(Ματθ. ιδ’ 14-22)


Όλα όσα κάνει ο Ύψιστος, είναι απαραίτητα. Δεν κάνει τίποτα άσκοπο, τίποτα υπερβολι­κό, τίποτα που να μη χρειάζεται. Γιατί μερικοί άνθρωποι περιφέρονται τόσο άσκοπα και κάνουν τόσο αδιάφορα πράγματα; Επειδή δεν είναι βέβαιοι για το σκοπό της ζωής τους, για τον προορισμό τού επίγειου ταξιδιού τους. Γιατί μερικοί άνθρωποι υπερ­φορτώνονται με άσκοπες υποχρεώσεις, προβαίνουν σε υπερβολικές ενέργειες, σε σημείο που να μην μπορούν να κινούνται ελεύθερα κάτω από τέτοιο βάρος υποχρεώσεων; Επειδή δε γνωρίζουν το ένα πράγμα, «ού εστι χρεία».



Για να βοηθήσει ο Κύριος τον άνθρωπο να μαζέψει το διασκορπισμένο νου του, να θεραπεύσει τη διχα­σμένη καρδιά του και να συγκροτήσει την ανεξέλεγκτη δύναμή του, αποκάλυψε τον ένα και μοναδικό στόχο που είναι απαραίτητος: τη Βασιλεία του Θεού. Πόσο άσκοπη είναι αλήθεια η ζωή τού ανθρώπου που αγω­νίζεται να επιτύχει διάφορους στόχους! Πόσο αναί­σθητη είναι η διχασμένη καρδιά! Πόσο αδύναμη είναι η θέληση, όταν η δύναμή της κατακερματίζεται!


Ενός εστι χρεία. Μόνο ένα πράγμα μας χρειάζεται: η Βασιλεία τού Θεού. Ο θαυματουργός Χριστός προ­σπάθησε να στρέψει τα μάτια και την προσοχή όλων των ανθρώπων προς αυτόν τον προορισμό. Όποιος σκέφτεται έτσι, έχει ένα μόνο στόχο: το Θεό. Ένα αίσθημα: την αγάπη. Μια νοσταλγία: να πλησιάσει το Θεό. Μακάριος είναι εκείνος που έφτασε σ' αυτό το μέτρο. Ο άνθρωπος αυτός έχει γίνει σαν το φακό που συγκεντρώνει τις ακτίνες τού ήλιου για να δημι­ουργήσει φωτιά.


Τα λόγια που είπε ο Χριστός στη Μάρθα, «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά· ενός δέ εστι χρεία» (Λουκ. ι' 41, 42), ήταν στην πραγματικό­τητα ένας έλεγχος, μια προειδοποίηση στον κόσμο ολόκληρο. Κι αυτό το ένα που έχουμε πραγματική ανάγκη, είναι η Βασιλεία τού Θεού (βλ. Ματθ. στ' 33). Για όλα όσα είπε και έκανε ο Κύριος, είχε στο νου του το στόχο αυτό. Εκεί είχε συγκεντρωθεί όλη η φλόγα που φωτίζει τους ταξιδιώτες εκείνους που περιφέρονται γύρω από τις χαράδρες και τους ανε­μοστρόβιλους της πρόσκαιρης αυτής ζωής.


Όλα όσα κάνει ο Ύψιστος, είναι απαραίτητα. Τα πάντα γίνονται μ' αυτόν τον ύψιστο, το μοναδικό στό­χο. Όλα είναι απαραίτητα, τόσο τα λόγια που λέει όσο και τα έργα που κάνει. Δεν υπάρχει ούτε ένας αργός λόγος, ούτε ένα αχρείαστο έργο. Και πόσο καρποφόρα ήταν τα λόγια και τα έργα Του! Πόσα εκατομμύρια φορές έχει καρποφορήσει κάθε λόγος και κάθε Του πράξη, ως τις μέρες μας! Πόσο γλυκός, ευωδιαστός και ζωογόνος είναι ο καρπός αυτός!


Γιατί ο Κύριος δε μετέτρεψε τις πέτρες σε ψωμιά όταν του το ζήτησε ο σατανάς; Σε δυο μεταγενέστερες περιπτώσεις, όταν γύρω του υπήρχε ένα πεινασμένο πλήθος, πολλαπλασίασε το λίγο ψωμί σε μια τεράστια ποσότητα, ώστε μετά τη διατροφή τού πλήθους, πε­ρίσσεψε περισσότερο ψωμί απ' όσο ήταν αρχικά. Το πρώτο θαύμα όμως (η μετατροπή των λίθων σε ψωμί), ήταν κάτι αδόκιμο, ανάρμοστο, άτοπο. Το δεύτερο θαύμα (ο πολλαπλασιασμός των άρτων) ήταν κατάλ­ληλο, απαραίτητο και ταιριαστό.


Γιατί ο Κύριος δεν έδωσε «σημείον εκ του ουρα­νού» στους Φαρισαίους, όταν του το ζήτησαν; Δεν έδωσε τέτοια σημεία από τον ουρανό σε αμέτρητες περιπτώσεις, όπως σε θαύματα-θεραπείες άρρωστων, λεπρών, δαιμονισμένων, δεν ανέστησε νεκρούς; Κάθε σημείο από τον ουρανό στους φθονερούς Φαρισαίους όμως θα ήταν ανάρμοστο, ακατάλληλο και υπερβο­λικό, ενώ σε άλλες περιπτώσεις θα ήταν κατάλληλο, απαραίτητο και ταιριαστό.


Γιατί ό Κύριος δε μετακίνησε όρη από ένα σημείο σε άλλο ή δεν τα έριξε στη θάλασσα; Θα μπορούσε να το κάνει κι αυτό, δεν υπάρχει αμφιβολία. Γιατί λοιπόν δεν το έκανε; Εκείνος που μπορούσε να διατάξει την τρικυμισμένη θάλασσα και να γαληνέψει, τους ανέμους και να ηρεμήσουν, σίγουρα θα μπορούσε να μετακι­νήσει όρη και να τα ρίξει στη θάλασσα. Ποιό σκοπό όμως θα είχε υπηρετήσει έτσι; Κανέναν. Γι' αυτό κι ο Κύριος δεν έκανε τέτοιο θαύμα. Υπήρχε όμως μεγάλη ανάγκη να γαληνέψει η θάλασσα και να ηρεμήσει ο άνεμος, γιατί υπήρχαν άνθρωποι που έκραζαν για βοήθεια, επειδή κινδύνευαν να πνιγούν.


Μόνο οι δαίμονες κι οι αμαρτωλοί ζητούν από το Χριστό θαύματα που είναι υπερβολικά κι αχρείαστα, όχι απαραίτητα. Προσέξτε τι ανόητα πράγματα ζήτησε ο σατανάς από τον Κύριο: να μετατρέψει τις πέτρες σε ψωμιά στην έρημο, να πηδήσει κάτω από το πτερύγιο του ναού! Κοιτάξτε τώρα και τους σκληροτράχηλους αμαρτωλούς, τους Φαρισαίους. Είχαν δει πολλά θαύ­ματα του Χριστού, που τά 'κανε όλα για να βοηθήσει τους ανθρώπους. Και του ζητούσαν έπειτα να κάνει κάποια άσκοπα κι ανώφελα θαύματα, όπως το να ρίξει κάποιο βουνό στη θάλασσα! Ο Κύριος αρνιόταν να κάνει τέτοια θαύματα, να ικανοποιήσει τέτοιες απαι­τήσεις του διαβόλου και των υποκριτών. Ποτέ όμως δεν αρνήθηκε να κάνει θαύματα που ήταν απαραίτητα, επειδή υπηρετούσαν τη σωτηρία των ανθρώπων.


***


Το σημερινό ευαγγέλιο περιγράφει ένα τέτοιο απαραίτητο και χρήσιμο θαύμα: τον πολλαπλα­σιασμό των άρτων στην έρημο. Αυτή δεν ήταν κάποια ακατοίκητη έρημος, μια έρημος όπου μόνο ο διάβολος κατοικούσε. Ήταν μια έρημος όπου βρέθη­καν πάνω από δέκα χιλιάδες πεινασμένοι άνθρωποι. Το συμπέρασμα για τον αριθμό τους προκύπτει απ' όσα γράφει ο ευαγγελιστής, πως το πλήθος ήταν πέντε χιλιάδες άντρες, χωρίς να συνυπολογίσει τις γυναίκες και τα παιδιά.


«Και εξελθών ο Ιησούς είδε πολύν όχλον, και εσπλαγχνίσθη επ' αυτοίς και εθεράπευσε τους αρρώ­στους αυτών» (Ματθ. ιδ' 14). Αυτό έγινε την εποχή που ο βασιλιάς Ηρώδης είχε αποκεφαλίσει τον Ιωάννη το Βαπτιστή. Κι όταν το άκουσε αυτό ο Ιησούς επιβιβάστηκε σ' ένα πλοίο κι αναχώρησε «εις έρημον τόπον κατ' ιδίαν» (Ματθ. ιδ' 13). Το περιστατικό αυτό το αναφέρουν και οι τέσσερις ευαγγελιστές. Μερικοί αναφέρουν περισσότερες λεπτομέρειες, άλλοι λιγό­τερες. Σύμφωνα με τον Ιωάννη, ο Κύριος μπήκε στο πλοίο κοντά στην Τιβεριάδα και πέρασε στο απέναντι μέρος της θάλασσας τής Γαλιλαίας, που ονομάζεται και θάλασσα της Τιβεριάδας. Ο Λουκάς λέει πως «υπεχώρησε κατ' ιδίαν εις τόπον έρημον πόλεως καλούμενης Βηθσαϊδά» (θ' 10).


Το συνήθιζε ο Κύριος ν' αποσύρεται συχνά στην έρημο, σε ερημικές τοποθεσίες και σε βουνά. Το έκανε αυτό για τρεις λόγουςΠρώτο, για να κάνει σύντομα διαλείμματα από τις εντατικές και πολυσχιδείς δρα­στηριότητές Του, ώστε να χωνέψουν κι οι άνθρωποι τις διδαχές Του και τα θαύματα που είχε κάνειΔεύτερογια να δώσει το παράδειγμα στους αποστόλους και σε μας πως είναι απαραίτητο ν' αποσυρόμαστε, να εισερχόμαστε στο ταμιείο μας(Ματθ. στ' 6), για να παραμένουμε στην προσευχή μόνοι μας με το ΘεόΗ ησυχία κι η σιωπή καθαρίζουν τον άνθρωπο, τού δι­δάσκουν την υποταγή στο Θεό και τού χαρίζουν πνευ­ματική διαύγεια και δύναμηΤρίτο, για να μας δείξει πως ο καλός και χρήσιμος άνθρωπος δεν μπορεί να κρυφτεί - «Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη» (Ματθ. ε' 14). Έτσι έδειξε κι επισήμανε ποιος είναι ο πραγματικός τόπος για τους ερημίτες και τους μοναχούς.


Η εκκλησιαστική ιστορία το έχει αποδείξει αυτό χιλιάδες φορές. Δεν υπάρχει ούτε ένας μοναδικός ερη­μίτης, άνθρωπος της προσευχής και θαυματουργός, που να κατόρθωσε να κρυφτεί από τους ανθρώπους.Πολλοί ρωτάνε αναιτιολόγητα: Τί κάνει ο μοναχός στην έρημο; Δε θά 'ταν καλύτερα ο μοναχός να μένει στον κόσμο, ανάμεσα στους ανθρώπους, και να τους υπηρετεί; Πώς όμως μπορεί να φωτίσει ένα κερί που δεν είναι αναμμένο; Ο μοναχός κουβαλάει την ψυχή του στην έρημο σαν κερί άκαφτο. Τη φέρνει στην έρημο για να την ανάψει με προσευχή, με νηστεία, με περισυλλογή και άσκησηΑν κατορθώσει να την ανάψει, το φως Του θα λάμψει σ' ολόκληρο τον κόσμο. Ο κόσμος θα τον ακολουθήσει και θα τον βρει, ακόμα κι αν αυτός κρυφτεί στην έρημο, σε απομακρυσμένα βουνά ή σε απρόσιτες σπηλιές. Όχι, ο μοναχός δεν είναι άχρηστος. Είναι ικανός να γίνει πολύ πιο χρήσιμος στους άλλους από οποιονδήποτε άλλον. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά σ' αυτήν την περίπτωση από τον Κύριο Ιησού. Μάταια κρυβόταν από τους ανθρώπους στην έρημο, γιατί τα πλήθη τον έβρισκαν και τον ακολουθούσαν.


Ο Κύριος τους κοίταξε και «εσπλαχνίσθη περί αυτών, ότι ήσαν εκλελυμένοι και ερριμένοι ως πρό­βατα μη έχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ' 36). Κάτω στις πόλεις οι συναγωγές ήταν γεμάτες από αυτόκλητους ποιμένες, που στην πραγματικότητα ήταν λύκοι με εμφάνιση προβάτων. Οι άνθρωποι το ήξεραν αυτό, το ένιωθαν, όπως ήξεραν κι ένιωθαν την αμέτρητη ευσπλαχνία και αγάπη τού Χριστού γι' αυτούς. Οι άνθρωποι ήξεραν και ένιωθαν πως ο Χριστός ήταν ο μόνος Καλός Ποιμένας, πως η μέριμνά Του γι' αυτούς ήτανγνήσια, στοργική. Γι' αυτό και τον ακολουθούσαν στην έρημο. Κι ο Κύριοςεθεράπευσε τους αρρώστους αυτών. Οι άνθρωποι ένιωθαν πως τον χρειάζονταν το Χριστό, δεν του ζητούσαν να θαυματουργήσει από μάταιη περιέργεια, αλλ' από μεγάλη ανάγκη. Κι ο Μάρκος μας λέει πως εκεί άρχισε να τους διδάσκει.


«Οψίας δε γενομένης προσήλθον αυτώ οι μαθηταί αυτού λέγοντες· έρημός εστιν ο τόπος και η ώρα ήδη παρήλθεν απόλυσον τους όχλους, ίνα απελθόντες εις τας κώμας αγοράσωσιν εαυτοίς βρώματα» (Ματθ. ιδ' 15). Ο Ματθαίος δε μας λέει τι τον κρατούσε τόσο πολύ με τους ανθρώπους. Γράφει μόνο πως θεράπευσε τους αρρώστους. Ο Μάρκος το συμπληρώνει αυτό και λέει πως τους δίδασκε πολλά πράγματα. Προσέξτε πόσο όμορφα συμπληρώνουν ο ένας ευαγγελιστής τον άλλο! Ο Κύριος συνέχισε να διδάσκει τους όχλους για πολλές ώρες, ωσότου άρχισε να νυχτώνει. Όλες αυτές τις ώρες ο Κύριος δίδαξε τόσο πολλά στο λαό, που θα μπορούσε να γεμίσει ολόκληρο ευαγγέλιο. Αυτό το είπε ο ευαγγελιστής Ιωάννης, όταν έγραψε πως «ουδέ αυτόν οίμαι τον κόσμον χωρήσαι τα γραφόμενα βι­βλία» (Ιωάν. κα' 25).


Παρατηρούμε όμως και την αγάπη των μαθητών: Έρημός εστιν ο τόπος και η ώρα ήδη παρήλθεν. Το πλήθος πεινάει κι είναι αργά πια για να φύγουν και να πάνε στον τόπο του ο καθένας. Τα σπίτια τους είναι μακριά. Δες, εδώ έχουμε και πολλές γυναίκες, έχουμε και παιδιά. Πρέπει να βρουν τροφή όσο πιο σύντομα γίνεται. Ας τους λοιπόν να πάνε στα γύρω χωριά για να βρουν κάτι να φάνε.


Ο Χριστός σίγουρα είναι πιο εύσπλαχνος και πιο στοργικός από τους μαθητές Του. Μήπως δεν ένιωθε κι ο ίδιος, όπως οι μαθητές Του, πως οι άνθρωποι πει­νούσαν κι η νύχτα ήταν κοντά; Και βέβαια ο Χριστός ήταν περισσότερο ελεήμων και στοργικός από τους μαθητές Του. Τις ανάγκες των ανθρώπων τις ένιωθε πριν από εκείνους. Στην αρχή, όπως λέει ο ευαγγελι­στής Ιωάννης, «επάρας ουν ο Ιησούς τους οφθαλμούς και θεασάμενος ότι πολύς όχλος έρχεται προς αυτόν, λέγει προς τον Φίλιππον πόθεν αγοράσωμεν άρτους ίνα φάγωσιν ούτοι;» (Ιωάν. στ' 5). Η συζήτηση με το Φίλιππο όμως τέλειωσε κι οι άνθρωποι μαζεύτη­καν γύρω από τον Κύριο με τους ασθενείς τους. Ο Κύριος θεράπευσε πρώτα όλους τους αρρώστους κι έπειτα άρχισε να διδάσκει τους όχλους. Η διδασκαλία κράτησε ως το βράδυ. Και τότε μόνο σκέφτηκαν οι απόστολοι πως οι άνθρωποι θα πεινούσαν κι έπρεπε να φάνε.


Ο Κύριος το είχε προβλέψει αυτό από την αρχή. Δε μίλησε όμως, σκόπιμα. Περίμενε τους αποστόλους να θέσουν το πρόβλημα. Κι αυτό το έκανε για δυο λόγους: πρώτα για να τους διεγείρει την ευσπλαχνία και τη συμπάθεια και δεύτερο για ν' αποδείξει πόσο αδύναμοι ήταν χωρίς Εκείνον. Τους είπε ο Χριστός: «ου χρείαν έχουσιν απελθείν· δότε αυτοίς υμείς φαγείν» (Ματθ. ιδ' 16). Γνώριζε πως αυτό δεν μπορούσαν να το κάνουν, ήταν αδύνατο ανθρωπίνως να γίνει. Το είπε όμως για να συνειδητοποιήσουν πλήρως και να ομολογήσουν την αδυναμία τους. Γι' αυτό και του είπαν: «ουκ έχομεν ώδε ει μη πέντε άρτους και δύο ιχθύας» (Ματθ. ιδ' 17). Σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Ιωάννη, τα λιγοστά αυτά τρόφιμα δεν ήταν δικά τους, ανήκαν σε κάποιο μικρό παιδί που βρισκόταν εκεί. Γράφει ο ευαγγελιστής: «Έστι παιδάριον εν ώδε, ος έχει πέντε άρτους κριθίνους και δυο όψάρια΄ αλλά ταύτα τί εστιν εις τοσούτους;» (Ιωάν. στ 9). Στον Κύριο αυτό το είπε ο Ανδρέας. Παρά το γεγονός ότι ο πρωτόκλητος των αποστόλων ζούσε τόσο καιρό μαζί Του, ακόμα δεν είχε εδραιωθεί στην πίστη, δεν είχε τελειοποιηθεί. Αυτό είναι φανερό από εκείνο που είπε: αλλά ταύτα τί εστιν εις τοσούτους; Το ψωμί ήταν κρίθινο. Κι αυτό δεν ήταν συμπτωματικό. Σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, απ' αυτό μαθαίνουμε πως πρέπει να ικανοποιούμαστε με απλές τροφές, να μην είμαστε απαιτητικοί. «Η λαιμαργία κι η πολυ­φαγία είναι μητέρες της αρρώστιας», συμπληρώνει ο άγιος πατέρας.


«Ο δε είπε· φέρετέ μοι αυτούς ώδε» (Ματθ. ιδ' 18). Τώρα είχε έρθει η δική Του ώρα. Οι όχλοι δεν μπορούσαν να βρουν τρόφιμα για να φάνε. Οι απόστο­λοι ομολόγησαν την αδυναμία τους, δεν μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Τότε και μόνο τότε ήρθε η δική Του ώρα. Το κλίμα ήταν ώριμο για να γίνει το θαύμα.


«Και κελεύσας τους όχλους ανακλιθήναι επί τους χόρτους, λαβών τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας, αναβλέψας εις τον ουρανόν ευλόγησε, και κλάσας έδωκε τοις μαθηταίς τους άρτους, οι δε μαθηταί τοις όχλοις» (Ματθ. ιδ' 19)Γιατί κοίταξε πρώτα στον ουρανό ο Κύριος; Όταν έκανε πολλά από τ' άλλα θαύματά Του δεν το είχε κάνει, δεν είχε ξανακοιτάξει στον ουρανό. Δεν το έκανε όταν άνοιγε τα μάτια των τυφλών, όταν θεράπευε τους λεπρούς, έβγαζε δαιμόνια από τους ανθρώπους, γαλήνευε τη θά­λασσα, έκανε το νερό κρασί κι όταν ακόμα ανάσταινε νεκρούς. Γιατί λοιπόν στη συγκεκριμένη αυτή περί­πτωση έστρεψε τα μάτια Του προς τον ουρανό, προς τον ουράνιο Πατέρα Του; Πρώτο, για να κάνει σαφή στους ανθρώπους την ταυτότητα της θέλησής Του μ' εκείνην του Πατέρα Του, να καταρρίψει την άποψη και κατηγορία των Φαρισαίων, πως τα θαύματα τα έκανε με τη συνεργεία τών δαιμόνων. Δεύτερο, για να δώσει ως άνθρωπος στον κόσμο το παράδειγμα της ταπεί­νωσης ενώπιον του Θεού, καθώς και της ευχαριστίας για κάθε αγαθό που προέρχεται από το Θεό. Ένα παρόμοιο παράδειγμα μας έδωσε και στο Μυστικό Δείπνο: «Λαβών ο Ιησούς τον άρτον και ευχαριστήσας έκλασε...» (Ματθ. κστ' 26). Ευχαρίστησε τον ουράνιο Πατέρα Του κι ύστερα ευλόγησε το ψωμί, ως δώρο Θεού. Κι εμείς πρέπει να ευχαριστούμε και να υμνούμε το Θεό για τα δώρα Του σε κάθε γεύμα, όσο λιτό κι αν είναι. Τρίτο, ως Θεός, με τον πολλαπλασια­σμό των άρτων - μια πράξη που μοιάζει πολύ με νέα δημιουργία - να εκφράσει την ενότητα δύναμης της Αγίας Τριάδας: του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της ομοούσιας και αδιαίρετης Τριάδας, του Δημιουργού των πάντων.


Ο Κύριος Ιησούς «έκλασε», έκοψε τον άρτο με τα ίδια Του τα χέρια. Γιατί; Γιατί δεν έδωσε εντολή στους αποστόλους Του να το κάνουν; Για να δείξει πως επιθυμούσε να λογαριάσει τους ανθρώπους ως φιλοξενούμενούς Του, να τονίσει τη μεγάλη αγάπη Του γι' αυτούς και να διδάξει έτσι κι εμάς πως, όταν δίνουμε ελεημοσύνη και δώρα, πρέπει να το κάνουμε με αγάπη και ιλαρότητα, όπως κι Εκείνος.


«Και έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν, και ήραν το περισσεύον των κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλή­ρεις· οι δε εσθίοντες ήσαν άνδρες ωσεί πεντακισχίλιοι χωρίς γυναικών και παιδίων» (Ματθ. ιδ' 20,21). Αυτό είναι το θαύμα των θαυμάτων, η δόξα που ξεπερνάει κάθε άλλη δόξα! Για να πάρουν πέντε χιλιάδες άνθρω­ποι (χωρίς να συνυπολογιστούν οι γυναίκες και τα παιδιά) από μια μπουκιά ψωμί, όπως το αντίδωρο που παίρνουμε στην εκκλησία, τα πέντε ψωμιά δε θα έφταναν με τίποτα. Εδώ όμως έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν και μάλιστα περίσσεψαν και δώδεκα κοφίνια. Αν αυτή ήταν κάποια οφθαλμαπάτη, δε θα έγραφε ο ευαγγελιστής πως εχορτάσθησαν.Αν κά­ποιος άνθρωπος μπορούσε να εξαπατήσει έναν άλλο ότι έφαγε, δε θα μπορούσε όμως να πείσει έναν πει­νασμένο ότι χόρτασε. Αν πράγματι ήταν αυτό κάποια οφθαλμαπάτη, από πού προέκυψαν τα περισσεύματα, πού γέμισαν δώδεκα κοφίνια ψωμιά;


Όχι! Μόνο άνθρωποι που η καρδιά τους είχε νε­κρωθεί από την αμαρτία μπορούν να το αποκαλέσουν οφθαλμαπάτη αυτό. Ήταν πραγματικό γεγονός, όπως πραγματικός είναι κι ο Θεός. Πρέπει να προσέξετε όμως πως για το θαύμα αυτό δεν ξεσηκώθηκαν φω­νές εναντίον Του, δεν του έδωσαν κάποιες ανόητες ερμηνείες, όπως έκαναν οι Φαρισαίοι σε πολλά άλλα από τα θαύματά Του. Κι όχι μόνο δεν το αμφισβήτη­σε κανένας, αλλά «οι άνθρωποι, ιδόντες ο εποίησε σημείον ο Ιησούς, έλεγον ότι ούτος εστιν αληθώς ο προφήτης ο ερχόμενος εις τον κόσμον (Ιωάν. στ’ 14). Κι οι όχλοι ήθελαν«αρπάζειν αυτόν ίνα ποιήσωσιν αυτόν βασιλέα» (αυτ. στίχ. 15). Τέτοια απήχηση είχε στο λαό το καταπληκτικό αυτό θαύμα!


Πότε προσπάθησε κάποιος να μετατρέψει μια απά­τη σε βασιλιά; Αυτό όμως ήταν πραγματικό γεγονός. Οι άνθρωποι ξεσηκώθηκαν από την αλήθεια και ήθελαν να κάνουν το Χριστό βασιλιά με το ζόρι. Κι αυτό θα είχε γίνει, αν ο Χριστός δεν είχε απομακρυνθεί μόνος Του. Κι έτσι ματαιώθηκε το σχέδιο του πλήθους που ριγούσε από ενθουσιασμό.


«Και ευθέως ηνάγκασεν ο Ιησούς τους μαθητάς αυτού εμβήναι εις το πλοίον και προάγειν αυτόν εις το πέραν, έως ου απολύση τους όχλους» (Ματθ. ιδ' 22)Δεν είναι περίεργο το γεγονός ότι ο Χριστός ανάγκασε τους μαθητές Του να μπουν σε πλοίο και να φύγουν πριν από τον ίδιο; Γιατί το έκανε αυτό; Πρώτο, γι' αυτό που είχε γίνει. Και δεύτερο, γι' αυτό που επρόκειτο να γίνει.Τούς άφησε ν' απομακρυν­θούν από το πλήθος όσο πιο γρήγορα γινόταν, για να συλλογιστούν και να συζητήσουν μεταξύ τους το μεγάλο θαύμα τού πολλαπλασιασμού των άρτων. Τους άφησε να ταξιδέψουν με το πλοίο, όπου ο Κύριος θα τους επισκεπτόταν σύντομα μ' ένα καινούργιο κι ανήκουστο θαύμα: θα τους πλησίαζε περπατώντας πάνω στο νερό, όπως περπατάει κανείς σε στέρεο έδαφος. Ο Κύριος γνώριζε εκείνο που επρόκειτο να γίνει και τι θα έκανε ο ίδιος. Οι μαθητές Του, που δεν έβλεπαν τίποτα, ένιωσαν έκπληξη που ο Χριστός τούς έστειλε πριν απ' Αυτόν. Τον άφησαν όμως μόνο Του με το πλήθος, κατέβηκαν από το όρος στη θάλασσα και ξεκίνησαν το ταξίδι.


Ένας άλλος αναμφισβήτητος λόγος για τη σπουδή που έδειξε ο Κύριος να προπέμψει τους μαθητές Του, να τους απομακρύνει από τα πλήθη των ανθρώπων, ήταν επειδή ο ίδιος ήθελε να τους προφυλάξει από την υπερηφάνεια στα μάτια των ανθρώπων, από τα εγκώμιά τους και την αυτοεκτίμηση που θα ένιωθαν επειδή ήταν μαθητές τέτοιου Θαυματουργού. Ήθελε να τους διδάξει πως πρέπει να είναι ταπεινοί, γι' αυτό και τους είχε πει: «δότε αυτοίς υμείς φαγείν». Και τώρα τους έδιωξε επειδή ήθελε να τους προφυλάξει από την υπερηφάνεια και την υψηλοφροσύνη, επειδή είχαν τέτοια σχέση μαζί Του, με το Διδάσκαλό τους. Και τελικά ήθελε μ' αυτόν τον τρόπο να τούς κάνει να γνωρίσουν την απεριόριστη ταπείνωσή Του ενώπιον του Θεού: μετά από ένα τόσο καταπληκτικό θαύμα, αποσύρθηκε στην ησυχία για να προσευχηθεί.


Οι μαθητές Του ήταν εξοικειωμένοι με τη συνή­θειά Του ν' αποσύρεται συχνά στην έρημο για να προσευχηθεί. Εκείνη την ημέρα όμως μήπως αποσύρ­θηκε σκόπιμα στην έρημο, για να μείνει μόνος Του, μετά τη φοβερή είδηση για το θάνατο του Ιωάννη τού Βαπτιστή; Ας ξεχάσουν οι μαθητές Του για ποιο λόγο πήγε στην έρημο· ας συνειδητοποιήσουν πως το μεγάλο θαύμα που τόσο ξαφνικά έκανε, καθώς κι όλοι οι έπαινοι κι ο θαυμασμός των ανθρώπων, δεν μπορούσαν να καταστρέψουν την εσωτερική γαλήνη και την ταπείνωσή Του, ούτε και να τον κάνουν ν' αλλάξει την απόφασή Του να πάει στην έρημο για να προσευχηθεί.


***


Ολόκληρο το περιστατικό αυτό της διανομής των άρτων και των ψαριών στους ανθρώπους, ο αριθμός των ψαριών και των άρτων, καθώς και ο αριθμός των κοφινιών με τα περισσεύματα, όλα μαζί έχουν κι ένα εσωτερικό, ένα βαθύτερο νόημα. Λίγο πριν από το θάνατό Του ο Κύριος ονόμασε τον άρτο Σώμα Του. Στο συγκεκριμένο περιστατικό είναι αλή­θεια πως δε λέει κάτι τέτοιο με λόγια, το κάνει όμως με τον αριθμό των άρτων.Οι πέντε άρτοι σημαίνουν τις πέντε αισθήσεις· κι οι πέντε αισθήσεις αντιπροσω­πεύουν όλο το σώμαΤο ψάρι σημαίνει τη ζωή. Τους πρώτες αιώνες της χριστιανικής ζωής το Χριστό τον απεικόνιζαν με τη μορφή ψαριού. Το σύμβολο αυτό μπορεί να το δει ακόμα και σήμερα κανείς στις αρχαίες χριστιανικές κατακόμβες. Απ' αυτήν την άποψη, ο Χριστός έδωσε το σώμα και τη ζωή Του στους ανθρώ­πους για να τραφούνΚαι γιατί ήταν δύο τα ψάρια; Επειδή ό Κύριος έδωσε και δίνει τον εαυτό Του θυσία τόσο όσο διάστημα κράτησε η επίγεια διαδρομή Του, όσο και στην Εκκλησία μετά την Ανάστασή Του, ως τη σημερινή μέρα. Ποιά σημασία έχει το γεγονός ότι έκοψε μόνος του τους άρτους; Αυτό σημαίνει πως Εκείνος, με την ελεύθερη βούλησή Του, παραδόθηκε να θυσιαστεί για τη σωτηρία των ανθρώπων. Γιατί έδωσε τα ψωμιά και τα ψάρια στους αποστόλους, για να τα μοιράσουν αυτοί μετά στο λαό; Επειδή εκείνοι ήταν που έπρεπε να μεταφέρουν το Χριστό σ' ολό­κληρο τον κόσμο και να τον δώσουν στους ανθρώπους και τα έθνη ως τροφή ζωής. Τί σημαίνουν τα δώδεκα κοφίνια με τα περισσεύματα των άρτων; Την άφθονη καρποφορία τού έργου των αποστόλων. Κάθε θερισμός των αποστόλων θα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερος από το σπόρο που έσπειραν, όπως κάθε καλάθι είχε περισσότερο ψωμί από τους άρτους που έφαγαν και χόρτασαν οι πεινασμένοι άνθρωποι. (Το περιστατικό τού θαύματος του πολλαπλασιασμού των άρτων που έγινε με τη δύναμη του Χριστού μνημονεύεται κάθε φορά σε μια ωραία ευχή, στην τελετή της αρτοκλασίας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός, ο ευλογήσας τους πέντε άρτους εν τη ερήμω και εξ αυτών πεντακισχιλίους άνδρας χορτάσας, ευλόγησον και τους άρτους τούτους, τον σίτον, τον οίνον και το έλαιον και τους εξ αυτών μεταλαμβάνοντας πιστούς δούλους Σου αγίασον»).


Όλ' αυτά τα μυστήρια έχουν μεγάλο βάθος, δυσθε­ώρητο. Ποιός τολμά να κοιτάξει τόσο βαθιά, στα απύθ­μενα βάθη τους; Ποιός θα τολμούσε στην πρόσκαιρη ζωή μας να διεισδύσει στα βάθη αυτά; Ίσως πληροφο­ρηθούν αρκετά εκείνοι που τους αρέσει να διαβάζουν και ν' ακούνε το ευαγγέλιο. Οι άγγελοι απολαμβάνουν μέχρι κορεσμού τη γλυκύτητα του ευαγγελίου. Όσο περισσότερο το διαβάζει ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο τρέπεται σε σκέψεις πνευματικές και σε προσευχήΌσο περισσότερο καθοδηγεί τη ζωή του σύμφωνα μ' αυτό, τόσο η ανάγνωση θ' ανοίγει τα βάθη των νοημάτων του και θα τον ικανοποιεί με το άρωμά του. Γι' αυτό πρέπει δόξα και ύμνος στον Κύριο Ιησού Χριστό, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το Πανάγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες τών αιώνων. Αμήν.

 


(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ομιλίες Δ’ – Κυριακοδρόμιο, Εκδ. Πέτρου Μπότση, 2012)

 Πηγή

Αγαπάτε τους φίλους σας


Τι αξία έχει, αδελφοί μου, εάν μιλώ αιώνια για τον Θεό και ο Θεός αιώνια σιωπά;

Μπορώ άραγε να υπερασπιστώ το δίκαιο του Θεού, εάν ο Θεός δεν το θέσει υπό την προστασία Του;

Μπορώ να αποδείξω τον Θεό στους άθεους, εάν ο Θεός κρύβεται;

Μπορώ να αγαπώ τα παιδιά Του, εάν Αυτός είναι αδιάφορος απέναντι στα παθήματά τους;


Όχι. Τίποτε από όλα αυτά δεν μπορώ. Οι λέξεις μου δεν έχουν φτερά για να μπορούν να υψώσουν στον  Θεό όλους τους πεσμένους και ξεπεσμένους από τον Θεό ούτε έχουν φωτιά για να ζεστάνουν τις παγωμένες καρδιές των παιδιών έναντι του Πατέρα τους. Οι λέξεις μου δεν είναι τίποτε, αν δεν είναι απήχηση και επανάληψη αυτού που ο Θεός με τη δική του δυνατή γλώσσα λέει. Τι είναι ο ψίθυρος στα βότσαλα της ακτής μπροστά στο φοβερό βουητό του ωκεανού; Έτσι είναι και οι λέξεις μου απέναντι στους λόγους του Θεού. Πώς μπορεί να ακούσει κάποιος τον ψίθυρο στα βότσαλα, τα σκεπασμένα από τον αφρό του μανιώδους στοιχείου, όταν είναι κουφός μπροστά στο βουητό του ωκεανού;

Πώς θα δει τον Θεό στα λόγια μου εκείνος που δεν μπορεί να τον δει στη φύση και στη ζωή;

Πώς οι αδύναμες ανθρώπινες λέξεις μπορούν να πείσουν εκείνον που ούτε οι κεραυνοί δεν είναι σε θέση να πείσουν;

Πώς θα ζεσταθεί με μία σπίθα εκείνος που άφησε τη φωτιά πίσω του;


Δεν σιωπά ο Θεός, αδελφοί μου, αλλά μιλά δυνατότερα από όλες τις θύελλες και τους κεραυνούς. Δεν εγκαταλείπει ο Θεός τον δίκαιο, αλλά τον παρακολουθεί στα παθήματά του και απαλά τον οδηγεί στο θρόνο. Δεν εξαρτάται ο Θεός από οποιουδήποτε την καλή θέληση, αλλά πράττει τα πάντα εξαρτώμενα από τη δική Του καλή θέληση.

Θα ήταν κακόμοιρος ο Θεός, εάν εξαρτιόταν από τις δικανικές υπερασπίσεις ενός θνητού ανθρώπου. Δεν βγαίνω μπροστά σας για να Τον προστατεύσω, αφού ο ίδιος ζητώ την προστασία Του μέρα και νύχτα. Δεν βγαίνω εγώ, ο πτωχός, να ζητήσω από εσάς, τους πτωχούς, ενίσχυση του Θεού και των θείων πραγμάτων. Όχι, αλλά αντίθετα, βγαίνω με την πρόταση, με το αίτημα, -κυρίως με το αίτημα- να ζητήσουμε την ενίσχυση του εαυτού μας και των πραγμάτων μας από τον Θεό, και μόνον από τον Θεό. Δεν έχει να κάνει με χάρη προς τον Θεό, αλλά με χάρη προς τον εαυτό μας. Επαναλαμβάνω: όχι για χάρη του Θεού, αλλά για χάρη του εαυτού μας. Γιατί ο Θεός θα παραμείνει το ίδιο μέγας, είτε τον μεγαλύνουμε είτε τον υποτιμούμε. Ο Θεός θα λάμπει, όσο σκοτάδι και αν ρίξουμε στο όνομά Του. Ο Θεός θα υπάρχει, ακόμα και αν όλη η γη από τα χείλη όλων των πλασμάτων και από τους κρατήρες των ηφαιστείων ούρλιαζε: «Δεν υπάρχεις Θεέ!». Ο Θεός θα υπάρχει, φωτεινός και μεγάλος όπως και σήμερα, και τότε που οι ακτίνες του ήλιου μάταια θα αναζητούν ένα ανθρώπινο πλάσμα στη γη, και αντί ζωντανών θα ζεσταίνουν μόνον τους τάφους των νεκρών.

Ω Θεέ, αιώνια λαμπρέ και αιώνια μεγάλε, να είσαι η ενίσχυσή μας όπως είσαι η ενίσχυση τόσων ήλιων στο διάστημα! Και οι ήλιοι θα έσβηναν, εάν απέστρεφες το βλέμμα Σου, και θα μεταμορφωνόταν την ίδια στιγμή σε βρεγμένες σκοτεινές εστίες – πώς εμείς να λάμπουμε χωρίς Εσένα;

Πώς θα μπορέσουμε, αδελφοί μου, να αγαπήσουμε τους εχθρούς μας χωρίς την ενίσχυση του Θεού; Ιδού, δεν κάναμε καν το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν μάθαμε ακόμα να αγαπάμε ούτε καν τους φίλους μας. Ακόμα χειρότερα: δεν μάθαμε, ακόμα να αγαπάμε ούτε τους εαυτούς μας. Πώς θα αγαπήσουμε τους εχθρούς μας;

Οι λόγοι του Χριστού περί αγάπης για τους εχθρούς μας, περιφέρονται ακόμα στον κόσμο από στόμα σε στόμα, αλλά ακόμα δεν καταφέρνουν να βρουν τον δρόμο από το στόμα στην καρδιά.

Δεν αγαπάμε τους εχθρούς μας. Άραγε δεν είναι οφθαλμοφανές, χωρίς αποδείξεις; Αγαπάμε μόνο εκείνους που μας αγαπούν και δανείζουμε μόνο σε εκείνους που μπορούν να μας τα επιστρέψουν, και κάνουμε καλό μόνο σε εκείνους που μπορούν διπλά να μας ξεχρεώσουν.

Αγαπάμε τον εαυτό μας και τους φίλους μας. Αγαπάμε τους κοντινούς μας, τους πιο κοντινούς μας, με την κυριολεκτική σημασία. Οι απόμακροί μας βρίσκονται μακριά από την αγάπη μας. Η καρδιά μας προσκολλάται σε εκείνο που προσκολλώνται τα μάτια μας. Τα μάτια μας είναι ο οδηγός και της καρδιάς μας.

Σκεφτόμαστε: Ας αγαπάμε τον εαυτό μας και τους φίλους μας. Και σε αυτό εξαπατώμεθα, αφού τον εγωισμό τον αποκαλούμε αγάπη προς τον εαυτό μας και τους ασπασμούς αγάπη απέναντι στους φίλους μας. Στην πραγματικότητα δεν αγαπάμε ούτε τον εαυτό μας ούτε τους φίλους μας και κατά τον ίδιο τρόπο ούτε τους εχθρούς μας. Γιατί σε αυτό που εμείς ονομάζουμε αγάπη δεν υπάρχουν τα πιο καλά στοιχεία της.

Και τα πιο  καλά στοιχεία της αγάπης είναι: η επίγνωση, ο σεβασμός και η θυσία. Η αγάπη έναντι του εαυτού μας δεν διαθέτει ούτε την επίγνωση ούτε το σεβασμό ούτε τη θυσία. Η αγάπη μας έναντι των φίλων μας επίσης δεν διαθέτει τίποτε από τα τρία. Η αγάπη μας αποτελείται μόνον από τα κατώτερά μας στοιχεία. Η αγάπη μας έναντι του εαυτού μας και των κοντινών μας δεν είναι τίποτε άλλο αποδυναμωμένη και σαθρή ταυτόχρονα ενστικτώδης, ζωώδης αγάπη. Και εκείνο που κάνει την ανθρώπινη αγάπη υψηλότερη και φωτεινότερη σε σχέση με την αγάπη των ήμερων και άγριων ζώων είναι η επίγνωση, ο σεβασμός και η θυσία.

Η επίγνωση του εαυτού μας και των φίλων μας αποτελεί το πρωταρχικό στοιχείο της υψηλής και φωτεινής θείας αγάπης. Ο άνθρωπος που σκέφτηκε πολύ για τον εαυτό του και δοκίμασε αρκετά τον εαυτό του μπορεί να φτάσει στην αυτογνωσία. Αλλά απαιτείται να είναι πολύ προσεκτικός σε αυτήν την έρευνα του εαυτού του.

Από το μικρότερο λάθος στην αυτογνωσία μπορεί να βγει λανθασμένο συμπέρασμα και από το λανθασμένο συμπέρασμα να βγει ψευδής αγάπη έναντι του εαυτού μας.

Πρέπει να συνηθίσουμε στην ανάλυση και στην έρευνα. Επειδή από την ορθή ανάλυση του εαυτού μας θα φθάσουμε ως την ορθή σύνθεση. Κάθε λανθασμένη κρίση για τον εαυτό μας, μας εκδικείται πολλαπλάσια. Σε τι βοηθά ένα σωστό και προσεκτικό περπάτημα ολόκληρη την ημέρα στις Άλπεις, αν πριν νυχτώσει γίνει ένα λανθασμένο βήμα  πάνω από το κενό;

Τα σημαντικότερα ερωτήματα που ένας νέος πρέπει να απαντήσει με ορθότητα για να γνωρίσει τον εαυτό του, ώστε ολόκληρη η μελλοντική του ζωή να είναι ορθή και υγιής, είναι:

Α. Ποιος είμαι;

Β. Πόσος είμαι;

Γ. Για τι είμαι;

Κάθε άνθρωπος δεν μπορεί να αφιερωθεί στην φιλοσοφία. Αλλά ένας κόκκος φιλοσοφίας είναι απαραίτητος σε κάθε ανθρώπινη ζωή, όπως το αλάτι στο φαγητό.

Αν ο άνθρωπος αντιληφθεί την οντότητά του ως παραγωγή της τυχαίας διακύμανσης της ύλης, ως ασυνείδητο και άσκοπο παιχνίδι στοιχείων, θα διαθέτει την κατώτερη αντίληψη για τον εαυτό του και τη σημασία του. Αλλά από το μέγεθος της αντίληψης για τον εαυτό του εξαρτάται και το μέγεθος των ιδανικών ενός ανθρώπου, το μέγεθος των σκέψεων και των αισθήσεων και των πράξεών του. Αν όμως ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται την οντότητά του ως αποτέλεσμα και συνέχεια μιας καλλιτεχνικής αναλογίας και δημιουργικής σοφίας συμπαντικής, τότε θα διαθέτει για τον εαυτό του την υψηλότερη αντίληψη, υποταγμένος μόνο στο φαινόμενο του Θεού.

Το δεύτερο ερώτημα επιβάλλεται σε κάθε άνθρωπο: Πόσος είμαι; Ένα κουβάρι γλιστερής ζελατίνης και αδυναμίας εμφανίζεται υπό τον ήλιο με το όνομα άνθρωπος. Η αδυναμία η ίδια, τα δάκρυα, ο νυσταγμός! Με ξένη βοήθεια το κουβάρι ξεδιπλώνεται και με ξένα χέρια σηκώνεται προς τον ήλιο. Χωρίς να προσφέρει τις υπηρεσίες του μοιράζεται το ψωμί με τον υπόλοιπο κόσμο, χωρίς τη θέλησή του γίνεται μέτοχος στο δράμα της ζωής και της αμοιβής της ζωής. Ακόμα μικρό, αυτό το κουβάρι πίνει με την ψυχή του σαν σφουγγάρι όλο τον κόσμο γύρω του με τα δύο μικρά παραθυράκια των ματιών. Αλλά η ψυχή του είναι τόσο μικρή που όλα τα φαινόμενα μοιάζουν ατελείωτα μεγάλα. Στο παιδί ο γονιός του και όλοι οι ενήλικες άνθρωποι φαντάζουν σαν Τιτάνες, σαν θεοί. Όταν φθάσει στο συνηθισμένο ύψος όλων των ανθρώπων, αλλάζει τότε η αντίληψή του περί μεγέθους. Δεν ποθεί πλέον το μέγεθος οποιουδήποτε ενηλίκου ανθρώπου αλλά το μέγεθος συγκεκριμένου αριθμού μεγάλων ανθρώπων, οι οποίοι φαίνονται στην ιστορία σαν τον ήλιο ανάμεσα στα άστρα. Και συγκρίνοντας τον εαυτό του με τους μεγάλους ανθρώπους και με το ιδανικό του για το μέγεθος, αναρωτιέται κάποια μέρα αναμφίβολα: Πόσος είμαι;

Και εκεί αμέσως εμφανίζεται ο κίνδυνος να εξαπατηθεί, να κάνει το λανθασμένο βήμα προς το κενό. Έτσι κρίνει το μέγεθος του εαυτού του ορθά και βρίσκει και τον εαυτό του και τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει. Αν όμως δεν είχε θέσει τον εαυτό του υπό κρίση θα βάδιζε λάθος.

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κρίνουν σωστά το μέγεθός τους και ζουν σε οπτική αυταπάτη. Η πλειονότητα βλέπει τον εαυτό της σε πολύ μεγαλύτερη αναλογία από ότι είναι. Ζώντας σε μία αυταπάτη τέτοιοι άνθρωποι κάνουν τα πάντα για να εξαπατήσουν και άλλους. Επειδή δεν το καταφέρνουν – και δεν είναι στο χέρι τους να το καταφέρουν- αισθάνονται σαν δυστυχισμένοι ιππότες, που ζουν εκτός της εποχής τους και της κοινωνίας τους. Σαν να είναι απαραίτητο όλοι οι άνθρωποι να γίνουν μεγάλοι και μεγαλοφυείς! Σαν για τον Θεό, στο ιστορικό δράμα Του, να μην ήταν το ίδιο απαραίτητοι και οι μικροί άνθρωποι! Σαν ο κόσμος να μπορούσε να υπάρχει χωρίς κτηνοτρόφους και σιδηρουργούς και οδοκαθαριστές!

Ο Θεός μοίρασε στους ανθρώπους τα ταλέντα ανόμοια, ώστε εξαιτίας αυτής της ανομοιότητας να βρίσκεται σε κίνηση η ανθρώπινη ζωή. Κανείς δεν ενοχοποιείται επειδή ήρθε στον κόσμο με περισσότερα ταλέντα. Αλλά θα ενοχοποιηθεί και αυστηρά θα τιμωρηθεί εκείνος που δεν βλέπει το ταλέντο του στην ορθή του διάσταση και εκείνος που δεν προσπαθεί με αυτό που του δόθηκε να δικαιολογήσει την επιβίωσή του και να εκπληρώσει την αποστολή του.

Και το τρίτο ερώτημα: Για τι είμαι εγώ; Αυτό το ερώτημα αφορά την επίγνωση της αποστολής σε αυτόν τον κόσμο. Κάθε άνθρωπος έρχεται σε αυτόν τον  κόσμο με ιδιαίτερη αποστολή. Πόσο πολλοί είναι αυτοί που δεν το πιστεύουν αυτό!

Όλοι είμαστε απεσταλμένοι και ακόλουθοι του Θεού. Όλοι! Η εργασία του σιδηρουργού είναι μια ιδιαίτερη, θεοεμπνευσμένη αποστολή, όπως και του ξυλοκόπου και του λογοτέχνη και του πολιτικού. Χωρίς την εργασία του σιδηρουργού δεν θα υπήρχε πολιτισμός, ούτε αιγυπτιακός ούτε ευρωπαϊκός ούτε κανείς. Η λαϊκή φαντασία μοίρασε σε έναν από τους Ολύμπιους θεούς την εργασία του σιδηρουργού. Δεν είναι λοιπόν ευάρεστο στον ουρανό μόνον το βασιλεύειν και το νουθετείν αλλά και το σφυρηλατείν του σιδερά και η λείανση του ξύλου και το πλέξιμο της ψάθας. Στην Δευτέρα Παρουσία δεν θα πει ο Θεός: Κάθισε δεξιά μου εσύ που φορούσες το στέμμα, ενώ εσύ που κρατούσες το σφυρί κάθισε στ’ αριστερά, αλλά θα δώσει προτεραιότητα και επιβράβευση σύμφωνα με την καλύτερη αντίληψη και εκπλήρωση της αποστολής στη γη.

Δυστυχώς, είναι πολλοί ανάμεσά μας που σε ολόκληρη τη ζωή τους δεν μαθαίνουν την αποστολή τους. Πολλοί μικρόμυαλοι αισθάνονται κλήση για όλες τις αποστολές. Πολλοί υπερήφανοι, μην κάνοντας καμία εργασία, κατακρίνουν όλες τις εργασίες. Πολλούς ανέχεται ο Θεός από ευσπλαχνία, ετοιμάζοντας και στέλνοντας άλλους για την ίδια αποστολή, που προοριζόταν για εκείνους και στα χέρια τους καταστράφηκε. Πολλοί είναι παραπονεμένοι, και ερωτευμένοι καθώς είναι με τον εαυτό τους, περιμένουν ανυπόμονα να τους τεθεί το ερώτημα: «γιατί είσαι εσύ;» για να μπορέσουν να απαντήσουν δυνατά: για όλα! Πολλοί , πάρα πολλοί, είναι εκείνοι που δεν γνωρίζουν, ούτε ποιοι είναι ούτε πόσοι είναι ούτε γιατί είναι, ενώ μιλούν περί αγάπης προς τον εαυτό τους.

Πολλοί, πάρα πολλοί, είναι εκείνοι που δεν βρήκαν τον εαυτό τους αλλά τον αγάπησαν. Τη φανταστική εικόνα τους αγαπούν αυτοί και όχι τον εαυτό τους. Η αυταπάτη για αυτούς είναι γλυκιά, αυτήν αγαπούν και όχι τον εαυτό τους.

Πολλοί είναι εκείνοι που φτιάχνουν πήλινες κατσαρόλες  και νομίζουν για τον εαυτό τους ότι είναι γλύπτες. Πολλοί είναι εκείνοι που έγιναν πολιτικοί, ενώ θα έπρεπε να είναι έμποροι. Όλοι αυτοί μιλούν για αγάπη προς τους εχθρούς, αλλά εν τω μεταξύ ακόμα ούτε τον εαυτό τους δεν αγαπούν, αφού δεν τον γνωρίζουν, ούτε καν ανακάλυψαν τον καλύτερο εαυτό τους. Η αγάπη τους είναι ψεύτικη, εφόσον είναι σχετική με την ψευδή εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους και όχι με την αλήθεια. Όταν ο κεραμοποιός αγαπά τον γλύπτη μέσα του, η αγάπη του για τον εαυτό του είναι ψευδής.

Και όποιος αγαπά ψευδώς τον εαυτό του αυτός αγαπά ψευδώς και τους φίλους του. Και όποιου η αγάπη είναι ψεύτικη προς τον εαυτό του και προς τους φίλους του, αυτού η αγάπη προς τους εχθρούς του είναι δύο φορές μεγαλύτερο ψέμα.

Αλλά δεν αποτελεί υψηλή και άγια αγάπη μόνον η επίγνωση. Μαζί με την γνώση πρέπει να έρθει και ο σεβασμός, το δεύτερο κύριο στοιχείο της άξιας αγάπης.

Ο άνθρωπος πρέπει να ξέρει να σέβεται τον εαυτό του και τους φίλους του. Αλλά δεν μπορεί ο άνθρωπος να σέβεται το κακό μέσα του – ακόμη και ένας ληστής γνωρίζει ότι μόνον το καλό είναι για σεβασμό. Δεν μπορεί όμως ο άνθρωπος να σέβεται το καλό μέσα του, αν δεν γνωρίσει τι είναι και που βρίσκεται το καλό μέσα του. Η γνώση δηλαδή είναι το θεμέλιο και του σεβασμού.

Είχε κάποιος ένα χωράφι, στο οποίο δεν μπορούσε να ξεριζώσει αρκετά αγκάθια. «Μέχρι πότε θα παλεύω με αυτά τα καταραμένα αγκάθια;» αναρωτήθηκε ο νοικοκύρης και σιχάθηκε το χωράφι του. Ο θυμός του ιδιοκτήτη απέναντι στην ανελέητη γη ακόμα περισσότερο μεγάλωνε. Συνέχισε μονότονα να σκάβει, όταν μια μέρα η τσάπα σταμάτησε να αντηχεί και να αναπηδά στις πέτρες. Όταν έμαθε ότι οι σπόροι κάτω από τα αγκάθια ήταν ασημένιοι, τότε του πέρασε και ο θυμός και η μονοτονία. Και άρχισε ο νοικοκύρης να εκτιμά πολύ περισσότερο το χωράφι με τα αγκάθια από όλα τα άλλα, λόγω του ασημιού που υπήρχε σε αυτό.

Έτσι και ο άνθρωπος μπορεί να βλέπει τον εαυτό του σαν χωράφι με αγκάθια. Παρότι μπορεί να αγαπήσει τον εαυτό του, η αγάπη αυτή θα είναι πάντοτε ανακατεμένη με περιφρόνηση του εαυτού του. Μπορεί να καυχιέται μπροστά στους άλλους ανθρώπους αλλά όταν είναι μόνος να σιχαίνεται τον εαυτό του, γιατί γνωρίζει ότι ξεγέλασε τους ανθρώπους καιότι ξεγέλασε και τον εαυτό του, αγαπώντας πάνω του εκείνο που δεν είναι για αγάπη. Δεν μπορεί να σέβεται τον εαυτό του αφού δεν βρήκε κάποιο λόγο για αυτό, δεν βρήκε ούτε κόκκο ασημιού στα αγκάθια της ψυχής του.

Έτσι και η αγάπη προς τους φίλους, αν δεν είναι θεμελιωμένη στο σεβασμό και στη γνώση, γρήγορα γυρίζει σε περιφρόνηση και αηδία.

Πόσο λίγη ιδανική αγάπη υπάρχει μέσα μας για τους φίλους μας!

Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν βασίζεται στην ψυχική συγγένεια, στη γνώση και στο σεβασμό, αλλά στην τυχαία συμπάθεια και στον ατομικό υπολογισμό.

[…]

Καλύτερα να ζει ο άνθρωπος χωρίς φίλους από το να έχει φίλους τους οποίους δεν μπορεί να σέβεται. Το να ζει με φίλους τους οποίους δεν σέβεται είναι γλίστρημα στο πάγο που οδηγεί στην άβυσσο. Στον πάγο τα παιδιά κρατούν το χέρι το ένα του άλλου και τραβούν το ένα το άλλο, για να γλιστρούν ευκολότερα και γρηγορότερα. Και η φιλία χωρίς σεβασμό τέτοιο γλίστρημα στον πάγο είναι, γλίστρημα που καταλήγει σε σπάσιμο λαιμού και καταστροφή.

Το τρίτο στοιχείο της υψηλής και φωτεινής αγάπης είναι η θυσία. Η αγάπη είναι ιερό, όπου συνεχώς πρέπει να τελείται θυσία. Η αγάπη είναι θεότητα, που ζητά μπροστά στο πρόσωπό της πάντα να καίει θυσία, έτσι που να φαίνεται στο φως. Η αληθινή αγάπη, η θεία αγάπη, έχει σχέση πάντοτε με ότι καλύτερο υπάρχει στον άνθρωπο.

Αν αγαπώ τη φαντασία μου, τότε η αγάπη μου είναι ψευδής. Αν αγαπώ τον φίλο μου λόγω των ελαττωμάτων του, τότε η αγάπη μου είναι ψευδής. Αν αγαπώ τον Θεό για να κερδίσω κάτι σε αυτόν τον κόσμο τότε η αγάπη μου είναι ψευδής. Αν αγαπώ πράγματι το ψέμα, τότε πρέπει να θυσιάσω την αλήθεια, αφού και η ψευδής αγάπη ζητά θυσίες. Εκείνος που αγαπά τη ματαιοδοξία, θυσιάζει την εξυπνάδα του και εκείνος που αγαπά το σώμα του θυσιάζει την ψυχή του και εκείνος που αγαπά το χρήμα θυσιάζει την τιμή του.

Και αντίθετα: όποιος αγαπά το νου θυσιάζει τη ματαιοδοξία και όποιος αγαπά την ψυχή θυσιάζει το σώμα και όποιος αγαπά την εντιμότητα θυσιάζει το χρήμα.

Η αγάπη προς τους φίλους είναι ακριβή. Εγώ μιλώ για την αληθινή, θεία αγάπη. Βοήθησε το φίλο σου για το καλό – και ζήτησε τη βοήθειά του για το καλό – μόνον αυτό μπορεί να ονομαστεί πραγματική φιλική αγάπη. Επιθυμώ το φίλο όχι για να κολακεύει τις αδυναμίες μου και να σκεπάζει και να δικαιολογεί τα λάθη μου, αλλά, αντίθετα,να με διορθώνει στο κακό και να με υποστηρίζει στο καλό. Τέτοια φιλία είναι καθαρτήριο, στο οποίο ο άνθρωπος καθαρίζεται από τις άγριες και χαμηλές συνήθειες και διαθέσεις.

Η φιλία είναι πιο απαραίτητη στη ψυχή παρά στο σώμα. Στη θλίψη η σκέψη του φίλου φέρνει ευχάριστη όψη στο πρόσωπο. Στο νεκρικό κρεβάτι η παρουσία του φίλου ομορφαίνει το πρόσωπο του θανάτου. Η φιλία είναι πάντοτε η ζωοδότρα πνοή του αγγέλου, που μας παρακολουθεί στη ζωή, που μας σηκώνει όταν πέφτουμε και μας εμπνέει όταν αποδυναμωνόμαστε.

Ανάλογα με το είδος της αγάπης που προσφέρει ένας άνθρωπος στους φίλους του, τέτοιους φίλους θα βρει. Ο καθένας έχει το φίλο που του αξίζει. Ανάλογα με την ποιότητα και το μέγεθος της θυσίας βρίσκονται και οι φίλοι. Θα πρέπει να απαρνηθώ οτιδήποτε ευτελές για να μπορέσω να έχω για φίλο εκείνον του οποίου το ύψος της ψυχής του μ’ αρέσει. Και πρέπει να αποβάλω τον εγωισμό αγαπώντας έναν μη εγωιστή φίλο. Και πρέπει να αποβάλω τη θηριωδία αγαπώντας έναν ευγενή φίλο.

Η φιλία είναι σχολείο. Ότι είδους είναι η φιλία, τέτοιου είδους είναι και το σχολείο. Κάποιον η φιλία τον ανεβάζει στον ουρανό και άλλον τον τραβά στην κόλαση. Φιλίες οι οποίες είναι συνωμοσία ενάντια στο καλό υπάρχουν αρκετές. Τέτοιες φιλίες υπάρχουν πολλές και στο περιβάλλον μας. Φίλοι μπορεί να γίνουν κι εκείνοι που ούτε γνωρίζονται ούτε σέβονται ούτε θυσιάζονται ο ένας για τον άλλον. Φίλοι γίνονται άνθρωποι διαφορετικής ψυχοσύνθεσης, όχι λόγω της ψυχοσύνθεσης αλλά για το κέρδος. Φίλοι γίνονται άνθρωποι διαφορετικών αρχών, όχι λόγω των αρχών, αλλά για τον πλούτο. Λόγω ειδικού καθεστώτος για να πάρουν άδεια εργασίας και λόγω προμηθειών, λόγω πλιάτσικου και κλοπής.

Φίλοι συχνά αποκαλούνται προσωρινά και εκείνοι που από το βάθος της ψυχής τους περιφρονούν ο ένας τον άλλον. Χαμογελούν ο ένας στον άλλον συχνά εκείνοι που με χαμόγελα καταπιέζουν ξεσπάσματα μίσους ο ένας για τον άλλον. Αχ, αυτά τα φιλικά χαμόγελα! Συχνά σημαίνουν αυλαία πάνω από την κόλαση. Φίλοι γίνονται συχνά οι άνθρωποι λόγω δειλίας, συχνά από φόβο, του ενός προς τον άλλον, πολλές φορές από ματαιοδοξία, συχνά λόγω του ότι βαριούνται. Αυτή είναι η πρόσκαιρη και συμφεροντολογική φιλία – το μεγαλύτερο ζιζάνιο που μεγαλώνει τη γη και η μεγαλύτερη ντροπή των ανθρώπων!

Είναι λοιπόν περίεργο που οι άνθρωποι δεν αγαπούν τους εχθρούς τους, όταν δεν ξέρουν να αγαπούν ούτε τους φίλους τους; Είναι παράξενο να μην μπορεί να διαβάσει βιβλία το παιδί που δεν έμαθε το αλφάβητο; Πώς μπορεί να αγαπήσει ο άνθρωπος τον απόμακρό του, όταν δεν μπορεί να αγαπήσει τον πλησίον του; Πώς μπορεί ο Σέρβος να αγαπήσει τον Γερμανό, όταν ο Σέρβος δεν έμαθε να αγαπά τον Σέρβο; Πώς οι μη γνωρίζοντες τον Θεό Ιάπωνες να αγαπήσουν τους χριστιανούς Ρώσους, όταν οι Ρώσοι δεν αγαπούν ο ένας τον άλλον;

Ποτέ δεν θα υπάρξει αγάπη προς τους εχθρούς, μέχρι να υπάρξει αγάπη ανάμεσα στους φίλους. Και δεν θα υπάρξει αγάπη ανάμεσα σε φίλους, μέχρι να οικοδομηθεί επάνω στην αλληλογνώση, το σεβασμό και τη θυσία.

Όσο η φιλία θα αποτελεί μόνο υπηρέτρια των κατώτερων στόχων, τόσο θα κυβερνά στον κόσμο το κακό.

Η χριστιανική αγάπη κινείται κυκλικά. Πρώτα έρχεται η αγάπη προς τον εαυτό μας, κατόπιν η αγάπη προς τους φίλους μας, μετά η αγάπη προς τους εχθρούς μας και, τέλος, η αγάπη προς τον Θεό. Ο Χριστός την αγάπη προς τον εαυτό μας την πήρε για μέτρο της αγάπης μας για τους ανθρώπους και για τον Θεό.

«Όπως αγαπάς τον εαυτό σου» λέει ο Χριστός, «να αγαπάς και τον πλησίον». Αν οι άνθρωποι είχαν χριστιανική αγάπη προς τον εαυτό τους, γρήγορα θα είχαν και χριστιανική αγάπη προς τους φίλους τους και προς τους εχθρούς τους. Αλλά αυτή η βασική αγάπη των ανθρώπων – η αγάπη προς τον εαυτό μας- ακόμα πλειοψηφεί ως ζωώδης, εγωιστική, αδηφάγα, ακάθαρτη, οπότε και κάθε άλλη αγάπη, βασιζόμενη σε τέτοια αγάπη, είναι ομοίως τέτοια.

Όμως, θα έρθει μια καλύτερη εποχή, κατά την οποία οι άνθρωποι θα αγαπιούνται περισσότερο με το πνεύμα και την αλήθεια, και λόγω του πνεύματος και της αλήθειας, και θα έχουν αληθινή αγάπη τόση όση είναι σήμερα η ψευδής αγάπη.

Θα έρθει εποχή κατά την οποία ο φίλος για τον φίλο θα είναι ιερέας και εξομολόγος, και όχι συνεργάτης στην συγκέντρωση πλούτου και την απόλαυση αυτού του κόσμου.

Θα έρθει εποχή κατά την οποία ο φίλος είναι για τον φίλο παρηγορητής και ιατρός, και όχι αποπλανητής και εξολοθρευτής της ψυχής.

Όταν έρθει αυτή η εποχή, τότε θα αρχίσει η αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους. Μα όσο μακριά και αν είναι αυτή η εποχή, βρίσκεται καθοδόν και θα έρθει.

Η αγάπη με την οποία σήμερα οι άνθρωποι  αγαπιούνται οδηγεί στην αυτοκτονία. Αλλά όταν έρθει εκείνη η εποχή θα φέρει μαζί της και την αγάπη η οποία θα καθοδηγεί προς τη ζωή.

Ακόμα δεν ήρθε η εποχή της αγάπης προς τους εχθρούς, αφού ακόμα δεν πληρούμε την εντολή της αγάπης προς τους φίλους.

Αλλά θα εκπληρωθεί και η μία και η άλλη εντολή, γιατί δεν προέρχονται από τον άνθρωπο αλλά από τον Θεό. Και η θεϊκή εντολή δεν μπορεί να μείνει ανεκπλήρωτη. Δεν μπορώ εγώ, αδελφοί μου, να σας παρακινήσω με τους αδύναμους λόγους μου, ώστε να εκπληρώσετε τις θεϊκές εντολές περί αγάπης. Όμως, θα σας κινήσει σ’ αυτό ο Θεός, ο οποίος κινεί τους ήλιους. Δεν μπορώ να σας δώσω ούτε τη δύναμη για αληθινή αγάπη προς τους  φίλους ούτε τη δύναμη για την γνώση ούτε τη δύναμη για το σεβασμό ούτε τη δύναμη για τη θυσία. Αυτή τη δύναμη θα σας τη δώσει Εκείνος που έχει την παντοδυναμία στα χέρια Του και που κινεί τα σύννεφα με τις σκέψεις. Το ζήτημα του Θεού θα καταστρεφόταν αν εξαρτιόταν από τους λόγους μου και από τις δικές σας συνήθειες. Αλλά το ζήτημα του Θεού, ανεξάρτητα από όλους εμάς θα πετύχει και θα νικήσει. Εκείνος του οποίου τα χρόνια δεν έχουν αριθμό και η οντότητά του δεν έχει τέλος δεν μπορεί να αφήσει το επίγειο σπίτι του στις διαθέσεις μας, στα αδύναμα δημιουργήματά του, των οποίων η αρχή και το τέλος συναντιούνται σ’ ένα σημείο και των οποίων η οντότητα είναι μια κουκίδα. Δεν είναι ο άνθρωπος αλλά ο Θεός φερέγγυος και πιστός εγγυητής της βασιλείας της αγάπης στη γη. Ο Θεός μας είναι εγγυητής ότι ο ήλιος δεν θα σβήσει πριν να δει τα τέκνα Του επί της γης να μοιάζουν στον επουράνιο Πατέρα τους.

Κοίτα, σε λίγο καιρό θα σβήσει για μας ο ήλιος: θα μείνουμε κρυμμένοι από τον ήλιο. Αλλά γιατί και εμάς να μη δει ο ήλιος, όσο ζούμε, σαν τέκνα που μοιάζουν στον επουράνιο Πατέρα τους; Ας υποσχεθούμε ότι θα δώσουμε τέτοια ευχαρίστηση στον ήλιο και πόσο μεγαλύτερη ευχαρίστηση σε εμάς και τους φίλους μας! Ας είναι αρωγός μας σε αυτό ο επουράνιος Πατέρας μας, και τώρα και στους αιώνες. Μόνο δίπλα του η φιλία λαμβάνει θεϊκό φωτοστέφανο και θεϊκή ζεστασιά. Μόνο σε Αυτόν υπάρχει αγάπη και μόνο μέσω Αυτού η γνώση και ο σεβασμός, και μόνο με τη βοήθειά Του η θυσία. Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και το φως Του μαζί μας επί γης!

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ, Επισκόπου Αχρίδος και προηγουμένως Ζίτσης,

Δρ Θεολογίας, Δρ Φιλοσοφίας

«Αγαπάτε τους φίλους σας» αποσπάσματα

ΑΡΓΑ ΒΑΔΙΖΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ Εκδόσεις Εν Πλώ


Νοοτροπία και τρόπος ζωής στη μαζική δημοκρατία

 

Νοοτροπία και τρόπος ζωής στη μαζική δημοκρατία

Απόσπασμα* από το βιβλίο Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία. Παναγιώτης Κονδύλης, εκδόσεις Θεμέλιο.

Κείμενο: Παναγιώτης Κονδύλης
 Η νοοτροπία και ο τρόπος ζωής μιας κοινωνίας προφανώς σχετίζο­νται στενά με τις εκάστοτε κρατούσες ιδέες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ατόμου, για τον ρόλο του ως συνανθρώπου καθώς και για την υφή του ως άνθρωπου. Γνωρίζουμε ότι η μεθερμηνεία και η μετατροπή του φιλελευθερισμού υπό το πνεύμα της μαζικής δημο­κρατίας συντελέσθηκαν πρωταρχικά σε συνάφεια με τη δραστική μετατόπιση του περιεχομένου της έννοιας του ατομικισμού. Η νέα αντίληψη για το άτομο, με την οποία συναρτώνται σε ουσιώδη σημεία η νοοτροπία και ο τρόπος ζωής της μαζικής δημοκρατίας, στηριζόταν σε μια προγραμματική αντικατάσταση των άξιων της αυτοπειθάρχησης από τις άξιες της αυτοπραγμάτωσης, οι οποίες από την πλευρά τους έχουν διπλή αναφορά ή διπλή σημασία.


Στο στενότερο επίπεδο του άτομου —εκείθεν ή εντεύθεν των πο­λιτικών προγραμμάτων— το αίτημα της αυτοπραγμάτωσης 

συχνά συνυφαίνεται με τις ηδονιστικές εκείνες στάσεις που υποβαστάζουν ψυχολογικά τη μαζική κατανάλωση και επομένως 

την υπόσταση της οικονομίας.



Στο επίπεδο των πολι­τικών προγραμμάτων και σκοποθεσιών το σύνθημα της αυτοπραγμάτωσης του άτομου συνδέθηκε με αιτήματα, τα οποία σε τελευταία ανάλυση απέβλεπαν στην υλική ισότητα και επί πλέον στον εκδημοκρατισμό μέσω της συμμετοχής. Σε συνάφεια με τον στόχο της υλικής Ισότητας, η αυτοπραγμάτωση του άτομου σήμαινε ότι το κράτος όφειλε να προνοήσει για τη δημιουργία των γενικών εκείνων συνθηκών, οι οποίες θα πρόσφεραν σε κάθε άτομο («γνήσια», δηλαδή όχι απλώς τυπικά-νομικά, ίσες ευκαιρίες να αναπτύξει ελεύθερα τις φυσικές του καταβολές και τα ενδιαφέροντα του. Από την άλλη μεριά, η αυτο­πραγμάτωση και ο εκδημοκρατισμός φάνηκαν να συνδέονται στενά επειδή μοναχά άτομα, που έχουν αυτοπραγματωθεί με την παραπάνω έννοια ή που βρίσκονται τουλάχιστον στον σωστό δρόμο προς την αυτοπραγμάτωση, έχουν τις απαιτούμενες ικανότητες για να συμμετάσχουν ως ίσοι μεταξύ ίσων στη διαμόρφωση των κοινωνικά σημαντικών αποφάσεων σε όλες τις βαθμίδες όπου λαμβάνονται τέτοιες· η συμμετοχή σε δημοκρατικές διαδικασίες είναι λοιπόν αναγκαίος όρος και συνάμα φυσική συνέπεια της αυτοπραγμάτωσης. Ως πολιτικό μέγεθος η αυτοπραγμάτωση ισοδυναμεί με τον αυτοπροσδιορισμό, δηλαδή με την ικανότητα του άτομου να επιβάλλει μέσω της συμμετοχής του σε δημοκρατικές διαδικασίες αποφάσεων την ατομική αυτοπραγμάτωση ως απόλυτη κοινωνική προτεραιότητα, και συνάμα να επεξεργάζεται το νομικό πλαίσιο για την υλική διασφάλιση τούτης της προτεραιότητας. Αντίστοιχα ερμηνεύονται τώρα και τα «ανθρώπινα δικαιώματα», τα οποία, αντίθετα απ’ όσα ισχυρίζεται η δημοκρατική τελολογική αντίληψη της Ιστορίας, δεν αποτελούν τελειωτικό πνευματικό και ηθικό επίτευγμα ύστερα από αιώνες καταπίεσης και σκότους, παρά κατά βάση συνιστούν τον τρόπο λειτουργίας και επιβίωσης της μαζικής δημοκρατίας, με την οποία και συνδέεται η μοίρα τους. Τα «ανθρώπινα δικαιώματα» είναι δικαιώματα που φαίνονται απαραί­τητα για την αυτοπραγμάτωση με τη δημοκρατική έννοια του όρου και έχουν, ακριβώς όπως και η αυτοπραγμάτωση, όχι μόνο μια πολιτική, αλλά και μια δεύτερη διάσταση, την οποία υπαινιχθήκαμε προηγουμένως και θα εξηγήσουμε τώρα.


Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι κάτω από την επιρροή βιοτικών ιδεωδών και ρευμάτων, 

τα οποία εμπνέονται από την πολιτισμική επανάσταση και εκπροσωπούνται κυρίως από ομάδες 

(π.χ. νέους και διανοουμένους) με μικρότερη ικανότητα ή επιθυμία κατανάλωσης, ο ηδονισμός 

παίρνει συχνότατα μορφές εν μέρει άμεσα αντιτιθέμενες στον χυδαίο καταναλωτικό υλισμό.



Στο στενότερο επίπεδο του άτομου —εκείθεν ή εντεύθεν των πο­λιτικών προγραμμάτων— το αίτημα της αυτοπραγμάτωσης συχνά συνυφαίνεται με τις ηδονιστικές εκείνες στάσεις που υποβαστάζουν ψυχολογικά τη μαζική κατανάλωση και επομένως την υπόσταση της οικονομίας. Τούτη η ηδονιστική αυτοπραγμάτωση πρέπει βέβαια να διακριθεί από την πολιτική· δεν αντιτίθενται οπωσδήποτε θεωρητικά σε τούτην εδώ, όμως ως πρακτική στάση συχνότατα πηγάζει από την παθητικότητα εκείνη, η οποία απορρέει από τη διαπίστωση της ασημαντότητας του άτομου εντός των γιγαντιαίων δομών και μηχανισμών της μαζικής δημοκρατίας και της οποίας το αντιστάθμισμα ζητείται στην ένταση της προσωπικής ζωής και των προσωπικών βιωμάτων — όπως και αντίστροφα: η βεβαιότητα, πως η ζωή στη μαζική δη­μοκρατία μπορεί να προσφέρει μια πληθώρα τέτοιων αντισταθμισμάτων, ενισχύει την τάση για μιαν ύπαρξη στο περιθώριο της μεγάλης και της μικρής πολιτικής. Αναμφίβολα υπάρχει πρωταρχική και ουσιώδης σχέση ανάμεσα στις διαθέσιμες καταναλωτικές δυνατότητες και στην επικρατούσα εκδοχή του ιδεώδους της αυτοπραγμάτωσης. Γιατί αυτές οι δυνατότητες πρόσφεραν για πρώτη φορά το συγκεκριμένο ερέθισμα και την απτή βάση για την προγραμματική σύνδεση αυτοπραγμάτωσης και ηδονισμού, ενώ σε όλους τους προγενέστερους κοινωνικούς σχηματισμούς η αυτοπραγμάτωση οριζόταν κατά κύριο λόγο ως αυτοϋπέρβαση, δηλαδή ως επιβολή του αληθινού ή αυθεντικού εγώ πάνω στα κατώτερα ψυχόρμητα- τώρα όμως η αυτοϋπέρβαση με την παραδεδομένη ηθική έννοια εμφανίζεται κατά κανόνα ως το ακριβώς αντίθετο της γνήσιας αυτοπραγμάτωσης. Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι κάτω από την επιρροή βιοτικών ιδεωδών και ρευμάτων, τα οποία εμπνέονται από την πολιτισμική επανάσταση και εκπροσωπούνται κυρίως από ομάδες (π.χ. νέους και διανοουμένους) με μικρότερη ικανότητα ή επιθυμία κατανάλωσης, ο ηδονισμός παίρνει συχνότατα μορφές εν μέρει άμεσα αντιτιθέμενες στον χυδαίο καταναλωτικό υλισμό. Έτσι εκτιμώνται περισσότερο από τα υλικά αγαθά τα πνευματικά, ωστόσο και πάλι παραμερίζεται η παραδοσιακή ασκητική αντιδιαστολή του πνευματικού στοιχείου προς το αισθητό ή υλικό: στην περίπτωση αυτήν είναι δυνατόν να συμπίπτουν τα πνευματικά αγαθά με την ικανοποίηση των αισθήσεων, ήτοι τα πρώτα σχετίζονται με τον έρωτα, τις αθλοπαιδιές, τη φιλική συντροφιά, τη σχόλη ή τον στοχασμό — πάντοτε στην υπηρεσία της επικοινωνίας και της αυτοπραγμάτωσης. Βέβαια, μονάχα μια κοινωνία που παράγει και καταναλώνει, κατά μάζες υλικά αγαθά μπορεί να δημιουργήσει τους ελεύθερους χώρους, oι οποίοι είναι απαραίτητοι για την ομαδική αναζήτηση και καλλιέργεια τέτοιων πνευματικών αγα­θών. Αυτό εξηγεί γιατί τούτα τα τελευταία, παρά τον τρόπο που κατανοούν τον εαυτό τους οι εκπρόσωποι τους, μπορούν να υπαχθούν μαζί με τις πεζές καταναλωτικές ανάγκες των πλείστων μελών της κοινωνίας κάτω από έναν και μόνο κοινό παρονομαστή, εκείνον του ηδονισμού. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάμουμε με στάσεις, οι οποίες διαμορφώνονται κάτω από τις ίδιες κοινωνικές συνθήκες και έχουν μεταξύ τους σχέση συμπληρωματική, αν και όχι πάντοτε αρμονική.
Κοντολογής, το χαρακτηρολογικό πρότυπο, το οποίο δίνει τον τόνο στη μαζική δημοκρατία, μολονότι δεν κυριαρχεί σ’ όλη τη γραμμή, αποτελεί σε κεντρικά σημεία αντιστροφή του πουριτανικού ή του βικτωριανού αστικού ήθους και έθους. Στο προσκήνιο δεν βρίσκεται η αυτοπειθαρχία με σκοπό την επίτευξη εσωτερικών και εξωτερικών στόχων ούτε κι η υποταγή της καθημερινής δραστηριότητας σε μακροπρόθεσμες επιδιώξεις, παρά μάλλον η κατάφαση της βραχυπρόθεσμης απόλαυσης, του στιγμιαίου και του αυθόρμητου καθώς και η απόρριψη του εξωτερικού ελέγχου, της πειθάρχησης και της εξουσίας.


* Σελ 251,252,253


Πηγή 


Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού 


από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία



Αν δεν μπορείτε να διαβάσετε άρθρο κάντε κλικ εδώ.

Υπάρχει μια παλιά ιστορία για ένα παιδί που πήγε να ζητήσει τη βοήθεια ενός σοφού....


«Ήρθα, δάσκαλε, γιατί νοιώθω τόσο ασήμαντος που δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα. Μου λένε ότι δεν αξίζω τίποτα, ότι δεν κάνω τίποτα σωστά, ότι είμαι αδέξιος και χαζός. Πως μπορώ να βελτιωθώ; Τι μπορώ να κάνω για να με εκτιμήσουν περισσότερο;»

Ο δάσκαλος, χωρίς να τον κοιτάξει, του είπε:

«Πόσο λυπάμαι, αγόρι μου. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω γιατί πρώτα πρέπει να λύσω ένα δικό μου πρόβλημα. Μετά, ίσως..» και ύστερα από μια παύση συνέχισε : «Αν θέλεις να με βοηθήσεις εσύ, μπορεί να λύσω γρήγορα το πρόβλημά μου και μετά να μπορέσω να σε βοηθήσω.»

«Ε ...;μετά χαράς, δάσκαλε» είπε διστακτικά ο νεαρός, νοιώθοντας ότι τον υποτιμούσαν για άλλη μια φορά και μετέθεταν τις ανάγκες του.

«Ωραία» συνέχισε ο δάσκαλος. Έβγαλε το δαχτυλίδι που φορούσε στο αριστερό του χέρι και το έδωσε στο αγόρι, λέγοντας :»Πάρε το άλογο που είναι εκεί έξω και τρέξε στην αγορά. Πρέπει να πουλήσω αυτό το δαχτυλίδι για να πληρώσω ένα χρέος. Είναι ανάγκη να πάρεις όσο περισσότερα χρήματα μπορείς για αυτό. Και με κανέναν τρόπο μη δεχτείς λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί. Πήγαινε και έλα με το χρυσό φλουρί όσο πιο γρήγορα μπορείς.»

Ο νεαρός πήρε το δαχτυλίδι κι έφυγε. Μόλις έφτασε στην αγορά άρχισε να προσφέρει το δαχτυλίδι στους εμπόρους που το κοίταζαν με κάποιο ενδιαφέρον, ώσπου ο νεαρός έλεγε τι ζητούσε γι' αυτό.

Όταν το παιδί έλεγε «ένα χρυσό φλουρί» άλλοι γελούσαν, άλλοι του γύριζαν τις πλάτες και μόνο ένας γέροντας φάνηκε αρκετά ευγενικός για να μπει στον κόπο να του εξηγήσει ότι ένα χρυσό φλουρί ήταν πάρα πολύ για ένα δαχτυλίδι. Θέλοντας να βοηθήσει, ένας του πρόσφερε ένα ασημένιο νόμισμα κι ένα μπακιρένιο τάσι, όμως, ο νεαρός είχε οδηγίες να μη δεχτεί λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί κι έτσι απέρριψε την προσφορά.

Αφού προσπάθησε να πουλήσει το κόσμημα σε όποιον συνάντησε στο δρόμο του στην αγορά - και σίγουρα θα ήταν πάνω από εκατό άτομα - , παραδέχτηκε την αποτυχία του, καβάλησε το άλογο και γύρισε πίσω.

Πόσο θα ήθελε ο νεαρός να είχε ένα χρυσό φλουρί για να το δώσει στο δάσκαλο και να τον γλυτώσει από το πρόβλημά του. Έτσι, θα έπαιρνε κι αυτός τη συμβουλή και τη βοήθεια του δασκάλου.

Μπήκε μέσα στην κάμαρη.

«Δάσκαλε» είπε, «λυπάμαι. Είναι αδύνατο να τα καταφέρω. Ίσως να μπορούσα να πάρω δύο ή τρία ασημένια, όμως, νομίζω ότι δεν μπορώ να γελάσω κανέναν για την πραγματική αξία του δαχτυλιδιού.»

«Αυτό που είπες είναι πολύ σημαντικό, νεαρέ μου φίλε» απάντησε χαμογελώντας ο δάσκαλος. «Πρέπει πρώτα να μάθουμε την αληθινή αξία του δαχτυλιδιού. Καβάλησε πάλι το άλογο και πήγαινε στον κοσμηματοπώλη. Ποιος άλλος θα ξέρει καλύτερα; Πες του ότι θέλεις να το πουλήσεις και ρώτησέ τον πόσα μπορεί να πιάσει.Ομως, μην του το πουλήσεις όσα κι αν σου προσφέρει. Γύρισε πίσω με το δαχτυλίδι.»

Ο νεαρός καβάλησε το άλογο κι έφυγε πάλι.

Ο κοσμηματοπώλης εξέτασε το δαχτυλίδι στο φως του κεριού, το κοίταξε με το φακό, το ζύγισε και μετά είπε στο παιδί:

«Πες στο δάσκαλο, αγόρι μου, ότι αν θέλει να το πουλήσει αμέσως, δεν μπορώ να του δώσω παραπάνω από πενήντα οχτώ χρυσά φλουριά για το δαχτυλίδι του.»
«Πενήντα οχτώ χρυσά;» φώναξε το παιδί.
«Ναι» απάντησε ο κοσμηματοπώλης. «Βέβαια,, με λίγη υπομονή θα μπορούσαμε να βγάλουμε γύρω στα εβδομήντα χρυσά φλουριά, όμως, αν είναι επείγον ...;»
Ο νεαρός έτρεξε συγκινημένος στο σπίτι του δασκάλου να του πει τα καθέκαστα.

«Κάθισε» του είπε ο δάσκαλος αφού τον άκουσε. «Είσαι κι εσύ σαν αυτό το δαχτυλίδι. 'Ενα πολύτιμο και μοναδικό κόσμημα. Και σαν τέτοιο, πρέπει να σ΄εκτιμήσει ένας αληθινός ειδικός. Γιατί στη ζωή σου γυρίζεις εδώ κι εκεί ζητώντας να εκτιμήσει ο καθένας την πραγματική σου αξία;»

Και μ' αυτά τα λόγια, έβαλε πάλι το δαχτυλίδι στο μικρό του δάχτυλο του αριστερού του χεριού...

Υγιαίνετε..!

2019 onisimos.gr All rights reserved Developed by B.I.S