέν άλλο είναι παρά τελεία εικονογράφησις και ακαταμάχητος μαρτυρία αυτού του κοσμικού θείου νόμου ή μάλλον παν- νόμου.

Δεν σας φαίνεται ότι δι’ αυτού του ευαγγελικού παννόμου ο Θεάνθρωπος λύει κατά ιδεώδη και πραγματικόν τρόπον ταυτοχρόνως και το πρόβλημα του ανθρώπου και το πρόβλημα της ανθρωπότητας, αλλά και το πρόβλημα της κοινωνίας; Διότι και ο άνθρωπος και η ανθρωπότης, και το πρόσωπον και η κοινωνία, όχι μόνο είναι εκ μιάς και της αυτής ψυχοφυσικής «ύλης», αλλ’ όλα τα διαπερνά εις και ο αυτός σκοπός, μία και η αυτή τελεολογία ρέει διά μέσου πάντος ότι αποτελεί την ουσίαν των. Εάν τυχόν δεν έχουν τον αυτόν σκοπόν, τότε μεταξύ τους υπάρχει αγεφύρωτος άβυσσος και διασπώνται από ανειρηνεύτους αντιθέσεις. Μόνον η ενότης του σκοπού και του τέλους δίδει την δυνατότητα ιδεώδους λύσεως και του προβλήματος του ανθρώπου και του προβλήματος της ανθρωπότητος και του προβλήματος του προσώπου και του προβλήματος της κοινωνίας. Αλλά, ποιού σκοπού; Ασφαλώς όχι του εφημέρου και προσκαίρου, καιροσκοπικού, περιστασιακού, ωφελιμιστικού, αλλά αιωνίου, αθανάτου, του σκοπού του αποφασίζοντος την μοίραν του ανθρώπου και ακολουθούντος το ανθρώπινον είναι εις όλους τους κόσμους εντός των οποίων αυτό κινείται. Είναι εκείνος ο αθάνατος σκοπός, τον οποίον έθεσεν ο Θεάνθρωπος, αντλών αυτόν εκ της θεοειδούς ουσίας της ανθρωπίνης φύσεως. Εις τι έγκειται ο σκοπός αυτός; Ιδού εις τι; Να σαρκωθή ο Θεός και όλαι αι θείαι τελειότητες εις τον άνθρωπον και την ανθρωπότηταν, εις το πρόσωπον και την κοινωνίαν.
Είναι άραγε τούτο δυνατόν; Ότι όντως είναι δυνατόν το μαρτυρούν δύο ακαταμάχητοι λόγοι: πρώτον το ότι ο άνθρωπος είναι θεοειδές ον’ δεύτερον το ότι ο Θεός Λόγος εσαρκώθη εις τον άνθρωπο και ως Θεάνθρωπος έδειξε ότι είναι θείω τω τρόπω τέλειος και ιδεώδης, και ανθρωπίνως πραγματικός και φυσικός άνθρωπος, μέσα εις τον οποίον εσαρκώθη ο Θεός με όλας τας θείας τελειότητάς του. Και ακόμη περισσότερον, ο Θεάνθρωπος έφερε και μοιράζει εις τους ανθρώπους τας θείας αρετάς και δυνάμεις, ώστε να δύναται έκαστος άνθρωπος, εάν θελήση, να σαρκώση εις τον εαυτόν του τον Θεόν και τας θείας τελειότητας. Πραγματοποιούντες τον σκοπόν αυτόν, οι άνθρωποι μεταβάλλονται εις αθάνατα όντα και γίνονται μέλη της αθανάτου θεανθρώπινης κοινωνίας, δηλαδή της θεανθρωπότητος. Όπως εκ του ανθρώπου, λογικώς και φυσικώς γεννάται και αναπτύσσεται η ανθρωπότης, ούτω και εκ του Θεανθρώπου, πάλιν λογικώς και φυσικώς, γεννάται και αναπτύσσεται η θεανθρωπότης. Εις την κοινωνίαν αυτή του Θεανθρώπου οι άνθρωποι ζουν και συμπεριφέρονται ως αθάνατα όντα, και δη συμφώνως προς τους ευαγγελικούς νόμους, οι οποίοι ισχύουν και εις αυτόν και εις τον άλλον κόσμον. Η κοινωνία δε αυτή, η μοναδική επί του πλανήτου τούτου, των αληθινών αθανάτων και αληθινών θεοφόρων και των κοπιώντων τουλάχιστον να γίνουν τοιούτοι, ουδέν άλλο είναι παρά το θεανθρώπινον σώμα του Χριστού, η αγία Εκκλησία Του.
Αναπνεύσατε ολίγον, ήδη ευρισκόμεθα εις τα Άγια των Αγίων της θεανθρώπινης φιλοσοφίας και κοινωνίας. Τούτο είναι καινή, θεανθρώπινη κοινωνία, ουδόλως ομοιάζουσα με εκείνας τας οποίας σας προσφέρει, θεωρητικώς και πρακτικώς, η ουμανιστική κοινωνιολογία του Ευρωπαίου ανθρώπου. Εις αυτήν την θεναθρωπίνην κοινωνίαν όλα συνοψίζονται εις το ζωηφόρον Πρόσωπον του Θεανθρώπου Χριστού. Αυτός είναι η ύψιστη αξία και το ύψιστο αγαθόν. Όλαι αι άλλαι αξίαι, και ατομικαί και κοινωνικαί, πηγάζουν εξ αυτής, ως αι ακτίνες εκ του ηλίου.
Το αντιλαμβάνεστε ότι ομιλώ περί της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας ως θεανθρώπινης κοινωνίας. Ποιά είναι η ουσία της; Ο Θεάνθρωπος Χριστός. Διά τούτο παν ότι είναι ορθόδοξο έχει θεανθρώπινο χαρακτήρα: και η συνείδηση και η αίσθηση και η θέληση και η σκέψη και η ζωή και η κοινωνία. Ο Θεός είναι παντού πρώτος, ο δε άνθρωπος δεύτερος' ο Θεός οδηγεί, ο άνθρωπος χειραγωγείται' ο Θεός εργάζεται, ο άνθρωπος συνεργάζεται. Εδώ δεν πρόκειται περί ενός υπερφυσικού, αφηρημένου, φανταστικού Θεού, αλλά περί Θεού της πλέον άμεσης ιστορικής πραγματικότητας, περί Θεού ο οποίος έγινε άνθρωπος, έζησε μέσα εις τας κατηγορίας της ιδικής μας ανθρώπινης ζωής και εφανερώθη παντού με χειροπιαστόν και οφθαλμοφανή τρόπον ως απολύτως αναμάρτητος, απολύτως άγιος, απολύτως αληθινός. Διά τούτο και η κοινωνία την οποίαν ωργάνωσεν είναι τόσον αληθινή και τόσον πραγματική. Και πράγματι, η Εκκλησία ως κοινωνία δεν είναι τίποτα άλλο τι παρά θαυμαστός θεανθρώπινος οργανισμός, εις τον οποίον διά της συνεργασίας της θείας χάριτος και της ελευθερίας της ανθρώπινης εργασίας, ενούται και θεανθρωποποιείται το παν, εκτός της αμαρτίας. Εις αυτόν τον θεανθρώπινον οργανισμόν της Εκκλησίας έκαστος πιστός είναι ωσάν ζων κύτταρον, το οποίο αποβαίνει συστατικόν μέρος του και ζη εκ της ζωηφόρου θεανθρωπίνης δυνάμεώς του.
Ιδού αι βασικαί αρχαί της ορθοδόξου φιλοσοφίας της κοινωνίας: η Εκκλησία ως η μόνη αληθινή κοινωνία είναι πρωτίστως θεανθρώπινος  οργανισμός και έπειτα θεανθρώπινος οργάνωσις. Εκ τούτου έπεται λογικώς και το θεανθρώπινον έργον της μέσα εις τον κόσμον: παν ότι είναι του Θεανθρώπου πρέπει να ενσαρκωθή εις τον άνθρωπον και την ανθρωπότητα. Πρέπει δηλαδή να ενσαρκωθή η αγάπη του Χριστού, η ενοποιούσα τα πάντα, η δικαιοσύνη του Χριστού, η αγαθωσύνη του Χριστού, η σοφία του Χριστού, η ταπείνωσις του Χριστού, και εν γένει όλαι αι αρεταί του Χριστού. Διότι διά μέσου αυτών ο Χριστός ενοικεί εις τον άνθρωπον και ενσαρκούται εν αυτώ. Εις τοιούτος άνθρωπος ζη διά του Χριστού, σκέπτεται διά του Χριστού, αισθάνεται εν τω Χριστώ, εργάζεται διά του Χριστού, κοινωνεί με τους άλλους ανθρώπους εις όλα τα επίπεδα της ζωής εν τω Χριστώ. Κατά τον λόγον του Αποστόλου: "πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ" (Φιλ. 4,13). Ο άνθρωπος της ορθοδόξου πίστεως ζων εις τον θεανθρώπινον οργανισμόν της Εκκλησίας ζη πάντοτε εν κοινωνία, "συν πάσι τοις αγίοις" (Εφ. 3,18), οι οποίοι βοηθούν αυτόν μυστικώ τω τρόπο εις την πραγμάτωσιν των ευαγγελικών εντολών. Ως εκ τούτου, το ορθόδοξον μέλος της Εκκλησίας έχει ζώσαν αίσθησιν, ότι η ζωή του είναι η αυτή με την ζωήν όλων των άλλων ανθρώπων και ότι έχει μίαν πίστιν με τους Αποστόλους, τους Μάρτυρας και τους Αγίους όλων των αιώνων. Έχει ακόμη την ζώσαν αίσθησιν ότι όλοι αυτοί ζουν αιωνίως, ακόμη δε ότι και εκείνον και αυτούς τους διαπερά μία και η αυτή θεανθρωπίνη δύναμις, μία και η αυτή θεανθρωπίνη ζωή, μία και η αυτή θεανθρωπίνη αλήθεια. Εις την Εκκλησίαν ως κοινωνίαν το παρελθόν είναι πάντοτε παρόν, διότι ο Θεάνθρωπος Χριστός, ο Οποίος είναι "χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας" ζη αδιακόπως εις το θεανθρώπινον σώμα Του με την αυτήν αλήθειαν, με την αυτήν αγιότητα, με το αυτό αγαθόν, με την αυτήν ζωήν, και κάμνει ολόκληρον το παρελθόν διαρκές παρόν. Διά τούτο ο άνθρωπος της ορθοδόξου πίστεως δεν είναι ποτέ μόνος του, αλλά πάντοτε εις κοινωνίαν με όλα τα άλλα μέλη της Εκκλησίας και με όλα τα όντα. Όταν αυτός κάμη κάποιαν σκέψη, την κάμνει με φόβο και ένθεον τρόμον, διότι γνωρίζει ότι εις την πράξιν του αυτήν συμμετέχουν μυστηριωδώς όλοι οι Άγιοι. Οι Ορθόδοξοι κατά τούτο είναι Ορθόδοξοι: ότι έχουν ακαταπαύστως την αίσθησιν της θεανθρωπίνης καθολικότητος, θερμαινόμενοι με αυτήν και φυλαττόμενοι με προσευχήν και ταπείνωσιν. Δεν κηρύττουν ποτέ τους εαυτούς των, δεν καυχώνται ποτέ διά τον άνθρωπον, δεν ικανοποιούνται ποτέ με τον γυμνόν ανθρωπισμόν και δεν ειδωλοποιούν ποτέ τον ουμανισμόν. Εις όλας τας οδούς των ομολογούν και κηρύττουν τον Θεάνθρωπον, όχι τον άνθρωπον. Διατί; Διότι γνωρίζουν ότι ο άνθρωπος και η ανθρώπινη κοινωνία χωρίς τον Λόγον ως την άφθαρτον ένωσιν και ενότητά των, τρέχον ασυγκρατήτως προς την αλογίαν και προς τον ζόφον του μη είναι, ή μάλλον του "φεύ είναι".
(σελίδες 166-175)
ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΒΕΛΙΓΡΑΔΙΟΥ Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ
«ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ»
ΕΚΔΟΣΙΣ: ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ ΤΣΕΛΙΕ
ΒΑΛΙΕΒΟ - ΣΕΡΒΙΑ

 


Τα βάσανα στη ζωή μας, η υπομονή, η αποδοχή, η θεραπεία του ελέους του Θεού

Κυριακή του Παραλύτου

(Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

«λα τ βάσανα πο ποφέρουν νθρωποι κα λαο δν εναι τίποτ’ λλο, παρ πλούσια θεραπεία πο παρέχει σ νθρώπους κα θνη τ λεος το Θεο, γι ν τος σώσει π τν αώνιο θάνατο».

 


Μακάριος είναι ο άνθρωπος που υπομένει όλα τα λυπηρά αυτής της ζωής με καρτερία κι ελπίδα στο Θεό. Γι’ αυτόν η κάθε μέρα θα είναι μήνας στον ουρανό, ενώ στον άπιστο θα μοιάζει με χρόνο ολόκληρο. Γιατί ο άπιστος χαίρεται μόνο όταν δεν υποφέρει· κι όταν υποφέρει, το κάνει χωρίς υπομονή κι ελπίδα στο Θεό και δυσανασχετεί.
Μακάριος είναι ο άνθρωπος που δε γογγύζει όταν υποφέρει, αλλ’ εξετάζει τις αιτίες με υπομονή κι ελπίδα στο Θεό. Πού θα βρει τις αιτίες που τον κάνουν να υποφέρει αυτός που πάσχει;

Θα τις βρει είτε μέσα του είτε στους γονείς του και στους γείτονές του. Ο βασιλιάς Δαβίδ υπόφερε για τις δικές του αμαρτίες. Ο Ροβοάμ για τις αμαρτίες τού πατέρα του, του βασιλιά Σολομώντα. Οι προφήτες υπόφεραν για τις αμαρτίες των συμπατριωτών τους.

Αν αυτός που πάσχει έψαχνε διεξοδικότερα και βαθύτερα τις αιτίες των βασάνων του, πού θα τις έβρισκε; Σίγουρα θα τις συναντούσε στηνολιγοπιστία του προς το Θεό ή σε κάποιο σκοτεινό και κακό πνεύμα, σ’ ένα μαύρο σκοτάδι χωρίς φως ή στη στοργική και θεραπευτική πρόνοια του Θεού. Εδώ θα βρει τις αιτίες που τον κάνουν να υποφέρει εκείνος που ψάχνει διεξοδικότερα και βαθύτερα. Ο Αδάμ κι η Εύα υπόφεραν από την ολιγοπιστία τους στο Θεό· ό δίκαιος Ιώβ από το σκοτεινό και κακό πνεύμα τής πονηρίας· ο τυφλός νέος άνθρωπος, που ο Χριστός άνοιξε τα μάτια του,για τη δόξα τού Θεού και για τη δική του αιώνια ανταπόδοση.

Ο συνειδητός άνθρωπος είναι λογικό ν’ αναζητήσει τις αιτίες που τον βασανίζουν
μέσα του, ενώ ο ανόητος κατηγορεί πάντα τους άλλους. Ο συνειδητός άνθρωπος θυμάται όλες τις αμαρτίες που έκανε από παιδί. Τις θυμάται με φόβο Θεού και περιμένει να πληρώσει γι’ αυτές. Έτσι όταν τον βρουν βάσανα, είτε αυτά προέρχονται από τους φίλους ή τους εχθρούς του, από τους ανθρώπους ή από τα πονηρά πνεύματα, αργά ή γρήγορα θα γνωρίσει τις αιτίες, γιατί τις αναζητεί μέσα του. Ο ανόητος άνθρωπος όμως είναι επιλήσμων, ξεχνά όλες τις αδικίες του. Κι όταν συναντήσει δυσκολίες οργίζεται πολύ και ρωτάει με κατάπληξη: Γιατί εγώ να έχω πονοκέφαλο, γιατί εγώ να χάνω όλα τα λεφτά μου, γιατί τα δικά μου παιδιά να πεθαίνουν; Και με την ανοησία και το μένος που τον δέρνουν, δαχτυλοδείχνει κάθε ύπαρξη στη γη ή στον ουρανό. Όλοι τους είναι υπεύθυνοι για τα βάσανά του, εκτός από τον εαυτό του - τον μόνο πραγματικά υπεύθυνο.

Μακάριος είναι ο άνθρωπος που επωφελείται απ’ όλα τα βάσανά του, γνωρίζοντας πως όλ’ αυτά τα επιτρέπει ο Θεός με την αγάπη Του για τον άνθρωπο, για τη δική του ωφέλεια. Με το έλεός του ο Θεός επιτρέπει να επισκεφτούν τον άνθρωπο βάσανα για τις αμαρτίες τουΜε το έλεός Του το κάνει αυτό, όχι με τη δικαιοσύνη ΤουΑν ενεργούσε με τη δικαιοσύνη Του, τότε κάθε αμαρτία αναπόφευκτα θά ’φερνε θάνατο, όπως λέει κι ο απόστολος: «Η δε αμαρτία αποτελεσθείσα αποκύει θάνατον» (Ιακ. α' 15). Κι ο Θεός αντί για θάνατο χαρίζει θεραπεία μέσ’ από τα βάσαναΤα βάσανα είναι ο τρόπος που χρησιμοποιεί ο Θεός για να θεραπεύσει τη λέπρα τής αμαρτίας και του θανάτου.

Μόνο ο ανόητος άνθρωπος σκέφτεται πως τα βάσανα είναι κακό. Ο συνειδητός άνθρωπος γνωρίζει πως τα βάσανα δεν είναι κάτι κακό αλλά η φανέρωση του κακού, η θεραπεία τουΠραγματικό κακό για τον άνθρωπο είναι μόνο η αμαρτίαΕκτός αμαρτίας δεν υπάρχει τίποτα κακό. Όλα τ’ άλλα που οι άνθρωποι αποκαλούν κακά δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά το πικρό φάρμακο που θεραπεύει το κακό. Όσο πιο άρρωστος πνευματικά είναι ο άνθρωπος, τόσο πικρότερο είναι το φάρμακο που του δίνει ο γιατρός.

Μερικές φορές ο άρρωστος νομίζει πως το φάρμακο είναι χειρότερο και πιο πικρό από την ίδια την αρρώστια
. Το ίδιο γίνεται και με τον αμαρτωλό. Τα βάσανα είναι βαρύτερα και πιο πικρά από την αμαρτία που έκανε. Αυτό όμως είναι απάτη, μια πολύ μεγάλη αυταπάτη. Δεν υπάρχει στον κόσμο βάσανο τόσο σκληρό και τόσο ολέθριο όσο η αμαρτίαΌλα τα βάσανα που υποφέρουν άνθρωποι και λαοί δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά η πλούσια θεραπεία που παρέχει σε ανθρώπους και έθνη το έλεος του Θεού, για να τους σώσει από τον αιώνιο θάνατο. Κάθε αμαρτία, επομένως, όσο μικρή κι αν είναι, αναπόφευκτα την ακολουθεί θάνατος, αν το έλεος του Θεού δεν επιτρέψει την επίσκεψη της αρρώστιας, για να συνεφέρει τον άνθρωπο από τη μέθη τής αμαρτίας. Γιατί η θεραπεία που ακολουθεί τον πειρασμό, προέρχεται από την ευεργετική δύναμη του Αγίου και Ζωοποιού Πνεύματος.

Ίσως ισχυριστείς: «Ο άνθρωπος φοβάται τα βάσανα επειδή φοβάται το θάνατο. Μπορούν τα βάσανα ν’ απομακρύνουν το θάνατο;» Τί είναι αυτό που οδηγεί το σώμα στο θάνατο; Η αρρώστια ή το φάρμακο; Σίγουρα η αρρώστια, όχι το φάρμακο. Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν δεν είναι τα βάσανα που οδηγούν την ψυχή στο θάνατο αλλά η αμαρτία, που φέρνει την αρρώστια στον άνθρωπο και το θάνατο στην ψυχή. Η αμαρτία είναι ο σπόρος τού θανάτου, ένας φριχτός σπόρος, που αν δεν ξερριζωθεί έγκαιρα με τα βάσανα και δεν καεί με το πυρ του Αγίου Πνεύματος, θ’ αναπτυχθεί και θα καλύψει ολόκληρη την ψυχή και θα την κάνει δοχείο θανάτου, όχι ζωής.

Είναι σαφές λοιπόν πως τον πόνο πρέπει να τον αντιμετωπίσεις με υπομονή κι ελπίδα στο Θεό, με ευχαριστία, με χαρά. «Όσας έδειξάς μοι θλίψεις πολλάς και κακάς, λέει ο προφήτης Δαβίδ στο Θεό, και επιστρέψας εζωοποίησάς με, και εκ των αβύσσων τής γης πάλιν ανήγαγές με... ψαλώ σοι εν κιθάρα, ο άγιος του Ισραήλ, αγαλλιάσονται τα χείλη μου, όταν ψάλω σοι, και η ψυχή μου, ην ελυτρώσω» (Ψαλμ. ο' 20-23). Ο απόστολος Πέτρος συμβουλεύει τους πιστούς: «αλλά καθό κοινωνείτε τοις του Χριστού παθήμασι, χαίρετε» (Α'Πέτρ. δ' 13). Αυτό σημαίνει πως πρέπει να χαιρόμαστε συνειδητά, ταπεινά, με υπομονή και πραότητα. Κι αυτό για την κάθαρση των αμαρτιών μας, για καινή ζωή, για να κατοικήσει μέσα και γύρω μας ο Χριστός. Όταν ο Ιερός Χρυσόστομος πέθαινε στην εξορία, βασανισμένος και περιφρονημένος από τους ανθρώπους, τα τελευταία λόγια που ψέλισε, ήταν: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν».


(Σημείωση ΑΛΛΗΣ ΟΨΕΩΣ: «Η τοποθέτηση του Αγίου Νικολάου σχετικά με τα αποτελέσματα της αμαρτίας και την σχέση των βασάνων και της θεραπευτικής τους επίδρασης στην ψυχή του ανθρώπου, συμφωνεί με το πνεύμα πολλών Πατέρων της Εκκλησίας μας που έχουν γράψει σχετικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Περί ακουσίων θλίψεων» του Αγ. Μάρκου του Ασκητού. Αξίζει να διαβαστεί από κάθε πιστό ΕΔΩ»)

***

Η Αγία Γραφή κι η εκκλησιαστική ιστορία μάς προσφέρουν τα μεγαλύτεραπαραδείγματα υπομονής σε βάσανα πρωτάκουστα στους ανθρώπους. Τοσημερινό ευαγγέλιο περιγράφει ένα τέτοιο παράδειγμα μεγάλης και μακρόχρονης υπομονής στον πόνο. Κι όχι μόνο αυτό. Κάνοντας την περιγραφή τού δύστυχου ανθρώπου που ήταν παράλυτος για τριάντα οκτώ χρόνια, με υπομονή κι ελπίδα, το ευαγγέλιο μας αποκαλύπτει ταυτόχρονα ή μάλλον μας διαβεβαιώνει για δύο μεγάλα μυστήρια. Το πρώτο είναι πως ο άνθρωπος αυτός, που ήταν τόσα χρόνια άρρωστος, χρωστούσε την αιτία τής αρρώστιας του στον ίδιο, στην αμαρτία του. Το δεύτερο είναι πως ο παντοδύναμος Κύριος Ιησούς θε­ράπευσε τον άρρωστο με τη θεϊκή του δύναμη, λέγοντας τα εξής: «έγειρε, άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει» (Ιωάν. ε' 8). Με τα λόγια αυτά αποκαλύφτηκαν για μια ακόμα φορά η θεϊκή αγάπη Του για το ανθρώπινο γένος κι η θεϊκή Του δύναμη, που επιφανειακά καλύπτονταν με το παραπέτασμα της ανθρώπινης σάρκας.

Εκείνο τον καιρό «ανέβη ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα, έστι δε εν τοις Ιεροσολύμοις επί τη προβατική κολυμβήθρα, η επιλεγόμενη Εβραϊστί Βηθεσδά, πέντε στοάς έχουσα» (Ιωάν. ε' 1,2). Πριν πάει στα Ιεροσόλυμα ο Κύριος βρισκόταν στη Γαλιλαία. Στην αγία πόλη πήγε για τη γιορτή. Δεν είναι εύκολο να συμπεράνουμε ποια ήταν η γιορτή αυτή. Ήταν το Πάσχα, η Πεντηκοστή ή η γιορτή τού Καθαρισμού; Δε μας είναι απαραίτητο όμως να γνωρίζουμε. Αν ήταν κάτι ουσιαστικό, ο ευαγγελιστής θα το είχε ξεκαθαρίσει.

Η Προβατική Κολυμβήθρα ή Βηθεσδά, πήρε τ’ όνομά της από τη γειτονική Προβατική Πύλη (βλ. Νεεμ. α' 1, 32), απ’ όπου περνούσαν τα πρόβατα που προορίζονταν για θυσία, για να τα πλύνουν πρώτα στην κολυμβήθρα. Η κολυμβήθρα αυτή υπάρχει ακόμα στην Ιερουσαλήμ, αν και ερειπωμένη και δε χρησιμοποιείται πια. Την εποχή τού ευαγγελιστή όμως η κολυμβήθρα ήταν σε χρήση, γι’ αυτό και χρησιμοποιεί ενεστώτα χρόνο: έστι δε εν τοις Ιεροσολύμοις επί τη προβατική κολυμβήθρα.

Γύρω από την κολυμβήθρα υπήρχαν πέντε στεγασμένοι χώροι, για να φιλοξενούν τους πολλούς αρρώστους ανθρώπους που κατέφευγαν εκεί για να θεραπευτούν. «Εν ταύταις κατέκειτο πλήθος πολύ των ασθενούντων, τυφλών, χωλών, ξηρών, εκδεχομένων την του ύδατος κίνησιν. άγγελος γαρ κατά καιρόν κατέβαινεν εν τη κολυμβήθρα, και εταράσσετο το ύδωρ· ο ουν πρώτος εμβάς μετά την ταραχήν τού ύδατος υγιής εγίνετο ω δήποτε κατείχετο νοσήματι» (Ιωάν. ε' 3-4). Σ’ αυτόν τον περίεργο τόπο μαζεύονταν απ’ όλα τα μέρη άνθρωποι που υπόφεραν από διάφορες αρρώστιες, για να βρουν τη θεραπεία που μάταια είχαν αναζητήσει από ανθρώπους σε άλλους τόπους. Το νερό αυτό δεν είχε από μόνο του θεραπευτικές ιδιότητες. Ήταν απλό φυσικό νερό με μίγματα μεταλλικά. Η θεραπευτική ιδιότητά του ήταν θεϊκή, προερχόταν από ουράνιες δυνάμεις. Κι αυτό είναι σαφές από το γεγονός ότι τις θεραπευτικές αυτές ιδιότητες τις αποκτούσε από καιρό σε καιρό, μόνο όταν με τη θεία πρόνοια άγγελος του Θεού κατέβαινε και τάραζε το νερό.

Τί περίεργη, τί δραματική σκηνή! Φανταστείτε τους χώρους στις πέντε στοές να κατακλύζονται από τους πιο απελπισμένους και πονεμένους ανθρώπους που έρχονταν από παντού! Φανταστείτε πέντε χώρους γεμάτους πόνο, θλίψη, δάκρυα και διαγκωνισμούς. Γύρω τους υπήρχε μια πόλη γεμάτη κόσμο που αναζητούσε την άνεση, κυνηγούσε τον πλούτο κι αγωνιζόταν ν’ αποκτήσει δόξα, τιμές κι εξουσία, υπήρχαν άνθρωποι που τόσο με το σώμα όσο και με την ψυχή τους ήταν σα νά ’παιζαν κωμωδία. Εδώ όμως υπήρχε η αγωνία τού θανάτου που ήταν κοντά κι ο μοναδικός τόπος όπου ήταν όλα τα μάτια γυρισμένα: το νερό. Κι ο μοναδικός που περίμεναν: ο άγγελος. Μία και μοναδική η επιθυμία τους: να θεραπευτούν.

Τί αξία έχει η υγεία για σάς; θα τους ρωτούσε κανείς. Μήπως για χάρη τής παγκόσμιας αυτής κωμωδίας, ψυχικής και σωματικής, που παίζεται γύρω σας; Δεν είναι αρκετή αυτή που παίζεται παντού, χωρίς τη δική σας συμμετοχή; Ή μήπως για να υπηρετήσετε το Θεό; Μα δεν υπηρετούν το Θεό εκείνοι που υπομένουν τα πάντα για χάρη Του με υπομονή κι ελπίδα; Ή μήπως αναζητείτε την υγεία μόνο για την υγεία και τη ζωή μόνο για τη ζωή; Μα ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. Όταν ο Θεός σάς έστειλε στον κόσμο αυτόν, τό ’κα­νε για κάποιο σκοπό. Όταν σας έδωσε την υγεία, είχε κάποιο σκοπό. Λέει ο Ιώβ: «Ουχί πειρατήριόν εστιν ο βίος ανθρώπου επί της γης και ώσπερ μισθίου αυθημερινού η ζωή αυτού;» (Ιώβ ζ' 1). Ο άνθρωπος που υπηρετεί στο στρατό πρέπει να εκπαιδεύεται για να μάχεται και να νικά. Αν είναι μισθοφόρος, περιμένει την αμοιβή του όταν τελειώσει η υπηρεσία του. Ζωή όμως για χάρη τής ζωής, επίγεια ζωή για χάρη τής επίγειας ζωής και υγεία για χάρη τής υγείας, σημαίνουν ζωή άσκοπη και υγεία άσκοπη. Στην ουσία μιλάμε για ζωή και υγεία για χάρη τής κωμωδίας τής αμαρτίας. Κι αυτό είναι σαν δίκοπο μαχαίρι που μπήγεται στο στομάχι.

Πέντε στοές γεμάτες με ανάπηρους· τί περίεργος χώρος για την άσκηση της υπομονής και της ελπίδας στο Θεό! Τί περίεργη, τί ζωντανή εικόνα! Τί παράδοξη και ψηλαφητή απεικόνιση της κατάστασης όπου δαπανούν τη ζωή και την υγεία τους όλοι οι κάτοικοι τής πόλης! Και για ποιό σκοπό; Για ν’ αγοράσουν αμαρτία, να μαζέψουν αμαρτία.

Οι πέντε στοές στην Προβατική Κολυμβήθρα έχουν καταρρεύσει εδώ και πολλά, πάρα πολλά χρόνια. Μη νομίζετε όμως πως η ιστορία τής ανθρώπινης θλίψης και της φτώχειας που κείτεται θαμμένη στα ερείπιά της έχει τελειώσει.Μη νομίζετε πως αυτή είναι μια μεμονωμένη ιστορία, πως βρίσκεται μακριά από σας και πως δεν έχει τίποτα κοινό με τη δική σας ζωή. Δεν έχει υποπέσει στις αισθήσεις σας συγκεντρωμένος πόνος και θλίψη, δάκρυα και στεναγμοί, αμαρτία κι ανομία, πονηρές και κακές σκέψεις, τυφλές επιθυμίες και άνομα πάθη, ατελέσφορες προσπάθειες και φρούδες ελπίδες; Αχ Βηθεσδά, Βηθεσδά, πόσο παγκόσμια είσαι! Σε σένα ο άγγελος τού Θεού εκείνη την εποχή λειτουργούσε σαν τον ποιμένα που σώζει ένα ένα τα χαμένα πρόβατά του, ωσότου εμφανιστεί ο Ποιμήν των πάντων, αγγέλων κι ανθρώπων. Ένας σιωπηλός άγγελος, υπηρέτης τού Δημιουργού του, τάραζε το νερό για να πλύνει το άρρωστο πρόβατο από τη μόλυνση της αμαρτίας. Κι όταν κατέβηκε σε σένα ο καλός Ποιμένας, ο σαρκωμένος Λόγος τού Θεού, με το δημιουργικό λόγο Του απομάκρυνε την αμαρτωλή μόλυνση και σε άδειασε. Αυτός ήταν ο Καλός Ποιμένας. Γι’ αυτό το λόγο η κολυμβήθρα αυτή προφητικά είχε ονομαστεί προβατική. «Τα πρόβατα τής φωνής αυτού ακούει, και τα ίδια πρόβατα καλεί κατ' όνομα και εξάγει αυτά... και τα πρόβατα αυτώ ακολου­θεί, ότι οίδασι την φωνήν αυτού» (Ιωάν. ι΄ 3, 4). Τα πρόβατα ακούνε τη φωνή τού Καλού Ποιμένα.

«Ην δέ τις άνθρωπος εκεί τριάκοντα και οκτώ έτη έχων εν τη ασθενεία αυτού. τούτον ιδών ο Ιησούς κατακείμενον, και γνούς ότι πολύν ήδη χρόνον έχει, λέγει αυτώ· θέλεις υγιής γενέσθαι; απεκρίθη αυτώ ο ασθενών· Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω, ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ, βάλη με εις την κολυμβήθραν· εν ω δε έρχομαι εγώ, άλλος προ εμού καταβαίνει» (Ιωάν. ε' 5-7). Ο παντογνώστης Κύριος είχε δει από πριν κι από μακριά ποιός τον ζητούσε, ποιός τον είχε ανάγκη. Δεν πέρασε τυχαία από τη λίμνη για να πάει στη χώρα των Γαδαρηνών, για παράδειγμα, όπως ίσως νόμιζαν οι σύντρο­φοί Του. Εκείνος γνώριζε πως εκεί βρίσκονταν δύο άνθρωποι δαιμονισμένοι που έπρεπε να τους θεραπεύ­σει. Ούτε βρέθηκε τυχαία στην πόλη τής Ναΐν την ώρα που μετέφεραν το νεκρό γιό τής χήρας. Εκείνος προγνώριζε πως εκεί τον περίμενε ένα μεγάλο έργο, σ’ εκείνον τον τόπο κι εκείνη την ώρα. Με τον ίδιο τρόπο δε βρέθηκε τυχαία στην Ιερουσαλήμ για τη γιορτή, όποια κι αν ήταν αυτή, ούτε και βρέθηκε πάλι από τύχη ή από περιέργεια στο χώρο των πέντε στοών, στο χώρο τού πόνου και της θλίψης. Όλα έγιναν σύμφωνα με την ακριβή προόρασή Τουγια τον τόπο και το χρόνο. Είναι φανερό πως στην Ιερουσαλήμ δεν ήρθε για τη γιορτή, όπως νόμιζαν οι μαθητές Του, αλλά για τον άρρωστο άνθρωπο, γι’ αυτό που έμελλε να του προσφέρει.

Ο συγκεκριμένος παράλυτος άνθρωπος ήταν πολύ-πολύ άρρωστος. Μια αρρώστια που κρατάει τριάντα οκτώ μέρες, στους ανθρώπους μοιάζει ατέλειωτη. Τί να πούμε τώρα για μια αρρώστια που κρατάει τριάντα οκτώ χρόνια; Το πόσο γρήγορα ή αργά περνάει η αρρώστια, εξαρτάται από τη δική μας στάση, από τη δική μας διάθεση. Οι χαρούμενες ώρες έχουν φτερά, περνάνε γρήγορα. Οι ώρες του πόνου όμως είναι άπτερες, συχνά δεν έχουν ούτε πόδια και περνάνε πολύ αργά. Για έναν παράλυτο άνθρωπο, φαίνεται νά ‘χει παραλύσει κι ο ίδιος ο χρόνος. Ο χρόνος για εκείνον μοιάζει ακίνητος, όπως είναι κι ο ίδιος. Αν το χρόνο αυτό των τριάντα οκτώ ετών τον πολλαπλασιάσεις τουλάχιστο με το τρία, θα πλησιάσεις περίπου το χρόνο του ανθρώπου που είναι υγιής, κινητικός, δημιουργικός και χαρούμενος. Ο παραλυτικός είχε ζήσει τόσο όσο ζει ο υγιής άνθρωπος, για έναν αιώνα, και μάλιστα κατάκοιτος, στο κρεβάτι του. Αντί να τον κυνηγάει ο χρόνος, τον κυνηγούσε αυτός, τον έσπρωχνε.

Τί ηρωική υπομονή είχε ο άνθρωπος αυτός! Τί υπεράνθρωπες προσπάθειες θα κατέβαλε για να συρθεί ως την κολυμβήθρα τη στιγμή που ο άγγελος του Θεού τάραζε το νερό! Τί σταθερή ελπίδα είχε στη θεραπεία του από μέρα σε μέρα, από χρόνο σε χρόνο, ακόμα κι από δεκαετία σε δεκαετία! Μ’ όλο που ο άνθρωπος αυτός υπέφερε τόσο πολύ για τις αμαρτίες του, δεν μπορούμε παρά να τον θαυμάζουμεΌταν τον φέρνουμε στο νου μας, δεν μπορεί παρά να σκεφτόμαστε τόσους αδύναμους χαρακτήρες -άνδρες και γυναίκες, νέους και νέες- στις μέρες μας που, αν και υφίστανται πολύ λιγότερη πίεση, σηκώνουν τα χέρια τους, παραιτούνται από τη ζωή κι αναχωρούν για την άλλη αυτόχειρες.

«Θέλεις υγιής γενέσθαι;», τον ρώτησε ο μοναδικός φίλος που έσκυψε ποτέ κοντά του, στο κρεβάτι του, τα τριάντα οκτώ αυτά χρόνια. «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω», του απάντησε ο άρρωστος. Ο τυφλός έχει κάποιον οδηγό, ο ανάπηρος έχει συγγενείς, ο αδύνατος έχει φίλους. Εγώ δεν έχω κανέναν στον κόσμο ολόκληρο να με λυπηθεί και να με βάλει στο νερό τη στιγμή που παίρνει τη θεραπευτική δύναμη. Την ώρα που προσπαθώ να συρθώ στο νερό άλλος προλαβαίνει, μπαίνει πρώτος και θεραπεύεται κι εγώ πρέπει να ξανακάνω την ίδια επώδυνη προσπάθεια για να γυρίσω στο κρεβάτι μου. Κι αυτό γίνεται για τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια τώρα. Δεν έχω ούτε χρήματα ούτε υπηρέτη.

Ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους στην Ιερουσαλήμ, από τους άνεργους ως τους πλούσιους και δυνατούς, δεν υπάρχει ούτε ένας και μοναδικός για ν’ απλώσει το χέρι του και να σε βοηθήσει για χάρη της ψυχής του; Δεν μπορούσε τουλάχιστο να στείλει τον υπηρέτη του και να σε βοηθήσει; Όχι, ούτε ένας.
Έπρεπε να ‘ρθει κάποιος Άνθρωπος από τη Γαλιλαία, να κάνει ένα τριήμερο και κουραστικό ταξίδι, την ώρα που πολλοί άνεργοι και χασομέρηδες γυρνούν ανέμελα στην πόλη μέρα νύχτα, λίγα μόλις μέτρα μακριά από το κρεβάτι σου; Υπάρχουν, Κύριε, πολλοί περπατούν κοντά μου, μα εγώ «άνθρωπον ουκ έχω». Κι υπάρχουν τόσο πολλοί ιερείς! Δες το ναό, απέναντι ακριβώς από το δρόμο. Αμέτρητοι ιερείς διαβάζουν το νόμο του Θεού και διδάσκουν τους ανθρώπους να δίνουν ελεημοσύνες. Και δε βρέθηκε κανένας τους να έρθει ή έστω να στείλει κάποιον για να σε βοηθήσει; Έτσι είναι, Κύριε. Εκεί στο ναό υπάρχουν πολλοί ιερείς. Εγώ όμως «άνθρωπον ουκ έχω». Υπάρχουν πολλοί Ιουδαίοι, χιλιάδες χιλιάδων, που συνάχτηκαν στην Ιερουσαλήμ για τη γιορτή. Κανένας τους όμως δεν ενδιαφέρεται για έναν πονεμένο και ήσυχο άνθρωπο. Ενδιαφέρονται για το Σάββατο. Χιλιάδες χιλιάδων απ’ αυτούς ήρθαν μόνο για να προσευχηθούν και να προσκυνήσουν το Σάββατο, όπως οι πατέρες του προσκύνησαν τη χρυσή αγελάδα στην έρημο. Χιλιάδες χιλιάδων Ιουδαίοι, μα εγώ «άνθρωπον ουκ έχω».

Εδώ βρέθηκε ένας άνθρωπος, ο μοναδικός άνθρωπος! Εδώ είναι ο Κύριος, που αγαπά περισσότερο από το συγγενή και το φίλο, που υπηρετεί πιο πιστά από τον υπηρέτη. Δεν έκανε το μακρύ και κουραστικό ταξίδι από τη Γαλιλαία ως την Ιερουσαλήμ για το Σάββατο και τη γιορτή, αλλά για χάρη ενός πονεμένου άνθρωπουΉρθε ώστε με τα έργα του, κι όχι με λόγια, να καταγγείλει τη φοβερή έλλειψη αγάπης ενός λαού που τα αισθητήρια του έχουν αμβλυνθεί. Ο Άνθρωπος ήρθε για χάρη του ανθρώπου. «Λέγει αυτώ ο Ιησούς· έγει­ρε, άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει, και ευθέως εγένετο υγιής ο άνθρωπος, και ήρε τον κράβαττον αυτού και περιεπάτει» (Ιωάν. ε’ 8-9). Από τη στιγμή αυτή και προφανώς για πάντα, ο άγγελος σταμάτησε να έρχεται και να ταράζει το νερό στη Προβατική Κολυμβήθρα. Γιατί εμφανίστηκε ο Μεσσίας, ο Κύριος των αγγέλων, που θεραπεύει χωρίς μεσάζοντες. Ενόσω οι άνθρωποι βρίσκονταν κάτω από το Νόμο, υπηρέτες του Νόμου, ο Κύριος χρησιμοποιούσε τους δούλους του. Τώρα που ήρθε η χάρη κι ο Νόμος ατόνησε, έρχεται ο ίδιος ο Κύριος κοντά στον άνθρωπο, όπως ο πατέρας στα παιδιά του. Ο ίδιος, με τα ίδια του τα χέρια, τους προσφέρει τις δωρεές του.

Ίσως ρωτήσει κάποιος: Γιατί ο Κύριος δεν έκανε στον άρρωστο άνθρωπο τη συνηθισμένη ερώτηση: Πιστεύεις; Γιατί δεν ερεύνησε να δει αν υπήρχε πίστη μέσα του, όπως έκανε με πολλούς άλλους; Μα η πίστη του ανθρώπου αυτού δεν ήταν ολοφάνερη; Τριάντα οκτώ χρόνια κείτονταν υπομονετικά σ’ ένα συγκεκριμένο τόπο, με την ελπίδα πως θα λάβει βοήθεια από τον ουρανό. Δεν πιστεύει μόνο στη θαυματουργική ενέργεια του αγγέλου του Θεού. Κατά κάποιο τρόπο πιστεύει και στον Κύριο Ιησού, μ’ όλο που δεν τον αποκαλεί Κύριο. Δεν είπε, «Ναι, Κύριε, θέλω να γίνω καλά, μα άνθρωπον ουκ έχω». Θα πρέπει με την ευκαιρία αυτή να θυμηθούμε πως ο Κύριος θεράπευσε πολλούς δαιμονισμένους και κωφάλαλους, χωρίς να τους ρωτήσει για την πίστη τους. Τους θεράπευσε απλά από αγάπη. Έτσι και στη Βηθεσδά τότε ο Κύριος ενήργησε από τη μια από αγάπη προς τον άνθρωπο που υπόφερε για τόσο μακρύ διάστημα, σ’ ένα περιβάλλον ελεεινό. Από την άλλη μεριά τώρα, έδρασε έτσι και μ’ ένα σκοπό· για να καταδείξει την έλλειψη αγάπης όχι μόνο των κατοίκων της Ιερουσαλήμ, αλλά όλων των ανθρώπων της εποχής, που έβλεπαν τον συνάνθρωπό τους να υποφέρει και δεν κουνάγανε το δαχτυλάκι τους για να βοηθήσουν. Και τέλος, ο Κύριος σκόπιμα θεράπευσε τον παραλυτικό ημέρα Σάββατο, αν και θα μπορούσε να το κάνει αυτό και Παρασκευή, αν ήθελε. Το έκανε αυτό για να καταγγείλει την ειδωλολατρική προσκύνηση των Ιουδαίων στην ημέρα του Σαββάτου. Να δείξει πως ο άνθρωπος αξίζει περισσότερο από το Σάββατο, πως η αγάπη αξίζει περισσότερο από οποιοδήποτε είδος νομικής τυπολατρείας. Η πράξη αυτή του Χριστού έχει τη μοναδική σφραγίδα του τρόπου που ενεργεί ο Θεός: να στοχεύσει σε πολλούς στόχους ταυτόχρονα.

«Ην δε σάββατον εν εκείνη τη ημέρα, έλεγον ουν οι Ιουδαίοι τω τεθεραπευμένω· σάββατόν εστιν ουκ έξεστί σοι άραι τον κράβαττον» (Ιωάν. ε' 9-10). Τίστρεψόδικες ψυχές έχουμε εδώ! Πόσο κλεισμένες καρδιές! Αντί να χαρούν που ένα σερνάμενο σκουλήκι στάθηκε όρθιο και ξανά ’γινε άνθρωπος, αντί να τον συγχαρούν που αποκαταστάθηκε η υγεία του, αντί να ξεσηκώσουν την πόλη ολόκληρη, να τους καλέσουν όλους για να δοξάσουν το ζωντανό και στοργικό Θεό, αντί για όλ’ αυτά εξοργίστηκαν με τον άνθρωπο επειδή κουβαλούσε στους ώμους του το κρεβάτι του και ξαναγύριζε υγιής στο σπίτι του. Αν μπροστά στα μάτια τους είχε αναστηθεί κάποιος νεκρός άνθρωπος ημέρα Σάββατο, δε θα είχαν θαυμάσει για την ανάστασή του αλλά θα τον ρωτούσαν: «Γιατί είσαι σκονισμένος και λερωμένος σήμερα, που είναι Σάββατο;»

«Απεκρίθη αυτοίς· ο ποιήσας με υγιή, εκείνος μοι είπεν άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει. ηρώτησαν ουν αυτόν· τίς εστιν ο άνθρωπος ο ειπών σοι, άρον τον κράβαττόν σοι και περιπάτει;» (Ιωάν. ζ' 11,12). Εδώ έχουμε μια ακόμααπόδειξη της τυφλότητας των Ιου­δαίων, της τυπολατρικής και μαγικής αντίληψης που είχαν για το Σάββατο. Ο άνθρωπος που θεραπεύτηκε μιλάει πρώτη φορά για τη θεραπεία του, την ομολογεί ως το πιο σπουδαίο πράγμα, και δεύτερο για το κρεβάτι που κουβαλάει στους ώμους του. Οι Ιουδαίοι δεν ενδιαφέρονται καθόλου για τη θεραπεία του, για την ίδια τη ζωή του που άλλαξε. Αφού άκουσαν την απάντησή του, θα ήταν φυσικό να τον ρωτήσουν μετά: «Ποι­ός είναι ο άνθρωπος που σε θεράπευσε;» Μα όχι.Εκείνο που ρωτούν είναι το άλλο, το δευτερεύον και συμπτωματικό: Τίς εστιν ο άνθρωπος ο ειπών σοι, άρον τον κράβαττόν σοι και περιπάτει;

Πόσο διεφθαρμένος κατάντησε ο περιούσιος λαός!
Δέστε τι καρποί βλάστησαν στη γη που εξέθρεψε το Μωυσή, τον Ησαΐα, το Δαβίδ! Η άλλοτε γνωστή ευλάβεια των Ισραηλιτών εξελίχτηκε σε μια σαββατολατρεία. Η ιερατική υπηρεσία τού Ζώντος Θεού έγινε μια αστυνομική εγρήγορση και παρακολούθηση της τάξεως τής θεάς που ονομάζεται «Σάββατο»!

«Ο δε ιαθείς ουκ ήδει τίς εστιν· ο γαρ Ιησούς εξένευσεν όχλου όντος εν τω τόπω» (Ιωάν. ε' 13). Ο θεραπευμένος άνθρωπος είχε κοιτάξει από το κρεβάτι του τα μάτια τού Κυρίου. Είχε νιώσει τη ζωοποιό ανάσα Του, είχε γνωρίσει τη θαυματουργική Του δύναμη. Παρ’ όλ’ αυτά όμως δεν μπορούσε να τους δώσει το όνομα του θεραπευτή του ή να τους πει από που ερχόταν. Ο Κύριος με το που πραγματοποίησε τη θεραπεία χάθηκε μέσα στο πλήθος κι άφησε τα πράγματα να εξελιχτούν μόνα τους. Εκείνος είναι ο σπορέας. Σπέρνει τον καλό σπόρο και τον αφήνει ν’ αναπτυχθεί και με τον καιρό να καρποφορήσει, ανάλογα με τον τόπο όπου έπεσε. Ο Κύριος έκανε το καλό έργο, το θεϊκό, τόσο σε δύναμη όσο και σε αγάπη, κι αποσύρθηκε για να γλιτώσει τον έπαινο των ανθρώπων, όπως είπε λίγο αργότερα: «Δόξαν παρά ανθρώπων ου λαμβάνω» (Ιωάν. ε' 41). Φεύγει μακριά από τους ανθρώπους για να μη τον φθονήσουν, όπως γίνεται συνήθως. Φεύγει όμως για να δώσει παράδειγμα και σ’ όλους εμάς που λεγόμαστε χριστιανοί. Το καλό έργο τελειοποιείται και δικαιώνεται όταν γίνεται μόνο από αγάπη για τον άνθρωπο και για τη δόξα τού Θεού. Όλοι εκείνοι που επιθυμούν να κάνουν καλά έργα, ας μη τα κάνουν από ματαιότητα, για να προσελκύσουν τον έπαινο των ανθρώπωνΌποιος επιδείχνει τα καλά του έργα σε κοινή θέα, μοιάζει με τον άνθρωπο που βάζει τα πρόβατα ανάμεσα στους λύκους. Γι’ αυτό και πρέπει να προσέχουμε πολύ τα καλά μας έργα, ν’ αποφεύγουμε να προκαλούμε τον έπαινο ή το φθόνο των άλλων. Όποιος γυρεύει σκόπιμα τον έπαινο των άλλων, ξέχωρα από το καλό του έργο, θα κάνει και δύο κακά: Τον έπαινο, που θα βλάψει τον ίδιο προσωπικά, και το φθόνο, που θα βλάψει τους άλλους.

«Μετά ταύτα ευρίσκει αυτόν ο Ιησούς εν τω ιερώ και είπεν αυτώ· ίδε υγιής γέγονας· μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρον σοι τι γένηται» (Ιωάν. ε’ 14). Ο Κύριος θεράπευσε το σώμα και τώρα αναβιβάζει το γεγονός αυτό σε ανώτερη σφαίρα, στην πνευματική του διάσταση. Κάνει τον θεραπευμένο να συνειδητοποιήσει ότι η πηγή κι η αιτία τής φοβερής του αρρώστιας ήταν η αμαρτία. Και τον προειδοποιεί να πάψει ν’ αμαρτάνει. Ίνα μη χείρον σοί τι γένηται.

Δεν είναι γνωστό σε τί είδος αμαρτίας είχε πέσει ο άνθρωπος αυτός, μα ούτε και μας βοηθάει η γνώση αυτή. Ξέρουμε πως ο Θεός αποστρέφεται κάθε αμαρτία, πως η αμαρτία μας απομακρύνει από κοντά ΤουΓνωρίζουμε πως κάθε αμαρτία για την οποία δεν έχουμε μετανοήσει, αργά ή γρήγορα θα προκαλέσει πόνο, θα φέρει βάσαναΜηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρον σοί τι γένηται. Τώρα ο Θεός σού έδειξε το έλεός Του, η αμαρτία σου συχωρέθηκε. Μην εξακολουθείς να πειράζεις το Θεό όμως, μη τον προκαλείς. Γιατί τότε, αντί για την ευσπλαχνία τού Θεού, ίσως συναντήσεις τη δικαιοκρισία Του. Αν κατόρθωσες να δικαιωθείς ενώπιον του Θεού για την προηγούμενη αμαρτία σου, με μια ανεπαρκή γνώση για τη δύναμή Του, μετά απ’ αυτό που έγινε δε θα μπορέσεις να βρεις δικαιολογία.

Αυτή είναι μια θαυμάσια αλλά και φοβερή προειδοποίηση προς όλους μας. Πως αν για μια φορά νιώσαμε το έλεος του Θεού πάνω μας δεν πρέπει να ξαναμαρτήσουμε, μήπως μας βρει κάτι χειρότερο απ’ αυτό που μας λύτρωσε ο Θεός.

«Απήλθεν ο άνθρωπος και ανήγγειλε τοις Ιουδαίοις ότι Ιησούς εστιν ο ποιήσας αυτόν υγιή» (Ιωάν. ε' 15). Είδε ότι ωφελήθηκε ο άνθρωπος κι είπε στους Ιουδαίους πως τον έκανε καλά ο Ιησούς. Το έκανε αυτό με καλή πίστη, με καλές προθέσεις. Τον ρωτήσανε για τον Ιησού κι αυτός νόμισε πως ήταν καλό να το πει. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ένιωσε πως το όφειλε αυτό στον ευεργέτη του, έπρεπε να γνωρίσει το όνομά του στους άλλους, να το μάθουν όλοι, και μάλιστα εκείνοι που τον ρώτησαν. Βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του τριάντα οκτώ χρόνια. Το μόνο που σκεφτόταν όλ’ αυτά τα χρόνια ο φτωχός άνθρωπος, ήταν οι πόνοι του. Ούτε να φανταστεί δεν μπορούσε πόσο πονηρές ήταν οι καρδιές εκείνων που ρωτούσαν για τον Ιησού. Πώς θα μπορούσε να υποψιαστεί πως εκείνοι δε ρωτούσαν για να δοξάσουν τον Ιησού σαν θαυματουργό, μα για να τον θανατώσουν, επειδή δεν τήρησε την αργία τού Σαββάτου;

Πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα το σημείο αυτό. Πηγαίνει και λέει στους Ιουδαίους πως ο Ιησούς ήταν που τον θεράπευσε. Κατέχεται ολόκληρος από τη σκέψη τής θεραπείας και του θεραπευτή του. Οι Ιουδαίοι, αντίθετα, κατέχονταν από τη σκέψη τού σαββατισμού, της μη τήρησης του Σαββάτου. Σ’ αυτές τις περίεργες στιγμές, εκείνος ίσως δεν καταλάβαινε τη διαφορά τού τρόπου που σκέφτονταν για τον Ιησού, από τη μια αυτός κι από την άλλη οι Ιουδαίοι. Συνεπαρμένος από το θαύμα τους μεταδίδει τη δική του εκδοχή, τις μεγάλες και ευχαριστήριες σκέψεις για την επίσκεψη που δέχτηκε από το Θεό, για το καλό που του έκανε ο Θεός. Δεν είναι σε θέση να παρατηρήσει τη στενομυαλιά και τις πονηρές διαθέσεις τους, που κρύβονταν όπως τα φίδια κάτω από τα φυλλώματα. Η σκέψη κι η διάθεσή του ήταν να δοξολογήσει τον Κύριο Ιησού, τον ευεργέτη του. Η σκέψη κι η διάθεση των Ιουδαίων ήταν να τον θανατώσουν. «Οι Ιουδαίοι εζήτουν αυτόν αποκτείναι», γράφει ο ευαγγελιστής (Ιωάν. ε' 16). Γιατί ήθελαν να τον σκοτώσουν; Μήπως επειδή ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που πρόσεξε το δυστυχή παράλυτο τα τριάντα οκτώ αυτά χρόνια; Μάλιστα, γι’ αυτό. Αλλά και για έναν άλλο λόγο. Επειδή ο Κύριος ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που έδωσε μεγαλύτερη σημασία στη ζωή ενός ανθρώπου, από την τυπολατρία τού σαββατισμού των Ιου­δαίων.
Ο Κύριος πέρασε απαρατήρητος ανάμεσα από τις παγίδες και τις ενέδρες τής κακίας των Ιουδαίων, σκορπίζοντας με λόγο και έργα το ευαγγέλιο της αγάπης για τους ανθρώπους, ως τη στιγμή που αποφάσισε πως ήρθε η ώρα να παραδοθεί στα χέρια των Ιουδαίων. Για να δείξει τη μεγαλοσύνη Του με την ταπείνωσή Του, να νικήσει το θάνατο με το θάνατό Του. Σ’ Αυτόν πρέπει η τιμή κι η δόξα, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΟΜΙΛΙΕΣ Γ’: ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΗΜΕΡΑ – Από την Κυριακή του Πάσχα ως την Πεντηκοστή» Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Μετάφραση – Επιμέλεια ΠΕΤΡΟΥ ΜΠΟΤΣΗ – 2011)

Πηγή

Λόγος Ηθικός Ε'

 

ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

ΛΟΓΟΣ  ΗΘΙΚΟΣ  Ε'1




Σε μετάφρασι

Προς εκείνους που νομίζουν ότι έχουν το Άγιον Πνεύμα, δίχως να το γνωρίζουν και δεν αντιλαμβάνονται καθόλου την ενέργειά Του. Και προς εκείνους που λέγουν ότι κανείς άνθρωπος εις την παρούσαν ζωήν δεν μπορεί να ιδή την δόξαν του Αγίου Πνεύματος, και απόδειξις αυτών με αγιογραφικά χωρία. Και ότι δεν υπάρχει φθό­νος εις τους αγίους, όταν με κάθε αρετή προσπαθούμε να γίνωμε όμοιοι με αυτούς. Και με ποιον τρόπον βλέπει κα­νείς τον Θεόν, και ότι αυτός που έφθασε σε τέτοια μέτρα, ώστε να βλέπη τον Θεόν, κατά το δυνατόν, ήδη από αυ­τήν την ζωήν αρχίζει να γεύεται και την απόλαυσιν, η ο­ποία θα δοθή εις τους αγίους κατά την μέλλουσαν ζωήν. Και ότι όσα λέγει, ή κάνει ή γράφει αυτός ο άνθρωπος, ό­χι αυτός, αλλά το Άγιον Πνεύμα που ομιλεί (Ματθ. 10, 20) μέσα του, τα λέγει και τα γράφει. Και ότι όποιος αθε­τεί τους λόγους του ανθρώπου αυτού ή τους παρερμηνεύ­ει, αμαρτάνει και βλασφημεί κατά του Αγίου Πνεύματος, το οποίον ενεργεί και λαλεί μέσα εις τον άνθρωπον αυτόν.

* * *

Απολυτίκιον
Ήχος γ'. Θείας πίστεως

Θείαν έλλαμψιν, Συμεών Πάτερ, εισδεξάμενος, εν τη ψυχή σου, φωστήρ εν κόσμω εδείχθης λαμπρότατος, δια­σκεδάζων αυτού την σκοτόμαιναν, και πάντας πείθων ζητείν ην απώλεσαν, χάριν Πνεύματος. Αυτό εκτενώς ι­κέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Κοντάκιον
Ήχος γ'. Η Παρθένος σήμερον

Τω φωτί λαμπόμενος, τω Τρισηλίω θεόφρον, θεολό­γος γέγονας, της Υπερθέου Τριάδος. άνωθεν, σοφίαν λόγων καταπλουτήσας, έβλυσας, θεολογίας ένθεα ρεί­θρα, εξ ων πίνοντες βοώμεν. χαίροις θεόφρον, Συμεών Όσιε.

Μεγαλυνάριον

Άπασαν την αίσθησιν υπερβάς, εκ των υπέρ φύσιν, θεαμάτων τας δωρεάς, θεολόγω γλώσση, ω Συμεών πορθμεύεις, καλλιγραφών τον τρόπον τον της θεώσεως.

Ο Όσιος και Θεοφόρος πατήρ ημών Συμεών ο Νέος Θεολό­γος (956-1036), εκοιμήθη την 12ην Μαρτίου και εορτάζεται την 12ην Οκτωβρίου.

Να και πάλιν εγώ απευθύνομαι προς αυτούς που λέ­γουν ότι έχουν Πνεύμα Άγιον, δίχως να το γνωρίζουν, και νομίζουν ότι το απέκτησαν με το Θείον Βάπτισμα μέσα τους. Νομίζουν ότι έχουν τον θησαυρόν (Β' Κορ. 4, 7), αλλά όμως καταλαβαίνουν ότι ο εαυτός τους είναι εντελώς άδειος από αυτόν. Προς εκείνους που ομολογούν ότι εις το άγιον Βάπτισμα δεν αισθάνθηκαν τελείως τί­ποτε, αλλά πιστεύουν ότι από τότε η δωρεά του Θεού κα­τοίκησε μέσα τους και μέχρι τώρα υπάρχει μέσα εις την ψυχήν τους, δίχως να την καταλαβαίνουν και να την αισθάνωνται. Και όχι μόνον προς αυτούς (απευθύνομαι) αλλά και προς εκείνους που λέγουν ότι δεν έλαβαν ποτέ καμμίαν αίσθησι της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος δια της θεωρίας και αποκαλύψεως, αλλά μόνον με την πίστι και τον λογισμό. Και δεν εδέχθησαν την Χάρι δια της ε­μπειρίας αλλά την κρατούν μέσα τους με την ακρόασι των θείων λόγων.

Θα παραθέσω, λοιπόν, όσα λέγουν, και άκουσε τι ι­σχυρίζονται αυτοί οι δήθεν σοφοί και επιστήμονες (Δευτ. 1, 13. Πρβλ. Ησ. 5, 21) κατά την γνώμη τους: «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, λέγει ο Παύλος, Χρι­στόν ενεδύσασθε» (Γαλ. 3, 27). Τι λοιπόν; Δεν είμεθα κι εμείς βαπτισμένοι; Εάν βαπτισθήκαμε, είναι φανερόν, όπως λέγει ο Απόστολος, ότι έχομεν ενδυθή τον Χριστόν. Αυτός είναι ο πρώτος ισχυρισμός τους και η απόδειξίς του, δια του αγιογραφικού χωρίου.

Τι θα μπορούσαμε να απαντήσωμε, όχι εμείς, αλλά το Άγιον Πνεύμα, προς αυτούς; Αυτό το ένδυμα, τι λέτε ότι είναι, άνθρωποι, ο Χριστός; Ναι, λέγουν. Ο Χριστός δηλαδή είναι κάτι -δια να ομιλήσω κι εγώ σαν άφρων προς ανόητους- ή δεν είναι; Είναι κάτι, βεβαίως θα πουν, εάν δεν έχουν χάσει τελείως τα λογικά τους. Εάν, όμως, ομολογείτε ότι είναι κάτι, πέστε τι είναι. Δια να διδάξετε πρώτα τους εαυτούς σας να μην ομιλούν σαν ά­πιστοι, αλλά σαν πιστοί. Τι άλλο, βεβαίως, είναι ο Χριστός αν όχι Θεός αληθινός, ο οποίος έγινε αληθινά τέ­λειος άνθρωπος; Αφού το παραδέχεσθε, αυτό, πέστε μας και για ποιον λόγον έγινε ο Θεός άνθρωπος; Οπωσδήποτε, σύμφωνα με την διδασκαλία των Θείων Γραφών και τα ίδια τα γεγονότα που συνέβησαν και συμβαίνουν συνεχώς -ακόμη κι αν εσείς τα αγνοείτε μη θέλοντας να τα ακούσετε- για να κάνη τον άνθρωπον Θεόν (Ιω. 1, 12. Γαλ. 4, 5). Και με ποιον τρόπον κατεργάζεται την θέωσι του ανθρώπου; Δια της σαρκός ή δια της Θεότητός Του; Βεβαίως δια της Θεότητος. «Η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν. το πνεύμα εστιν το ζωοποιούν» (Ιω. 6, 63). Εάν, λοιπόν, δια της Θεότητός Του εθέωσε πρώτα την σάρκα την οποία προσέλαβε, και εμάς όλους μας ζωοποιεί όχι με την φθαρτή σάρκα, αλλά με την θεωθείσα σάρκα Του. Ώστε ποτέ και με κανένα τρόπο να μην τον θεωρήσωμε άνθρωπο αλλά να Τον ομολογήσωμε ένα Θεόν τέλειον με δύο φύσεις -διότι ένας είναι ο Θεός- επειδή το φθαρτόν κατεπόθη υπό της αφθαρσίας (Α' Κορ. 15, 54), και το σώμα δεν αφανίσθηκε από το ασώματον, αλλά το σώ­μα ηλλοιώθη τελείως και μένει ασύγχυτον, αρρήτως αναμεμιγμένο και ενωμένο με την Τριαδική Θεότητα, δια μίξεως αμίκτου, ώστε να προσκυνείται ένας Θεός σε τρία Πρόσωπα, τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. Και καμμία προσθήκη να μη γίνη εις τον αριθ­μό των Προσώπων, λόγω της ενανθρωπήσεως, ούτε να υποστή καμμίαν μεταβολήν η Αγία Τριάς εκ του ανθρω­πίνου σώματος.

Δια ποιον λόγον τα λέγω αυτά; Δια να γνωρίσης εκ των προτέρων αυτά που ωμολόγησες, όταν σε ρώτησα. Να μη παρεκκλίνης εξ αγνοίας από την ευθείαν οδόν των νοημάτων και εμάς να κουράσης και εις την ψυχήν σου να προσθέσης περισσότερον κρίμα.

Πάλιν, όμως, θα σου υπενθυμίσω με συντομία όσα είπαμε, δια να γίνουν κατανοητά και αυτά που θα πω παρακάτω. Είναι, λοιπόν, ο Χριστός. Τι είναι όμως; Θεός αληθινός, ο οποίος έγινε και τέλειος άνθρωπος, αληθινά. Και έγινε άνθρωπος -που δεν ήτο πριν- δια να κάνη Θεόν τον άνθρωπον -που ποτέ προηγουμένως δεν είχε γίνει. Και μας εθέωσε και θα μας θεοποιεί όχι μόνον δια της σαρκός Του. διότι αυτή δεν χωρίζεται. Πρόσεχε τώρα και απάντησέ μου με σύνεσι καθώς θα σε ρωτώ (Σοφ. Σειράχ 5, 12). Εάν οι βαπτισμένοι ενδύονται τον Χριστόν (Γαλ. 3, 27), τι είναι αυτό που ενδύονται; Ο Θεός. Και αυτός που εφόρεσε τον Θεόν δεν καταλαβαίνει νοερώς και δεν βλέπει τι εφόρεσε; Αυτός που είναι γυμνός και ενδύεται καταλαβαί­νει το ένδυμα και το βλέπει. Και αυτός που είναι γυμνός εις την ψυχήν, όταν ενδύεται τον Θεόν δεν τον καταλα­βαίνει; Εάν δεν αισθάνεται ο ενδυόμενος τον Θεόν, τι τέλος πάντων εφόρεσε; Λοιπόν, για σένα ο Θεός δεν εί­ναι παρά ένα τίποτε! Διότι αν ήτο κάτι, αυτοί που θα τον εφορούσαν, θα Τον καταλάβαιναν. Διότι, όταν δεν ενδυόμεθα τίποτε, δεν καταλαβαίνομε τίποτε. Ενώ, όταν ενδυόμεθα κάτι εμείς οι ίδιοι, ή κάποιοι άλλοι μας εν­δύουν, το καταλαβαίνομε πολύ καλά, εάν βέβαια οι αι­σθήσεις μας λειτουργούν σωστά. Διότι μόνον οι νεκροί δεν καταλαβαίνουν όταν τους ενδύουν και φοβούμαι μή­πως και αυτοί που τα ισχυρίζονται αυτά είναι πράγματι νεκροί και γυμνοί. Και έτσι απαντήθηκε το ζητούμενο.

Έπειτα, λέγουν το εξής: «Το Πνεύμα μη σβέννυτε» (Α' Θεσσ. 5, 19) παραγγέλλει ο Απόστολος Παύλος, και καθώς το λέγουν, επειδή δεν γνωρίζουν το νόημα των λό­γων, φανερώνουν την άγνοιά τους. Επειδή αυτός που λέ­γει, «μη σβήσης την λαμπάδα» δεν ομιλεί για μια λαμπά­δα που έσβησε, αλλά για μια λαμπάδα που καίει και λά­μπει το φως της. Προς αυτούς πάλι, απαντούμε τα εξής:

Τι λοιπόν; Μήπως βλέπετε καθόλου μέσα σας, άν­θρωποι, το Πνεύμα να καίγεται και να λάμπη, όπως είναι εύλογον; Και εις αυτό όχι μόνον δεν αποκρίνονται τίπο­τε, αλλά και στρέφουν αλλού το πρόσωπό τους, αλλά­ζουν έκφρασι και δυσανασχετούν σαν να άκουσαν κά­ποια βλασφημία. Έπειτα, δείχνουν φιλοτιμία προς εκεί­νον που τους ρώτησε, υποκρίνονται δήθεν τον πράο και απαντούν ήρεμα: «Και ποιος ποτέ θα τολμήση να πη ότι είδε το Πνεύμα ή ότι το είδε καθ' ολοκληρίαν;». Μακριά η βλασφημία! «Θεόν, λέγει, ουδείς εώρακε πώποτε» (Ιω. 1, 18). Πω! πω! Τι σκοτάδι! Ποιος το είπε αυτό, πες μας. «Ο μονογενής, λέγει, Υιός, ο ων εις τον κόλπον του Πα­τρός, εκείνος εξηγήσατο» (Ιω. 1, 18). Αυτά που λέγεις είναι αληθινά και η μαρτυρία σου είναι αληθινή, αλλά στρέφεσαι εναντίον της ψυχής σου. Διότι, εάν εγώ σου παρουσιάσω τον ίδιον τον Υιόν του Θεού να σου λέγη ό­τι αυτό είναι δυνατόν, τι θα πης; Διότι λέγει: «Ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα» (Ιω. 14, 9). Αυτό δεν το εί­πε όσον αφορά την δράσι της ανθρωπίνης σαρκός Του, αλλά την αποκάλυψι της Θεότητός Του. Διότι εάν εννοήσωμε ότι αυτό συμβαίνει κατά την σωματική του φανέρωσι, τότε και αυτοί που Τον εσταύρωσαν και το έπτυ­σαν, είδαν εις το πρόσωπό Του τον Πατέρα. Και έτσι δεν υπάρχει καμμία διαφορά και διάκρισις μεταξύ πιστών και απίστων, αλλά όλοι εξ ίσου επέτυχαν και συνεχίζουν να επιτυγχάνουν τον ποθούμενο μακαρισμό, και είδαν ό­λοι τον Θεόν. Αλλά όμως δεν είναι έτσι τα πράγματα, ό­χι δεν είναι έτσι. Όπως πάλι δείχνει και ο ίδιος, όταν συνομιλή με τους Ιουδαίους και λέγει: «Ει εγνώκειτέ με, και τον Πατέρα μου εγνώκειτέ αν» (Ιωάν. 14, 7).

Ότι είναι δυνατόν να δούμε τον Θεόν, όσον βεβαίως είναι δυνατόν εις τον άνθρωπον να τον δη, άκουσε και τον ίδιον τον Χριστόν, τον Υιόν του Θεού πάλι να λέγη: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. 5, 8). Τι έχεις να πης δι' αυτά; Αλλά γνωρίζω ότι εκείνος που δεν πιστεύει εις τα αγαθά που ευρίσκονται μέσα εις τα χέρια του και δεν είναι πρόθυ­μος να τα λάβη, θα προσφύγη εις τα μέλλοντα και θα α­πάντηση: «Ναι, πράγματι, οι καθαροί τη καρδία τον Θε­όν όψονται, αλλά αυτό θα γίνη, εις τον μέλλοντα αιώνα και όχι εις τον παρόντα». Δια ποιον λόγον, και πώς εί­ναι δυνατόν αυτό, αγαπητέ μου; Εάν ο Κύριος είπε ότι οι καθαροί στην καρδιά θα δουν τον Θεόν, πάντως όταν επιτύχωμε αυτήν την καθαρότητα, θα έχομε κατά συνέ­πεια και την θέα του Θεού. Και αν εκαθάριζες ποτέ την καρδιά σου, θα εγνώρίζες ότι είναι αληθινά τα λεγόμε­να. Επειδή, όμως, δεν τα έβαλες αυτά εις την καρδιά σου, (Πράξ. 5, 4) ούτε επίστευσες ότι είναι αληθινά, γι' αυτό και την κάθαρσι της καρδιάς περιφρόνησες και την δράσι του Θεού έχασες. Διότι, αν η κάθαρσις γίνε­ται εδώ, εδώ και η δράσις του Θεού. Εάν πης ότι μετά θάνατον θα δούμε τον Θεόν, θα θέσης αναγκαστικά και την κάθαρσι μετά τον θάνατο. Έτσι, όμως, ποτέ δεν θα δης τον Θεόν, επειδή μετά τον θάνατον δεν θα είναι δυ­νατόν να κάνης καμμίαν εργασίαν εις τον εαυτόν σου δια να επιτύχης την κάθαρσί σου. Αλλά και ο Κύριος τι λέγει; «Ο αγαπών με τας έντολάς μου τηρήσει και εγώ α­γαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν» (Ιω. 14, 21). Πότε, όμως, θα γίνη η εμφάνισίς Του; Εδώ ή εις την μέλλουσαν ζωήν; Είναι φανερόν ότι εδώ θα γίνη. Διότι όπου υπάρχει ακριβής τήρησις των εντολών Του, εκεί γίνεται και η εμφάνισις του Σωτήρος. Μετά την εμφάνισί Του, έρχεται μέσα μας η τελεία αγάπη. Και εάν δεν γίνη αυτό, δεν μπορούμε ούτε να Τον πιστεύωμε, ούτε να Τον αγαπούμε όπως πρέπει. Διότι έχει γραφή: «Ο μη α­γαπών τον αδελφόν αυτού ον ορά, τον Θεόν ον ου βλέπει, πώς δύναται αγαπάν;» (Α' Ιω. 4, 20). Με κανένα τρόπο.

Αυτός όμως που δεν μπορεί να αγαπά, είναι φανερόν ότι ούτε να πιστεύη μπορεί. Και άκουσε τον Απόστολο Παύλο να λέγη: «Μένει δε τα τρία ταύτα, πίστις, ελπίς, αγάπη. μείζων δε πάντων η αγάπη» (Α' Κορ. 13, 13). Ε­άν η πίστις συνδέεται με την ελπίδα και η ελπίδα είναι κι αυτή συνακόλουθος της αγάπης, αυτός που δεν έχει α­γάπη, δεν έχει ούτε ελπίδα και αυτός που είναι εκτός της ελπίδος, είναι και εκτός της πίστεως. Πώς είναι, λοιπόν, δυνατόν, όταν απουσιάζουν οι αιτίες της αγάπης (δηλ. η πίστις και η ελπίς), η αγάπη να παρευρίσκεται; Όπως ο επάνω όροφος μιας κατοικίας δεν μπορεί να σταθή χω­ρίς θεμέλια, έτσι δεν είναι δυνατόν μέσα στην ψυχή του ανθρώπου να ευρεθή η αγάπη του Θεού δίχως την πίστι και την βέβαιη ελπίδα. Και αν δεν έχη κανείς την αγά­πη, ούτε από τις υπόλοιπες αρετές ωφελείται (Α' Κορ. 13, 3), ούτε θα ωφεληθή, όπως μαρτυρεί και ο Απόστολος Παύλος με όσα γράφει. Ότι από την παρούσα ζωή μπορούμε να δούμε τον Θεόν, άκουγε τι λέγει ο ίδιος: «Νυν βλέπω εν εσόπτρω και εν αινίγματι, τότε δε πρόσω­πον προς πρόσωπον» (Α' Κορ. 13, 12). Και πάλιν: «Νυν γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθ' ο και επεγνώσθην» (Α' Κορ. 13, 12). Αλλά εκείνος, λέγει, ήτο ο Παύλος. Αλλά ο Παύλος δεν ήτο κατά πάντα άνθρωπος, ομοιοπαθής μας και σύνδουλός μας; Και ποιος είναι ί­σος με τον Παύλο, υπερήφανε και άμυαλε, απαντούν αυ­τοί, και τον εξισώνεις μ' εμάς τους κοινούς ανθρώπους; Σ' αυτούς δεν απαντούμε εμείς, αλλά ο ίδιος ο Παύλος με μεγάλη φωνή φωνάζει και λέγει: «Χριστός ήλθεν -α­κούσατε- αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτος ειμί εγώ» (Α' Τιμ. 1, 15). Πρώτος, λοιπόν, εκείνος από τους σωζόμε­νους αμαρτωλούς. Γίνε εσύ δεύτερος, γίνε τρίτος, γίνε δέκατος, γίνε σύμψυχος (Φιλιπ. 2, 2) με τις χιλιάδες και τις μυριάδες των σωζόμενων, εάν θέλης και συναρίθμησε τον εαυτό σου με τον Απόστολο Παύλο. Έτσι θα τί­μησης τον Παύλο, όπως και ο ίδιος λέγει: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού» (Α' Κορ. 11, 1). Και πά­λι: «Ήθελον πάντας είναι ως έμαυτόν» (Α' Κορ. 7, 7).

Εάν, λοιπόν, θέλης να επαινέσης τον Παύλο ή να τον τιμήσης, να τον μιμηθής. Και όπως είναι εκείνος, τέ­τοιος να γίνης κι εσύ εις την πίστι, και τότε αληθινά θα τον τίμησης. Και εκείνος θα σε δεχθή και θα σε λογαριάση σαν δική του δόξα και στεφάνι καυχήσεως (Α' Θεσσ. 2, 19), διότι άκουσες τα λόγια του και τον πίστε­ψες και τον ακολούθησες κι έγινες μιμητής του. Έγινες κι εσύ σαν κι αυτόν. Εάν, όμως, λέγης ότι είναι προσβο­λή και ατιμία δια τον Παύλον να γίνη και άλλος όμοιός του και δι' αυτό καταφρονείς την σωτηρία σου και γίνεσαι αμελής, να γνωρίζης ότι επειδή παραπλανάς τον εαυτό σου κι εκείνος θα σε αποστρέφεται τόσο περισσό­τερο και θα σε βδελύσσεται. Θέλεις, όμως να σου δείξω ότι θα τον τίμησης περισσότερο και θα τον χαροποίη­σης και θα τον δοξάσης, αν μπόρεσης να γίνης ανώτε­ρός του και οικειότερος του Θεού; Άκουσε τον ίδιον να το παρουσιάζη και να λέγη: «Ηυχόμην ανάθεμα είναι α­πό Χριστού υπέρ των αδελφών μου, των συγγενών μου κατά σάρκα» (Ρωμ. 9, 3). Εκείνος προτιμά να χωρισθή τελείως από τον Χριστόν, δια να σωθής εσύ, κι εσύ λέ­γεις ότι θα το θεωρήση ατιμία αν θελήσω και προσπαθή­σω να γίνω κι εγώ όμοιός του; Όχι, αδελφέ μου, δεν έ­χουν φθόνον οι άγιοι του Θεού, δεν έχουν επιθυμία και όρεξι δια προεδρίες, δόξες και τιμές ανώτερες από τους άλλους. Διότι αυτοί που ανεδείχθησαν δια μέσου γενεών και γενεών φίλοι του Θεού και Προφήτες, μία πρωτοκαθεδρία και θέσι και δόξα και απόλαυσι και τιμή προτι­μούν, να βλέπουν τον Θεόν. Και εκείνοι που βλέπουν τον Θεόν είναι απηλλαγμένοι από κάθε περιέργεια. Δεν μπορούν να κοιτάζουν και να στρέφονται πάλι εις τα πράγματα του βίου αυτού και τους ανθρώπους, ή να σκέ­φτονται πράγματα ανάρμοστα, με κανένα τρόπο, αλλά ο νους τους έχει απελευθερωθή από την προσκόλλησι εις τα γήινα. Δι' αυτό και μένουν πλέον άτρεπτοι εις τους αιώνες και δεν μεταβάλλονται ποτέ προς το κακό.

Όμως θα σε ερωτήσω κι εσύ απάντησέ μου συνετώς (Σοφ. Σειράχ 5, 12). Αυτά από που τα γνωρίζουν εκείνοι που τα έγραψαν; Και τώρα, αυτός που τα γράφει, από πού τα γνωρίζει; Πες εσύ, δια να μη σου φανώ πάλι ότι μιλώ με κενοδοξία. Τίνος είναι αυτά τα λόγια; Σκέψου λογικά και οπωσδήποτε θα πεισθής και θα με απαλλάξης από τις συζητήσεις. Βεβαίως, είναι λόγια ανθρώπου, απα­ντά εκείνος. Αλλοίμονο! Η ακοή σου δεν βοηθά την όρασί σου (Αββακ. 2, 2), αλλά παραμένεις άνθρωπος που ακούει και δεν βλέπει τίποτε. Λέγεις ότι τα λόγια αυτά είναι λόγια ανθρώπου; Εάν είναι λόγια ανθρώπου, του­λάχιστον πες μας τι λογής ανθρώπου είναι. Επειδή ο άν­θρωπος, όχι μόνον τους συλλογισμούς και τις διαθέσεις άλλου άνθρωπου δεν μπορεί να γνωρίζη ή να εκφράζη αλλά ούτε των ζώων τις ορμές και την συμπεριφορά, ού­τε την εσωτερική κατάστασι της ψυχής. «Ουδείς γαρ οίδε τα του ανθρώπου, ει μη το πνεύμα του ανθρώπου το ενοικούν εν αυτώ» (Α' Κορ. 2, 11). Εάν, όμως, είναι δύσκολο δια τον άνθρωπο να γνωρίση καλά τις διαθέσεις των αν­θρώπων και τις ορμές των αλόγων ζώων, από που και με ποιον τρόπο μπορεί να γνωρίση τα του Θεού, δηλ. την αλλοίωσι και την πνευματική κατάστασι που επέρχεται εις τους αγίους με την θεωρίαν του Θεού - δια να μη μιλήσω προς το παρόν δια ενέργειαν; Άλλωστε αν τα λό­για είναι ανθρώπου -όπως λέγεις- οπωσδήποτε θα είναι ανθρώπου και τα νοήματα των λόγων αυτών. Τα νοήμα­τα όμως, των λόγων αυτών, δεν πρέπει να λέγωνται νοή­ματα, αλλά θεωρία των αληθώς και πραγματικώς όντων. Διότι εμείς ομιλούμε από την θεωρία εκείνων. Αλλά μάλλον θα έπρεπε να λέγεται διήγησις ο λόγος δια πράγ­ματα που έχομε ιδή, ενώ νόημα πρέπει να λέγεται εκείνο που γεννιέται σαν σκέψις του νου, περί ενός πράγματος ή θελήματος που δεν έχουν ακόμη πραγματοποιηθή και λάβει υπόστασι, όπως π.χ. η σκέψις να διαπράξωμε κάτι κακό ή καλό, που δεν έχομε ακόμη πράξει και το οποίο από νόημα μετατρέπεται σε έργο. Ώστε νόημα είναι η αρχή κάποιου πράγματος που θα διαπράξουμε, σύμφωνα με το «Πρώτον μεν εννοεί τας αγγελικάς δυνάμεις και ουρανίους και το εννόημα έργον ην»2 .

Και σκέψου ότι όλοι οι λόγοι μας δεν αναφέρονται σε κάποια ανύπαρκτα και αφανέρωτα πράγματα, αλλά σε εκείνα που έχουν γίνει και θα γίνουν. Και μάλιστα όλες οι εξηγήσεις που δίνομε βγαίνουν από την δική μας θεω­ρία και όρασι. Αυτός που θέλει να περιγράψη κάποιο πράγμα, ένα σπίτι π.χ. ή μία πόλι ή κάποιο παλάτι και την τάξι που επικρατεί μέσα εις αυτό και την κατάστασί του, ή πάλι κάποιο θέατρο και όσα τελούνται εκεί, είναι ανάγκη πρώτα να δη και να γνωρίση καλά τι υπάρχει και τι γίνεται μέσα εις τους χώρους αυτούς και έτσι, έπειτα για όσα θέλει, θα μιλήση στοχαστικά και συνετά. Διότι αν δεν δη προηγουμένως, τι θα μπορούσε να πη από τον εαυτό του; Την σκέψι κάποιου πράγματος που ποτέ δέν είδε, από πού θα μπορούσε να την αντλήση και να την διηγηθή; Ποια, πες μου, ενθύμησι ή γνώσι ή μάθησι, ποια φρόνησι, σκέψι, επινόησι και συλλογισμό κατάλ­ληλο θα εύρη να είπη δια πράγματα που δεν εγνώρισε καθόλου; Είναι εντελώς παράλογο και αδόκιμο να λέγη δια πράγματα που δεν εγνώρισε και δεν είδε ποτέ. Και αν δια πράγματα επίγεια και ορατά κανείς δεν μπορεί να μι­λήση, αν δεν γίνη αυτόπτης θεατής του πράγματος, πώς θα μπορούσε να μιλήση και να διηγηθή, αδελφοί μου, δια τον Θεόν και τα θεία πράγματα και δια τους αγίους και δούλους του Θεού, δηλ. ποια σχέσι είχαν εκείνοι με τον Θεόν συνολικά και ποια είναι η όρασις του Θεού που συμβαίνει εις τους αγίους κατά τρόπον ανέκφραστον; Και η όρασις αυτή προξενεί νοερώς στις καρδιές τους ενέργειαν ανεκλάλητον. Ο ανθρώπινος λόγος, όμως, δεν είναι εις θέσιν να εκφράση κάτι περισσότερο, αν δεν φωτισθή πρώτα από το φως της γνώσεως (Ωσηέ 10, 12), σύμφωνα με αυτά που προστάζει η εντολή.

Και ακούγοντας φως γνώσεως -δια να σε καθοδηγήσω εις το φως δια μέσου όλων- μη νομίσης ότι είναι μό­νον γνώσις των λεγομένων δίχως την παρουσία φωτός. Δεν μίλησε δια διήγησι ή λόγο γνώσεως αλλά δια φως γνώσεως και γνώσεως φως (Ψαλμ. 35,. 10), σαν να δημιουργή το φως μέσα μας την γνώσι. Διότι αλλιώς δεν είναι δυνατόν να γνωρίση κανείς τον Θεόν, παρά μόνον με την θεωρία του φωτός που εκπέμπεται από Αυτόν. Ό­πως ακριβώς, όταν διηγήται ένας άνθρωπος σε κάποιους για έναν άλλον άνθρωπο ή για κάποια πόλι, λέγει όσα εί­δε και εγνώρισε. Κι αυτοί που τον ακούν, εάν δεν είδαν τον άνθρωπο και την πόλι, δεν μπορούν μόνον δια της α­κοής να καταλάβουν και να γνωρίσουν, όπως γνωρίζει αυτός που είδε και τα διηγείται. Έτσι και δια την άνω Ιερουσαλήμ, και δια τον Θεόν που κατοικεί εις αυτήν και δια την απρόσιτον δόξαν του προσώπου Του και δια την ενέργεια και την δύναμι του παναγίου Του Πνεύμα­τος, δηλ. του φωτός, κανείς δεν μπορεί να ομιλήση, εάν πρώτα δεν δη αυτό το φως με τους οφθαλμούς της ψυχής και γνωρίση ακριβώς τις ελλάμψεις του και τις ενέρ­γειές του, μέσα του. Αλλά και εάν, μέσα στις άγιες Γρα­φές, ακούει να λέγουν κάτι αυτοί που είδαν τον Θεόν, ε­κείνα μόνον δια του Αγίου Πνεύματος διδάσκονται. Ο­πότε, δεν μπορεί να λέγη ότι γνώρισε τον Θεό μόνον εξ ακοής. Αυτός που δεν είδε, πώς είναι δυνατόν να Τον γνωρίζη; Αφού μόνον η όρασις δεν επαρκεί να μας δώση τέλεια γνώσι του πράγματος που βλέπομε, πώς είναι δυνατόν να μας δώση την γνώσι αυτή μόνον η ακοή; Ο Θεός είναι φως, και η θέα του Θεού είναι σαν φως. Με την θεωρία αυτού του φωτός, γίνεται η πρώτη γνώσις, ό­τι είναι ο Θεός. Όπως συμβαίνει και με κάποιον άνθρωπον. Πρώτα ακούμε γι' αυτόν, έπειτα τον βλέπομε και μόλις τον δούμε, καταλαβαίνομε ότι αυτός είναι ο άν­θρωπος για τον οποίον ακούσαμε. Αλλά και πάλι δεν είναι αυτή η ακριβής απόδοσις των πραγμάτων. Διότι όσα και αν ακούσης για κάποιον άνθρωπο, μόνον εξ ακοής δεν μπορείς να τον αναγνώρισης με βεβαιότητα και να πληροφορηθής ότι πράγματι είναι εκείνος, για τον οποίον άκουσες, αν συμβή να τον συναντήσης, αλλά η ψυχή σου διχάζεται από την αμφιβολία και ή τον ρωτάς ή ρωτάς κάποιον άλλον που τον γνωρίζει και τότε βε­βαιώνεσαι για το πρόσωπό του.

Το ίδιο ακριβώς γίνεται και με τον αόρατον Θεόν. Όταν αποκαλυφθή σε κάποιον και Τον ιδή, βλέπει φως. Και θαυμάζει βλέποντας, αλλά δεν γνωρίζει αμέσως ποιος είναι αυτός που του εμφανίσθηκε, ούτε όμως τολ­μά να Τον ρωτήση -πώς θα ήτο δυνατόν να ρωτήση Αυ­τόν, τον Οποίον ούτε να κοιτάξη με τα μάτια του μπορεί και να ιδή τι λογής είναι;- βλέπει μόνον με φόβο και τρόμο κατά κάποιον τρόπον προς τα πόδια Του και ξέ­ρει βέβαια ότι κάποιος είναι εκείνος που φανερώθηκε ε­μπρός του. Και αν υπάρχη κάποιος που να του έχη εξη­γήσει προηγουμένως, επειδή αυτός έχει ο ίδιος γνωρίσει τον Θεόν, πηγαίνει σ' αυτόν και του λέγει: «Είδα». Και εκείνος απαντά: «Τι είδες, παιδί μου;». -«Φως, πάτερ, γλυκό, πολύ γλυκό. Τι λογής, όμως, ήταν, πάτερ, δεν εί­ναι σε θέσι ο νους μου να σου περιγράψη». Και καθώς του μιλά, η καρδιά του σκιρτάει και χορεύει και ανάβει από τον θείον πόθον του εμφανισθέντος εις αυτόν. Μετά αρχίζει πάλι με δάκρυα θερμά και πολλά να λέγη: «Είδα, πάτερ μου, εκείνο το φως. Αμέσως τότε χάθηκε το κελλί μου και ο κόσμος έσβησε, έφυγε, όπως μου φαίνεται, ε­μπρός στην παρουσία Του (Ψαλμ. 67, 2). Και έμεινα μό­νος εγώ με την παρουσία εκείνου του φωτός. Δεν ξέρω, πάτερ, αν το σώμα μου ήταν κι αυτό εκεί. Δεν γνωρίζω αν ήμουν εκτός σώματος, τότε δεν καταλάβαινα αν φορούσα το σώμα μου και το είχα. Ένιωθα πολλή χαρά και τώρα χαρά ανέκφραστη είναι μέσα μου και αγάπη και πολύς πόθος, ώστε να ρέουν ποταμοί δακρύων από τα μάτια μου, όπως βλέπεις και τώρα να τρέχουν». Και ο πνευματικός πατήρ αποκρίνεται και λέγει: «Εκείνος εί­ναι, παιδί μου». Και μετά από τους λόγους αυτούς Τον βλέπει πάλι. και σιγά-σιγά καθαρίζεται τελείως και κα­θώς καθαρίζεται αποκτά παρρησία και ερωτά Εκείνον τον Ίδιον πλέον και Του λέγει: «Εσύ είσαι; ο Θεός μου;» και Αυτός αποκρίνεται: «Ναι, εγώ είμαι, ο Θεός, που έγινα άνθρωπος δι' εσέ. Και να, εγώ, όπως βλέπεις, σε έχω κάνει και θα σε κάνω θεόν»3.

Όταν, λοιπόν, επί πολύ χρόνο πενθή και κλαίει και προσπίπτει εις τον Θεόν και ταπεινώνεται, αρχίζει λίγο-λίγο πλέον να γνωρίζη τα του Θεού. Και όταν φθάση σ' αυτό το σημείο, τότε μαθαίνει «το θέλημα Αυτού το άγιον και ευάρεστον και τέλειον» (Ρωμ. 12, 2). Εάν δεν Τον δη, το λέγω πάλι, δεν μπορεί να Τον γνωρίση. Και αν δεν Τον γνωρίση, πώς θα μπόρεση να ξέρη το άγιον θέλημά Του; Εάν αυτό είναι αδύνατον όσον αφορά αν­θρώπους, πολύ περισσότερο είναι αδύνατον για τον Θεό. Γι' αυτό, όσο προκόβει πνευματικά και όσο περισσότε­ρο πλησιάζει τον Θεό, τότε, από εκείνα που του συμβαί­νουν εκ του Θεού, μαθαίνει τι έκανε ο Θεός με όλους τους προηγουμένους αγίους και όσα θα κάνη με τους μεταγενεστέρους αγίους. Και διδάσκεται από τον ίδιον τον Θεόν και μαθαίνει για τους στεφάνους και τις αμοιβές που θα λάβουν οι Άγιοι εις την μέλλουσα ζωή, ότι αυτά υπερβαίνουν την ανθρώπινη λογική και τον νου και την διάνοια. Και όχι μόνον αυτό, αλλά και αντιλαμβάνεται καθαρά τι είδους θα είναι μετά την Ανάστασι των νε­κρών, και αυτός και όλοι οι Άγιοι που θα είναι μαζί του. Όμως, δεν τα απολαμβάνει αυτά εις την παρούσα ζωή, αν και κάποιοι, πολύ κακώς, εσκέφθησαν για μας ότι κάτι τέτοιο υποστηρίζομε. Διότι αν δεχόμασταν ότι εις αυτήν την ζωήν απολαμβάνομε τα πάντα, σύμφωνα με αυτούς, αρνούμαστε αυτήν την ίδια την Ανάστασι των νεκρών, την μέλλουσα κρίσι και την ανταπόδοσι και απορρίπτομε με την θέλησί μας την ελπίδα των μελ­λόντων αγαθών. Αλλά εμείς όχι μόνο δεν πιστεύομε και δεν υποστηρίζομε κάτι τέτοιο, αλλά και όσοι τα πι­στεύουν αυτά, τους αναθεματίζομε. Εμείς λέγομε και ο­μολογούμε ότι τώρα, εις την παρούσα ζωή, απολαμβάνο­με μετρίως τους αρραβώνες (Β' Κορ. 1, 22) όλων των μελλόντων αγαθών, όμως το όλον και τέλειον μετά τον θάνατο ελπίζομε ότι θα το λάβομε, καθώς έχει γραφή: «Νυνί μεν γινώσκω, φησίν, εκ μέρους. όταν δε έλθη το παν, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται» (Α' Κορ. 3, 12 και 10). Και σε άλλο σημείο: «Και νυν τέκνα Θεού εσμέν και ούπω εφανερώθη τι εσόμεθα. οίδαμεν δε ότι, ε­άν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα» (Α' Ιω. 3, 2).

Και δια να μετατρέψω τον λόγο σε ερώτησι και απάντησι, θα ερωτήσω εκείνον που τα είπε αυτά: «Από πού, αγαπητέ και φίλε του Χριστού, γνωρίζεις ότι θα γίνης ό­μοιός Του; Πες μας, από πού;». «Από το Πνεύμα, απαντά το οποίον μας έδωσε (Α' Ιω. 3, 24), από αυτό γνωρί­ζομε ότι είμεθα παιδιά του Θεού και Αυτός ο Ίδιος ο Θεός είναι εν ημίν, επειδή και ο Ίδιος μου το είπε, με μυστική φωνή». Αλλά ας έλθωμε πάλι εις την υπόθεσί μας.

Είπαμε προηγουμένως ότι νοήματα πρέπει να λέγο­νται εκείνα, όταν γεννηθή εις τον νου ο λόγος (δηλ. σκέψις, ενθύμησις) κάποιου καλού ή κακού πράγματος, ό­πως π.χ. να αποκτήσω κάτι ή να κάνω κακό ή καλό σε κάποιον, ενώ διήγησις και όχι νόημα πρέπει να λέγεται ο λόγος για πράγματα που έχουν ήδη γίνει ή τα έχομεν ιδή. Επίσης, είπαμε προηγουμένως ότι για πράγματα που δεν έχομε δη, πόλεις, θέατρα ή ανθρώπους, πώς εί­ναι δυνατόν να διηγηθούμε και να μιλήσωμε γι' αυτά την όψι, την μορφή και την θέσι τους; Και αν επιχειρή­σει κανείς να μιλήση, όσοι τον ακούσουν, δικαίως θα τον χαρακτηρίσουν μυθολόγο. Αυτοί, όμως, που μίλη­σαν για την ημέρα της ελεύσεως του Κυρίου και για την ένδοξη και φρικτή Δευτέρα Παρουσία Του, Προφήται και Απόστολοι, ότι σαν κλέπτης εν νυκτί (Β' Πέτρ. 3, 10. Α' Θεσσ. 5, 2) και σαν τον πόνο του τοκετού (Α' Θεσσ. 5, 3) και ότι εν πυρί αποκαλύπτεται (Α' Κορ. 3, 13), από πού άραγε τα έμαθαν αυτά και τα είπαν; Από κάπου βέβαια ή από κάποιον θα τα άκουσαν, ή θα έγιναν αυτόπτες παρατηρητές της ημέρας εκείνης. Πώς θα ήτο δυνατόν να πουν κάτι που δεν είδαν οι ίδιοι ή κάτι που δεν άκουσαν άλλος να το λέγη; Εάν, όμως, άκουσαν, πες, από ποιον; Επειδή δεν λέγω ακόμη ότι είδαν και τα είπαν αλλά ότι τα άκουσαν. Λέγε, λοιπόν, εάν ξέρης, α­πό πού τα έμαθαν; Και αν δεν ξέρης τι να απάντησης, ά­κουσε και γνώρισε ότι από το Άγιον Πνεύμα τα έμαθαν, καθώς ο Κύριος τους έλεγε: «Όταν δε έλθη ο Παράκλητος (Ιω. 15, 26), το Πνεύμα το Άγιον ο πέμψει ο Πατήρ εν τω ονόματί μου, εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα α είπον υμίν» (Ιω. 14, 26). Και όσα δεν τους είπε ο Χριστός, το Άγιον Πνεύμα ήλθε και τα εδίδαξε στους Αποστόλους. Και ο Ίδιος το λέγει: «Έτι πολλά έχω λέγειν υμίν, αλλ' ου δύνασθε βαστάζειν άρτι. όταν δε έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν. ου γαρ λαλήσει αφ' εαυτού, αλλ' όσα αν ακούση λαλήσει και τα ερχόμενα αναγγελεί υμίν. Εκείνος εμέ δοξάσει, ότι εκ του εμού λήψεται και αναγγελεί υμίν» (Ιω. 16, 12-14). Έμαθες τώρα πλέον από που διδάχθηκαν και έγραψαν περί της ημέρας εκείνης και περί της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου και για όσα μελλοντικά θα επακολουθήσουν και περιμέ­νουν τους δικαίους και τους αμαρτωλούς. Έτσι και για όλα τα υπόλοιπα, που εμείς δεν βλέπομε, αυτοί φωτίσθη­καν από το Άγιον Πνεύμα, τα είδαν και έγραψαν.

Απάντησε μου τώρα, στην ερώτησι που θα σου κά­νω: Το Άγιον Πνεύμα τι είναι; Είναι Θεός, εκπορεύεται από τον αληθινό Θεό και ομολογούμε ότι είναι Θεός α­ληθινός. Καθώς βλέπεις, λοιπόν, ονομάζεις το Άγιον Πνεύμα Θεόν, ακολουθώντας τα δόγματα της Εκκλησίας. Επομένως, λέγοντας το αυτό και πιστεύοντας ότι είναι Θεός αληθινός που εκπορεύεται από τον αληθινό Θεό, δέχεσαι ότι όσοι έχουν το Άγιον Πνεύμα, έχουν αυτόν τον Ίδιον τον Θεό να μένη πάντοτε μαζί τους, ό­πως είπε ο Χριστός στους Αποστόλους: «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσετε. και εγώ ερωτήσω τον Πατέρα και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μένη μεθ' υμών εις τον αιώνα» (Ιω. 14, 15-16). Να, λοιπόν, δι­δάχθηκες ότι και μένει και θα κατοική εις τους ατελείω­τους αιώνες. Η φράσι «ίνα μένη μεθ' υμών εις τον αιώ­να» αυτό φανερώνει, ότι θα είναι αιωνίως και δίχως τέ­λος μαζί τους και θα είναι αχώριστο από αυτούς και στον παρόντα καιρό και στον μέλλοντα. Και ότι έβλε­παν οι θείοι Απόστολοι το Άγιον Πνεύμα και όσοι α­ξιώθηκαν να Το λάβουν άκουσε τα παρακάτω: «Το Πνεύμα της αληθείας ο ο κόσμος ου δύναται λαβείν, ότι ου θεωρεί αυτό ούτε γινώσκει αυτό, υμείς δε γινώσκετε αυτό, ότι παρ' υμίν μένει» (Ιω. 14, 17). Και δια να μάθης ότι και τον Χριστόν βλέπουν όσοι Τον αγαπούν και φυ­λάσσουν τις εντολές Του, άκουσε τον ίδιον τον Κύριο που λέγει: «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος έστιν ο αγαπών με. ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου, και εγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανί­σω αυτώ εμαυτόν» (Ιωάν. 14, 21).

Λοιπόν, ας γνωρίσουν όλοι οι Χριστιανοί ότι ο Χρι­στός είναι Θεός αψευδής και αληθινός και ότι εμφανίζε­ται βεβαιότατα εις αυτούς που Τον αγαπούν και φανερώ­νουν την αγάπη τους με την τήρησι των εντολών Του, καθώς ο Ίδιος υπεσχέθη. Και δια της εμφανίσεώς Του, ο Χριστός τους χαρίζει το Άγιον Πνεύμα και δια του Α­γίου Πνεύματος πάλι, Αυτός και ο Πατήρ μένουν αχώρι­στοι, μαζί τους. Αυτοί οι πνευματοφόροι άνθρωποι δεν λέγουν τίποτε δικό τους. Και όποιος ισχυρίζεται ότι μι­λούν από τον εαυτό τους, αυτός πιστεύει ότι μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίση τα του άλλου ανθρώπου και οι άν­θρωποι ομοίως να γνωρίσουν τα του Θεού. Εάν δεν το δέχεται αυτό, ασφαλώς αποκαλεί ψεύτες και μυθολόγους αυτούς που ομιλούν δια του Αγίου Πνεύματος, ότι δεν διδάσκονται από Αυτό, αλλά ότι διδάσκουν τους άλλους πράγματα που δεν άκουσαν και δεν είδαν, από τον εαυτό τους και την δική τους λογική. Αλλά πρέπει να καταλάβωμε ότι αν μιλούν αυτοί σύμφωνα με την διδασκαλία των θεοφόρων Πατέρων που προηγήθηκαν, δια του ιδίου Αγίου Πνεύματος και αυτοί τώρα μιλούν. Και όσοι απιστούν ή τους συκοφαντούν, αμαρτάνουν εις Εκείνον που ομιλεί δια του στόματός των.

Διδάχθηκες, λοιπόν, αγαπητέ μου ότι η βασιλεία των ουρανών είναι μέσα σου (Λουκ. 17, 21) εάν θέλης, και όλα τα αιώνια αγαθά είναι στα χέρια σου. Τρέξε να δης και να πάρης, να απόκτησης τα αιώνια αγαθά που σε περιμένουν και μη τα στερηθής όλα αυτά με την αυταπάτη ότι δήθεν τα έχεις. Κλάψε, πέσε γονάτισε και παρακάλεσε, όπως κάποτε ο τυφλός (Λουκ. 18, 35 κ.ε.), έτσι τώρα κι εσύ και πες: «Ελέησέ με, Υιέ του Θεού και άνοιξε τους οφθαλμούς της ψυχής μου, για να δω το φως του κόσμου (Ίω. 9, 5), Εσένα τον Θεό μου και να γίνω υιός ημέρας (Α' Θεσσ. 5, 5) θείας κι εγώ. Μη με εγκατά­λειψης, Αγαθέ, στερημένο της Θείας Σου Χάριτος, ως α­νάξιο. Εμφάνισέ μου, Κύριε, τον Εαυτό Σου για να γνω­ρίσω ότι με αγάπησες, επειδή τήρησα, Δέσποτα, τις θείες Εντολές Σου. Στείλε μου Οικτίρμον, τον Παράκλητο, για να με διδάξη Αυτός για Σένα και να μου φα­νέρωση τα δικά Σου, Θεέ του παντός. Λάμψε εις εμέ το φως το αληθινόν (Ιω. 1, 9), Εύσπλαγχνε, για να δω την δόξαν που είχες κοντά εις τον Πατέρα Σου, πριν δημιουργηθή ο κόσμος (Ιω. 17, 5). Μείνε, όπως είπες, μαζί μου, για να γίνω κι εγώ άξιος να μείνω μαζί Σου και τό­τε να εισέλθω εις Εσένα εν επιγνώσει και εν επιγνώσει να Σε αποκτήσω μέσα μου. Θέλησε, Αόρατε, να σχηματίσης μέσα μου την μορφή Σου (Γαλ. 4, 19), δια να βλέ­πω το ανέκφραστον κάλλος Σου και να φορέσω (Α' Κορ. 15, 49), Επουράνιε, την Εικόνα Σου και να λησμονήσω όλα τα ορατά πράγματα. Δος μου, Εύσπλαγχνε, την δό­ξαν που Σου έδωσε ο Πατέρας Σου δια να γίνω όμοιός Σου όπως όλοι οι δούλοι Σου, θεός κατά Χάριν, και να είμαι αιωνίως μαζί Σου τώρα και πάντοτε και εις τους α­πέραντους αιώνας, αμήν».

Ναι αδελφέ μου αγαπητέ, πίστεψε και παραδέξου ότι έτσι είναι τα πράγματα και ότι αυτή είναι η πίστις μας. Αυτό είναι, πίστεψε, αδελφέ, το να αναγεννηθής (Ιω. 3, 4) και να ανακαινισθής και να ζήσης την εν Χριστώ ζωή (Β' Κορ. 4, 16. Β' Τιμ. 1, 1 κ.ε.). Δεν ακούς τον Μέγαν Βασίλειον που λέγει εις τον προτρεπτικόν λόγον του εις τα Φώτα: «Ουκ επιθυμείς σεαυτόν ιδείν, άνθρωπε, από γέροντος νέον γινόμενον;»4 και τον απόστ. Παύλον: «Ει τις εν Χριστώ, καινή κτίσις. τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονε τα πάντα καινά» (Β' Κορ. 5, 17). Ποια είναι τα πάντα, που λέγει; Πες εσύ, πες μας. Μήπως άλλαξε ο ου­ρανός; Μήπως η γη; Μήπως ο ήλιος ή τα αστέρια ή η θάλασσα ή κάτι άλλο από όσα βλέπομε έγινε καινούργιο και νέο; Αλλά δεν μπορείς να το πης αυτό. Διότι ο Από­στολος το είπε σ' εμάς και για μας. Διότι ήμασταν νε­κροί και αναστηθήκαμε εις την ζωή. Φθαρτοί και μεταβαλλόμεθα και γινόμεθα άφθαρτοι. Είμαστε θνητοί και μετατρεπόμεθα εις αθανάτους. Γήινοι και γινόμεθα επουράνιοι. Σαρκικοί, έχοντας την γέννησι από σάρκα, και γινόμεθα πνευματικοί με την αναγέννησί μας και την ανάπλασί μας από το Άγιον Πνεύμα.

Αυτή είναι, αδελφοί μου, η εν Χριστώ νέα κτίσις (Β' Κορ. 5, 17). Αυτά κάθε ήμερα συμβαίνουν και γίνονται εις τους αληθινούς πιστούς και εκλεκτούς. Και καθώς εί­παμε πολλές φορές, από όλα αυτά μόνον ένα μέρος απο­κτούν και γεύονται, με επίγνωσι και αίσθησι, διότι ευρί­σκονται ακόμη μέσα εις το σώμα. Αλλά ελπίζουν ότι με­τά τον θάνατο, οπωσδήποτε θα κληρονομήσουν τα αγα­θά αυτά ολοκληρωμένα και τέλεια. Δηλ. θα απολαύσουν ολόκληροι, ψυχή τε και σώματι, όλα τα αγαθά που απήλαυσαν εδώ μερικώς. Διότι, εάν διδασκώμεθα συνεχώς ότι τον Χριστόν τρώγομεν και πίνομεν και Τον ενδυόμεθα και Τον βλέπομε και μας βλέπει. Ότι γνωρίζομε πως Τον έχομε μέσα μας και ότι μένομε εις Αυτόν και Αυτός μένει εις εμάς, και κατοικούμε εντός Του, ότι δηλ. Αυτός είναι για μας οικία και εμείς πάλι είμεθα οικία δική Του. Έπειτα, ότι γινόμεθα παιδιά Του, και Αυτός Πατέρας μας και ότι Εκείνος είναι Φως (Ιω. 1, 5) που λάμπει εις το σκοτάδι, και εμείς λέγομε ότι Τον βλέπομε σύμ­φωνα με το «ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέ­γα» (Ησ. 9, 1. Ματθ. 4, 16). Εάν, λοιπόν, όλα αυτά και τα υπόλοιπα, όπως έχει λεχθή, όσα δηλ. διδάσκουν οι θείες Γραφές ότι γίνονται εντός μας στον παρόντα καιρό αυτής της επίγειας ζωής, αν πούμε ότι δεν συμβαίνουν καθόλου εις εμάς, ή ότι γίνονται, αλλά με τρόπο μυστι­κό που δεν καταλαβαίνομε τίποτε, χωρίς να γνωρίζωμε τίποτε από αυτά, σε τι διαφέρομε από νεκρούς;

Μην αφήνετε τους εαυτούς σας στην απιστία και κα­τεβαίνετε στον βυθό της απωλείας. Αλλά ακόμη και εάν μέχρι τώρα δεν ελπίσατε ότι θα λάβετε αίσθησι αυτών των αγαθών και γι' αυτό δεν τα ζητήσατε, έστω και τώ­ρα, από αυτήν την στιγμήν πληροφορηθήτε και πιστεύσετε πρώτα ότι αυτά είναι αληθινά και σύμφωνα με τις θείες Γραφές. Διαβάσετε όλες τις θείες Γραφές με προ­σοχή και πληροφορηθήτε ότι εις την παρούσα ζωή δίδε­ται εις εμάς τους πιστούς, με επίγνωσι, η σφραγίς του Α­γίου Πνεύματος (Εφεσ. 1, 13). Και αφού τα πιστεύσετε, μετά να επιδιώξετε να τα αποκτήσετε (Φιλ. 3, 12), αγωνισθήτε όχι σαν άνθρωποι που δέρουν αέρα (Α' Κορ. 9, 26). Και επί πλέον «αιτείτε και δοθήσεται υμίν. κρούετε και ανοιγήσετε υμίν» (Ματθ. 7, 7), είτε εδώ είτε εις τον μέλλοντα αιώνα. Ακόμη να διδάσκεσθε, να μετανοήτε, να υποτάσσεσθε, να νηστεύετε, να κλαίετε, να προσεύχεσθε. Και έτσι με αυτά και όλα τα παρόμοια, τρέχετε, πυγμαχείτε, επιδιώκετε, ζητείτε, κρούετε, παρακαλείτε, προς τίποτε άλλο να μη συγκατατίθεσθε, έως ότου απο­κτήσετε, έως ότου δράξετε, έως ότου λάβετε, έως ότου σας ανοιχθή η θύρα και εισέλθετε, έως ότου ιδήτε τον νυμφίον Χριστόν μέσα εις τον νυμφώνα, έως ότου ακού­σετε: «Ευ, δούλε αγαθέ και πιστέ, επί ολίγα ης πιστός, ε­πί πολλών σε καταστήσω» (Ματθ. 25, 21), έως ότου γίνε­τε υιοί του φωτός και υιοί της ημέρας (Α' Θεσσ. 5, 5). Αλλά πριν να δήτε και να τα λάβετε και να τα πάθετε, μην πλανάτε τον εαυτό σας και νομίζετε, παραλογιζόμενοι, ότι είσθε κάτι, ενώ δεν είσθε τίποτε (Γαλ. 6, 3). Και εξαπατώντας την συνείδησί σας νομίζετε ότι είσθε πνευματοφόροι πριν να λάβετε μέσα σας το Άγιον Πνεύμα και δι' αυτό βιάζεσθε αλόγιστα να εξομολογείτε και να δέχεσθε λογισμούς των άλλων, και αναρριχάσθε σε ηγουμενίες και εξουσίες και τολμάτε άφοβα να δέχεσθε την ιερωσύνη και με αναίδεια μηχανεύεσθε χίλιους δύο τρόπους, πώς θα καταλάβετε μητροπόλεις και επισκοπές και να ποιμαίνετε τον λαόν του Κυρίου. Αλλά σας πα­ρακαλώ, να προσέξετε τον εαυτόν σας (Δευτ. 4, 9), τα ά­νω φρονείτε, τα άνω ζητείτε (Κολοσ. 3, 1), τα άνω ποθεί­τε, να μη φροντίζετε δια τίποτε επίγειο πριν να λάβετε τα ουράνια.

Ναι, ας καταφρονήσωμε όλα τα ορατά και γήινα, ζη­τώ από την αγάπη σας. Ας αποτινάξωμε από επάνω μας όλα τα ανθρώπινα, όλα τα εμπαθή και βλαβερά ας τα αποστραφώμε και ας τα μισήσωμε, δια να επιτύχωμε και τα παρόντα αλλά και τα μέλλοντα αγαθά, εν Χριστώ Ιη­σού τω Κυρίω ημών, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις συν τω ανάρχω Πατρί και τω παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ Πνεύματι, εις το Ένα Τρισάγιον Φως, τώρα και πάντοτε και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

1. Το κείμενο είναι από τον Β' τόμον των έργων του Αγίου Λόγοι - Κεφάλαια - Διάλογος, έκδοσις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ, Θεσσαλονίκη 1989.
2. Γρηγ. Θεολόγου Ρ.G. 36, 320.
3. Μαξ. Ομολογητού, κεφ. Θεολογικά 2, 25 Ρ.G. 90, 1136 Β.
4. Μ. Βασιλείου, Εις το Άγιον Βάπτισμα, Ρ.G. 31, 432 D.

Πηγή: ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΛΟΓΟΣ ΗΘΙΚΟΣ Ε' ΕΚΔΟΣΙΣ

«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1999

2019 onisimos.gr All rights reserved Developed by B.I.S