Αγαπάτε τους φίλους σας


Τι αξία έχει, αδελφοί μου, εάν μιλώ αιώνια για τον Θεό και ο Θεός αιώνια σιωπά;

Μπορώ άραγε να υπερασπιστώ το δίκαιο του Θεού, εάν ο Θεός δεν το θέσει υπό την προστασία Του;

Μπορώ να αποδείξω τον Θεό στους άθεους, εάν ο Θεός κρύβεται;

Μπορώ να αγαπώ τα παιδιά Του, εάν Αυτός είναι αδιάφορος απέναντι στα παθήματά τους;


Όχι. Τίποτε από όλα αυτά δεν μπορώ. Οι λέξεις μου δεν έχουν φτερά για να μπορούν να υψώσουν στον  Θεό όλους τους πεσμένους και ξεπεσμένους από τον Θεό ούτε έχουν φωτιά για να ζεστάνουν τις παγωμένες καρδιές των παιδιών έναντι του Πατέρα τους. Οι λέξεις μου δεν είναι τίποτε, αν δεν είναι απήχηση και επανάληψη αυτού που ο Θεός με τη δική του δυνατή γλώσσα λέει. Τι είναι ο ψίθυρος στα βότσαλα της ακτής μπροστά στο φοβερό βουητό του ωκεανού; Έτσι είναι και οι λέξεις μου απέναντι στους λόγους του Θεού. Πώς μπορεί να ακούσει κάποιος τον ψίθυρο στα βότσαλα, τα σκεπασμένα από τον αφρό του μανιώδους στοιχείου, όταν είναι κουφός μπροστά στο βουητό του ωκεανού;

Πώς θα δει τον Θεό στα λόγια μου εκείνος που δεν μπορεί να τον δει στη φύση και στη ζωή;

Πώς οι αδύναμες ανθρώπινες λέξεις μπορούν να πείσουν εκείνον που ούτε οι κεραυνοί δεν είναι σε θέση να πείσουν;

Πώς θα ζεσταθεί με μία σπίθα εκείνος που άφησε τη φωτιά πίσω του;


Δεν σιωπά ο Θεός, αδελφοί μου, αλλά μιλά δυνατότερα από όλες τις θύελλες και τους κεραυνούς. Δεν εγκαταλείπει ο Θεός τον δίκαιο, αλλά τον παρακολουθεί στα παθήματά του και απαλά τον οδηγεί στο θρόνο. Δεν εξαρτάται ο Θεός από οποιουδήποτε την καλή θέληση, αλλά πράττει τα πάντα εξαρτώμενα από τη δική Του καλή θέληση.

Θα ήταν κακόμοιρος ο Θεός, εάν εξαρτιόταν από τις δικανικές υπερασπίσεις ενός θνητού ανθρώπου. Δεν βγαίνω μπροστά σας για να Τον προστατεύσω, αφού ο ίδιος ζητώ την προστασία Του μέρα και νύχτα. Δεν βγαίνω εγώ, ο πτωχός, να ζητήσω από εσάς, τους πτωχούς, ενίσχυση του Θεού και των θείων πραγμάτων. Όχι, αλλά αντίθετα, βγαίνω με την πρόταση, με το αίτημα, -κυρίως με το αίτημα- να ζητήσουμε την ενίσχυση του εαυτού μας και των πραγμάτων μας από τον Θεό, και μόνον από τον Θεό. Δεν έχει να κάνει με χάρη προς τον Θεό, αλλά με χάρη προς τον εαυτό μας. Επαναλαμβάνω: όχι για χάρη του Θεού, αλλά για χάρη του εαυτού μας. Γιατί ο Θεός θα παραμείνει το ίδιο μέγας, είτε τον μεγαλύνουμε είτε τον υποτιμούμε. Ο Θεός θα λάμπει, όσο σκοτάδι και αν ρίξουμε στο όνομά Του. Ο Θεός θα υπάρχει, ακόμα και αν όλη η γη από τα χείλη όλων των πλασμάτων και από τους κρατήρες των ηφαιστείων ούρλιαζε: «Δεν υπάρχεις Θεέ!». Ο Θεός θα υπάρχει, φωτεινός και μεγάλος όπως και σήμερα, και τότε που οι ακτίνες του ήλιου μάταια θα αναζητούν ένα ανθρώπινο πλάσμα στη γη, και αντί ζωντανών θα ζεσταίνουν μόνον τους τάφους των νεκρών.

Ω Θεέ, αιώνια λαμπρέ και αιώνια μεγάλε, να είσαι η ενίσχυσή μας όπως είσαι η ενίσχυση τόσων ήλιων στο διάστημα! Και οι ήλιοι θα έσβηναν, εάν απέστρεφες το βλέμμα Σου, και θα μεταμορφωνόταν την ίδια στιγμή σε βρεγμένες σκοτεινές εστίες – πώς εμείς να λάμπουμε χωρίς Εσένα;

Πώς θα μπορέσουμε, αδελφοί μου, να αγαπήσουμε τους εχθρούς μας χωρίς την ενίσχυση του Θεού; Ιδού, δεν κάναμε καν το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν μάθαμε ακόμα να αγαπάμε ούτε καν τους φίλους μας. Ακόμα χειρότερα: δεν μάθαμε, ακόμα να αγαπάμε ούτε τους εαυτούς μας. Πώς θα αγαπήσουμε τους εχθρούς μας;

Οι λόγοι του Χριστού περί αγάπης για τους εχθρούς μας, περιφέρονται ακόμα στον κόσμο από στόμα σε στόμα, αλλά ακόμα δεν καταφέρνουν να βρουν τον δρόμο από το στόμα στην καρδιά.

Δεν αγαπάμε τους εχθρούς μας. Άραγε δεν είναι οφθαλμοφανές, χωρίς αποδείξεις; Αγαπάμε μόνο εκείνους που μας αγαπούν και δανείζουμε μόνο σε εκείνους που μπορούν να μας τα επιστρέψουν, και κάνουμε καλό μόνο σε εκείνους που μπορούν διπλά να μας ξεχρεώσουν.

Αγαπάμε τον εαυτό μας και τους φίλους μας. Αγαπάμε τους κοντινούς μας, τους πιο κοντινούς μας, με την κυριολεκτική σημασία. Οι απόμακροί μας βρίσκονται μακριά από την αγάπη μας. Η καρδιά μας προσκολλάται σε εκείνο που προσκολλώνται τα μάτια μας. Τα μάτια μας είναι ο οδηγός και της καρδιάς μας.

Σκεφτόμαστε: Ας αγαπάμε τον εαυτό μας και τους φίλους μας. Και σε αυτό εξαπατώμεθα, αφού τον εγωισμό τον αποκαλούμε αγάπη προς τον εαυτό μας και τους ασπασμούς αγάπη απέναντι στους φίλους μας. Στην πραγματικότητα δεν αγαπάμε ούτε τον εαυτό μας ούτε τους φίλους μας και κατά τον ίδιο τρόπο ούτε τους εχθρούς μας. Γιατί σε αυτό που εμείς ονομάζουμε αγάπη δεν υπάρχουν τα πιο καλά στοιχεία της.

Και τα πιο  καλά στοιχεία της αγάπης είναι: η επίγνωση, ο σεβασμός και η θυσία. Η αγάπη έναντι του εαυτού μας δεν διαθέτει ούτε την επίγνωση ούτε το σεβασμό ούτε τη θυσία. Η αγάπη μας έναντι των φίλων μας επίσης δεν διαθέτει τίποτε από τα τρία. Η αγάπη μας αποτελείται μόνον από τα κατώτερά μας στοιχεία. Η αγάπη μας έναντι του εαυτού μας και των κοντινών μας δεν είναι τίποτε άλλο αποδυναμωμένη και σαθρή ταυτόχρονα ενστικτώδης, ζωώδης αγάπη. Και εκείνο που κάνει την ανθρώπινη αγάπη υψηλότερη και φωτεινότερη σε σχέση με την αγάπη των ήμερων και άγριων ζώων είναι η επίγνωση, ο σεβασμός και η θυσία.

Η επίγνωση του εαυτού μας και των φίλων μας αποτελεί το πρωταρχικό στοιχείο της υψηλής και φωτεινής θείας αγάπης. Ο άνθρωπος που σκέφτηκε πολύ για τον εαυτό του και δοκίμασε αρκετά τον εαυτό του μπορεί να φτάσει στην αυτογνωσία. Αλλά απαιτείται να είναι πολύ προσεκτικός σε αυτήν την έρευνα του εαυτού του.

Από το μικρότερο λάθος στην αυτογνωσία μπορεί να βγει λανθασμένο συμπέρασμα και από το λανθασμένο συμπέρασμα να βγει ψευδής αγάπη έναντι του εαυτού μας.

Πρέπει να συνηθίσουμε στην ανάλυση και στην έρευνα. Επειδή από την ορθή ανάλυση του εαυτού μας θα φθάσουμε ως την ορθή σύνθεση. Κάθε λανθασμένη κρίση για τον εαυτό μας, μας εκδικείται πολλαπλάσια. Σε τι βοηθά ένα σωστό και προσεκτικό περπάτημα ολόκληρη την ημέρα στις Άλπεις, αν πριν νυχτώσει γίνει ένα λανθασμένο βήμα  πάνω από το κενό;

Τα σημαντικότερα ερωτήματα που ένας νέος πρέπει να απαντήσει με ορθότητα για να γνωρίσει τον εαυτό του, ώστε ολόκληρη η μελλοντική του ζωή να είναι ορθή και υγιής, είναι:

Α. Ποιος είμαι;

Β. Πόσος είμαι;

Γ. Για τι είμαι;

Κάθε άνθρωπος δεν μπορεί να αφιερωθεί στην φιλοσοφία. Αλλά ένας κόκκος φιλοσοφίας είναι απαραίτητος σε κάθε ανθρώπινη ζωή, όπως το αλάτι στο φαγητό.

Αν ο άνθρωπος αντιληφθεί την οντότητά του ως παραγωγή της τυχαίας διακύμανσης της ύλης, ως ασυνείδητο και άσκοπο παιχνίδι στοιχείων, θα διαθέτει την κατώτερη αντίληψη για τον εαυτό του και τη σημασία του. Αλλά από το μέγεθος της αντίληψης για τον εαυτό του εξαρτάται και το μέγεθος των ιδανικών ενός ανθρώπου, το μέγεθος των σκέψεων και των αισθήσεων και των πράξεών του. Αν όμως ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται την οντότητά του ως αποτέλεσμα και συνέχεια μιας καλλιτεχνικής αναλογίας και δημιουργικής σοφίας συμπαντικής, τότε θα διαθέτει για τον εαυτό του την υψηλότερη αντίληψη, υποταγμένος μόνο στο φαινόμενο του Θεού.

Το δεύτερο ερώτημα επιβάλλεται σε κάθε άνθρωπο: Πόσος είμαι; Ένα κουβάρι γλιστερής ζελατίνης και αδυναμίας εμφανίζεται υπό τον ήλιο με το όνομα άνθρωπος. Η αδυναμία η ίδια, τα δάκρυα, ο νυσταγμός! Με ξένη βοήθεια το κουβάρι ξεδιπλώνεται και με ξένα χέρια σηκώνεται προς τον ήλιο. Χωρίς να προσφέρει τις υπηρεσίες του μοιράζεται το ψωμί με τον υπόλοιπο κόσμο, χωρίς τη θέλησή του γίνεται μέτοχος στο δράμα της ζωής και της αμοιβής της ζωής. Ακόμα μικρό, αυτό το κουβάρι πίνει με την ψυχή του σαν σφουγγάρι όλο τον κόσμο γύρω του με τα δύο μικρά παραθυράκια των ματιών. Αλλά η ψυχή του είναι τόσο μικρή που όλα τα φαινόμενα μοιάζουν ατελείωτα μεγάλα. Στο παιδί ο γονιός του και όλοι οι ενήλικες άνθρωποι φαντάζουν σαν Τιτάνες, σαν θεοί. Όταν φθάσει στο συνηθισμένο ύψος όλων των ανθρώπων, αλλάζει τότε η αντίληψή του περί μεγέθους. Δεν ποθεί πλέον το μέγεθος οποιουδήποτε ενηλίκου ανθρώπου αλλά το μέγεθος συγκεκριμένου αριθμού μεγάλων ανθρώπων, οι οποίοι φαίνονται στην ιστορία σαν τον ήλιο ανάμεσα στα άστρα. Και συγκρίνοντας τον εαυτό του με τους μεγάλους ανθρώπους και με το ιδανικό του για το μέγεθος, αναρωτιέται κάποια μέρα αναμφίβολα: Πόσος είμαι;

Και εκεί αμέσως εμφανίζεται ο κίνδυνος να εξαπατηθεί, να κάνει το λανθασμένο βήμα προς το κενό. Έτσι κρίνει το μέγεθος του εαυτού του ορθά και βρίσκει και τον εαυτό του και τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει. Αν όμως δεν είχε θέσει τον εαυτό του υπό κρίση θα βάδιζε λάθος.

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κρίνουν σωστά το μέγεθός τους και ζουν σε οπτική αυταπάτη. Η πλειονότητα βλέπει τον εαυτό της σε πολύ μεγαλύτερη αναλογία από ότι είναι. Ζώντας σε μία αυταπάτη τέτοιοι άνθρωποι κάνουν τα πάντα για να εξαπατήσουν και άλλους. Επειδή δεν το καταφέρνουν – και δεν είναι στο χέρι τους να το καταφέρουν- αισθάνονται σαν δυστυχισμένοι ιππότες, που ζουν εκτός της εποχής τους και της κοινωνίας τους. Σαν να είναι απαραίτητο όλοι οι άνθρωποι να γίνουν μεγάλοι και μεγαλοφυείς! Σαν για τον Θεό, στο ιστορικό δράμα Του, να μην ήταν το ίδιο απαραίτητοι και οι μικροί άνθρωποι! Σαν ο κόσμος να μπορούσε να υπάρχει χωρίς κτηνοτρόφους και σιδηρουργούς και οδοκαθαριστές!

Ο Θεός μοίρασε στους ανθρώπους τα ταλέντα ανόμοια, ώστε εξαιτίας αυτής της ανομοιότητας να βρίσκεται σε κίνηση η ανθρώπινη ζωή. Κανείς δεν ενοχοποιείται επειδή ήρθε στον κόσμο με περισσότερα ταλέντα. Αλλά θα ενοχοποιηθεί και αυστηρά θα τιμωρηθεί εκείνος που δεν βλέπει το ταλέντο του στην ορθή του διάσταση και εκείνος που δεν προσπαθεί με αυτό που του δόθηκε να δικαιολογήσει την επιβίωσή του και να εκπληρώσει την αποστολή του.

Και το τρίτο ερώτημα: Για τι είμαι εγώ; Αυτό το ερώτημα αφορά την επίγνωση της αποστολής σε αυτόν τον κόσμο. Κάθε άνθρωπος έρχεται σε αυτόν τον  κόσμο με ιδιαίτερη αποστολή. Πόσο πολλοί είναι αυτοί που δεν το πιστεύουν αυτό!

Όλοι είμαστε απεσταλμένοι και ακόλουθοι του Θεού. Όλοι! Η εργασία του σιδηρουργού είναι μια ιδιαίτερη, θεοεμπνευσμένη αποστολή, όπως και του ξυλοκόπου και του λογοτέχνη και του πολιτικού. Χωρίς την εργασία του σιδηρουργού δεν θα υπήρχε πολιτισμός, ούτε αιγυπτιακός ούτε ευρωπαϊκός ούτε κανείς. Η λαϊκή φαντασία μοίρασε σε έναν από τους Ολύμπιους θεούς την εργασία του σιδηρουργού. Δεν είναι λοιπόν ευάρεστο στον ουρανό μόνον το βασιλεύειν και το νουθετείν αλλά και το σφυρηλατείν του σιδερά και η λείανση του ξύλου και το πλέξιμο της ψάθας. Στην Δευτέρα Παρουσία δεν θα πει ο Θεός: Κάθισε δεξιά μου εσύ που φορούσες το στέμμα, ενώ εσύ που κρατούσες το σφυρί κάθισε στ’ αριστερά, αλλά θα δώσει προτεραιότητα και επιβράβευση σύμφωνα με την καλύτερη αντίληψη και εκπλήρωση της αποστολής στη γη.

Δυστυχώς, είναι πολλοί ανάμεσά μας που σε ολόκληρη τη ζωή τους δεν μαθαίνουν την αποστολή τους. Πολλοί μικρόμυαλοι αισθάνονται κλήση για όλες τις αποστολές. Πολλοί υπερήφανοι, μην κάνοντας καμία εργασία, κατακρίνουν όλες τις εργασίες. Πολλούς ανέχεται ο Θεός από ευσπλαχνία, ετοιμάζοντας και στέλνοντας άλλους για την ίδια αποστολή, που προοριζόταν για εκείνους και στα χέρια τους καταστράφηκε. Πολλοί είναι παραπονεμένοι, και ερωτευμένοι καθώς είναι με τον εαυτό τους, περιμένουν ανυπόμονα να τους τεθεί το ερώτημα: «γιατί είσαι εσύ;» για να μπορέσουν να απαντήσουν δυνατά: για όλα! Πολλοί , πάρα πολλοί, είναι εκείνοι που δεν γνωρίζουν, ούτε ποιοι είναι ούτε πόσοι είναι ούτε γιατί είναι, ενώ μιλούν περί αγάπης προς τον εαυτό τους.

Πολλοί, πάρα πολλοί, είναι εκείνοι που δεν βρήκαν τον εαυτό τους αλλά τον αγάπησαν. Τη φανταστική εικόνα τους αγαπούν αυτοί και όχι τον εαυτό τους. Η αυταπάτη για αυτούς είναι γλυκιά, αυτήν αγαπούν και όχι τον εαυτό τους.

Πολλοί είναι εκείνοι που φτιάχνουν πήλινες κατσαρόλες  και νομίζουν για τον εαυτό τους ότι είναι γλύπτες. Πολλοί είναι εκείνοι που έγιναν πολιτικοί, ενώ θα έπρεπε να είναι έμποροι. Όλοι αυτοί μιλούν για αγάπη προς τους εχθρούς, αλλά εν τω μεταξύ ακόμα ούτε τον εαυτό τους δεν αγαπούν, αφού δεν τον γνωρίζουν, ούτε καν ανακάλυψαν τον καλύτερο εαυτό τους. Η αγάπη τους είναι ψεύτικη, εφόσον είναι σχετική με την ψευδή εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους και όχι με την αλήθεια. Όταν ο κεραμοποιός αγαπά τον γλύπτη μέσα του, η αγάπη του για τον εαυτό του είναι ψευδής.

Και όποιος αγαπά ψευδώς τον εαυτό του αυτός αγαπά ψευδώς και τους φίλους του. Και όποιου η αγάπη είναι ψεύτικη προς τον εαυτό του και προς τους φίλους του, αυτού η αγάπη προς τους εχθρούς του είναι δύο φορές μεγαλύτερο ψέμα.

Αλλά δεν αποτελεί υψηλή και άγια αγάπη μόνον η επίγνωση. Μαζί με την γνώση πρέπει να έρθει και ο σεβασμός, το δεύτερο κύριο στοιχείο της άξιας αγάπης.

Ο άνθρωπος πρέπει να ξέρει να σέβεται τον εαυτό του και τους φίλους του. Αλλά δεν μπορεί ο άνθρωπος να σέβεται το κακό μέσα του – ακόμη και ένας ληστής γνωρίζει ότι μόνον το καλό είναι για σεβασμό. Δεν μπορεί όμως ο άνθρωπος να σέβεται το καλό μέσα του, αν δεν γνωρίσει τι είναι και που βρίσκεται το καλό μέσα του. Η γνώση δηλαδή είναι το θεμέλιο και του σεβασμού.

Είχε κάποιος ένα χωράφι, στο οποίο δεν μπορούσε να ξεριζώσει αρκετά αγκάθια. «Μέχρι πότε θα παλεύω με αυτά τα καταραμένα αγκάθια;» αναρωτήθηκε ο νοικοκύρης και σιχάθηκε το χωράφι του. Ο θυμός του ιδιοκτήτη απέναντι στην ανελέητη γη ακόμα περισσότερο μεγάλωνε. Συνέχισε μονότονα να σκάβει, όταν μια μέρα η τσάπα σταμάτησε να αντηχεί και να αναπηδά στις πέτρες. Όταν έμαθε ότι οι σπόροι κάτω από τα αγκάθια ήταν ασημένιοι, τότε του πέρασε και ο θυμός και η μονοτονία. Και άρχισε ο νοικοκύρης να εκτιμά πολύ περισσότερο το χωράφι με τα αγκάθια από όλα τα άλλα, λόγω του ασημιού που υπήρχε σε αυτό.

Έτσι και ο άνθρωπος μπορεί να βλέπει τον εαυτό του σαν χωράφι με αγκάθια. Παρότι μπορεί να αγαπήσει τον εαυτό του, η αγάπη αυτή θα είναι πάντοτε ανακατεμένη με περιφρόνηση του εαυτού του. Μπορεί να καυχιέται μπροστά στους άλλους ανθρώπους αλλά όταν είναι μόνος να σιχαίνεται τον εαυτό του, γιατί γνωρίζει ότι ξεγέλασε τους ανθρώπους καιότι ξεγέλασε και τον εαυτό του, αγαπώντας πάνω του εκείνο που δεν είναι για αγάπη. Δεν μπορεί να σέβεται τον εαυτό του αφού δεν βρήκε κάποιο λόγο για αυτό, δεν βρήκε ούτε κόκκο ασημιού στα αγκάθια της ψυχής του.

Έτσι και η αγάπη προς τους φίλους, αν δεν είναι θεμελιωμένη στο σεβασμό και στη γνώση, γρήγορα γυρίζει σε περιφρόνηση και αηδία.

Πόσο λίγη ιδανική αγάπη υπάρχει μέσα μας για τους φίλους μας!

Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν βασίζεται στην ψυχική συγγένεια, στη γνώση και στο σεβασμό, αλλά στην τυχαία συμπάθεια και στον ατομικό υπολογισμό.

[…]

Καλύτερα να ζει ο άνθρωπος χωρίς φίλους από το να έχει φίλους τους οποίους δεν μπορεί να σέβεται. Το να ζει με φίλους τους οποίους δεν σέβεται είναι γλίστρημα στο πάγο που οδηγεί στην άβυσσο. Στον πάγο τα παιδιά κρατούν το χέρι το ένα του άλλου και τραβούν το ένα το άλλο, για να γλιστρούν ευκολότερα και γρηγορότερα. Και η φιλία χωρίς σεβασμό τέτοιο γλίστρημα στον πάγο είναι, γλίστρημα που καταλήγει σε σπάσιμο λαιμού και καταστροφή.

Το τρίτο στοιχείο της υψηλής και φωτεινής αγάπης είναι η θυσία. Η αγάπη είναι ιερό, όπου συνεχώς πρέπει να τελείται θυσία. Η αγάπη είναι θεότητα, που ζητά μπροστά στο πρόσωπό της πάντα να καίει θυσία, έτσι που να φαίνεται στο φως. Η αληθινή αγάπη, η θεία αγάπη, έχει σχέση πάντοτε με ότι καλύτερο υπάρχει στον άνθρωπο.

Αν αγαπώ τη φαντασία μου, τότε η αγάπη μου είναι ψευδής. Αν αγαπώ τον φίλο μου λόγω των ελαττωμάτων του, τότε η αγάπη μου είναι ψευδής. Αν αγαπώ τον Θεό για να κερδίσω κάτι σε αυτόν τον κόσμο τότε η αγάπη μου είναι ψευδής. Αν αγαπώ πράγματι το ψέμα, τότε πρέπει να θυσιάσω την αλήθεια, αφού και η ψευδής αγάπη ζητά θυσίες. Εκείνος που αγαπά τη ματαιοδοξία, θυσιάζει την εξυπνάδα του και εκείνος που αγαπά το σώμα του θυσιάζει την ψυχή του και εκείνος που αγαπά το χρήμα θυσιάζει την τιμή του.

Και αντίθετα: όποιος αγαπά το νου θυσιάζει τη ματαιοδοξία και όποιος αγαπά την ψυχή θυσιάζει το σώμα και όποιος αγαπά την εντιμότητα θυσιάζει το χρήμα.

Η αγάπη προς τους φίλους είναι ακριβή. Εγώ μιλώ για την αληθινή, θεία αγάπη. Βοήθησε το φίλο σου για το καλό – και ζήτησε τη βοήθειά του για το καλό – μόνον αυτό μπορεί να ονομαστεί πραγματική φιλική αγάπη. Επιθυμώ το φίλο όχι για να κολακεύει τις αδυναμίες μου και να σκεπάζει και να δικαιολογεί τα λάθη μου, αλλά, αντίθετα,να με διορθώνει στο κακό και να με υποστηρίζει στο καλό. Τέτοια φιλία είναι καθαρτήριο, στο οποίο ο άνθρωπος καθαρίζεται από τις άγριες και χαμηλές συνήθειες και διαθέσεις.

Η φιλία είναι πιο απαραίτητη στη ψυχή παρά στο σώμα. Στη θλίψη η σκέψη του φίλου φέρνει ευχάριστη όψη στο πρόσωπο. Στο νεκρικό κρεβάτι η παρουσία του φίλου ομορφαίνει το πρόσωπο του θανάτου. Η φιλία είναι πάντοτε η ζωοδότρα πνοή του αγγέλου, που μας παρακολουθεί στη ζωή, που μας σηκώνει όταν πέφτουμε και μας εμπνέει όταν αποδυναμωνόμαστε.

Ανάλογα με το είδος της αγάπης που προσφέρει ένας άνθρωπος στους φίλους του, τέτοιους φίλους θα βρει. Ο καθένας έχει το φίλο που του αξίζει. Ανάλογα με την ποιότητα και το μέγεθος της θυσίας βρίσκονται και οι φίλοι. Θα πρέπει να απαρνηθώ οτιδήποτε ευτελές για να μπορέσω να έχω για φίλο εκείνον του οποίου το ύψος της ψυχής του μ’ αρέσει. Και πρέπει να αποβάλω τον εγωισμό αγαπώντας έναν μη εγωιστή φίλο. Και πρέπει να αποβάλω τη θηριωδία αγαπώντας έναν ευγενή φίλο.

Η φιλία είναι σχολείο. Ότι είδους είναι η φιλία, τέτοιου είδους είναι και το σχολείο. Κάποιον η φιλία τον ανεβάζει στον ουρανό και άλλον τον τραβά στην κόλαση. Φιλίες οι οποίες είναι συνωμοσία ενάντια στο καλό υπάρχουν αρκετές. Τέτοιες φιλίες υπάρχουν πολλές και στο περιβάλλον μας. Φίλοι μπορεί να γίνουν κι εκείνοι που ούτε γνωρίζονται ούτε σέβονται ούτε θυσιάζονται ο ένας για τον άλλον. Φίλοι γίνονται άνθρωποι διαφορετικής ψυχοσύνθεσης, όχι λόγω της ψυχοσύνθεσης αλλά για το κέρδος. Φίλοι γίνονται άνθρωποι διαφορετικών αρχών, όχι λόγω των αρχών, αλλά για τον πλούτο. Λόγω ειδικού καθεστώτος για να πάρουν άδεια εργασίας και λόγω προμηθειών, λόγω πλιάτσικου και κλοπής.

Φίλοι συχνά αποκαλούνται προσωρινά και εκείνοι που από το βάθος της ψυχής τους περιφρονούν ο ένας τον άλλον. Χαμογελούν ο ένας στον άλλον συχνά εκείνοι που με χαμόγελα καταπιέζουν ξεσπάσματα μίσους ο ένας για τον άλλον. Αχ, αυτά τα φιλικά χαμόγελα! Συχνά σημαίνουν αυλαία πάνω από την κόλαση. Φίλοι γίνονται συχνά οι άνθρωποι λόγω δειλίας, συχνά από φόβο, του ενός προς τον άλλον, πολλές φορές από ματαιοδοξία, συχνά λόγω του ότι βαριούνται. Αυτή είναι η πρόσκαιρη και συμφεροντολογική φιλία – το μεγαλύτερο ζιζάνιο που μεγαλώνει τη γη και η μεγαλύτερη ντροπή των ανθρώπων!

Είναι λοιπόν περίεργο που οι άνθρωποι δεν αγαπούν τους εχθρούς τους, όταν δεν ξέρουν να αγαπούν ούτε τους φίλους τους; Είναι παράξενο να μην μπορεί να διαβάσει βιβλία το παιδί που δεν έμαθε το αλφάβητο; Πώς μπορεί να αγαπήσει ο άνθρωπος τον απόμακρό του, όταν δεν μπορεί να αγαπήσει τον πλησίον του; Πώς μπορεί ο Σέρβος να αγαπήσει τον Γερμανό, όταν ο Σέρβος δεν έμαθε να αγαπά τον Σέρβο; Πώς οι μη γνωρίζοντες τον Θεό Ιάπωνες να αγαπήσουν τους χριστιανούς Ρώσους, όταν οι Ρώσοι δεν αγαπούν ο ένας τον άλλον;

Ποτέ δεν θα υπάρξει αγάπη προς τους εχθρούς, μέχρι να υπάρξει αγάπη ανάμεσα στους φίλους. Και δεν θα υπάρξει αγάπη ανάμεσα σε φίλους, μέχρι να οικοδομηθεί επάνω στην αλληλογνώση, το σεβασμό και τη θυσία.

Όσο η φιλία θα αποτελεί μόνο υπηρέτρια των κατώτερων στόχων, τόσο θα κυβερνά στον κόσμο το κακό.

Η χριστιανική αγάπη κινείται κυκλικά. Πρώτα έρχεται η αγάπη προς τον εαυτό μας, κατόπιν η αγάπη προς τους φίλους μας, μετά η αγάπη προς τους εχθρούς μας και, τέλος, η αγάπη προς τον Θεό. Ο Χριστός την αγάπη προς τον εαυτό μας την πήρε για μέτρο της αγάπης μας για τους ανθρώπους και για τον Θεό.

«Όπως αγαπάς τον εαυτό σου» λέει ο Χριστός, «να αγαπάς και τον πλησίον». Αν οι άνθρωποι είχαν χριστιανική αγάπη προς τον εαυτό τους, γρήγορα θα είχαν και χριστιανική αγάπη προς τους φίλους τους και προς τους εχθρούς τους. Αλλά αυτή η βασική αγάπη των ανθρώπων – η αγάπη προς τον εαυτό μας- ακόμα πλειοψηφεί ως ζωώδης, εγωιστική, αδηφάγα, ακάθαρτη, οπότε και κάθε άλλη αγάπη, βασιζόμενη σε τέτοια αγάπη, είναι ομοίως τέτοια.

Όμως, θα έρθει μια καλύτερη εποχή, κατά την οποία οι άνθρωποι θα αγαπιούνται περισσότερο με το πνεύμα και την αλήθεια, και λόγω του πνεύματος και της αλήθειας, και θα έχουν αληθινή αγάπη τόση όση είναι σήμερα η ψευδής αγάπη.

Θα έρθει εποχή κατά την οποία ο φίλος για τον φίλο θα είναι ιερέας και εξομολόγος, και όχι συνεργάτης στην συγκέντρωση πλούτου και την απόλαυση αυτού του κόσμου.

Θα έρθει εποχή κατά την οποία ο φίλος είναι για τον φίλο παρηγορητής και ιατρός, και όχι αποπλανητής και εξολοθρευτής της ψυχής.

Όταν έρθει αυτή η εποχή, τότε θα αρχίσει η αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους. Μα όσο μακριά και αν είναι αυτή η εποχή, βρίσκεται καθοδόν και θα έρθει.

Η αγάπη με την οποία σήμερα οι άνθρωποι  αγαπιούνται οδηγεί στην αυτοκτονία. Αλλά όταν έρθει εκείνη η εποχή θα φέρει μαζί της και την αγάπη η οποία θα καθοδηγεί προς τη ζωή.

Ακόμα δεν ήρθε η εποχή της αγάπης προς τους εχθρούς, αφού ακόμα δεν πληρούμε την εντολή της αγάπης προς τους φίλους.

Αλλά θα εκπληρωθεί και η μία και η άλλη εντολή, γιατί δεν προέρχονται από τον άνθρωπο αλλά από τον Θεό. Και η θεϊκή εντολή δεν μπορεί να μείνει ανεκπλήρωτη. Δεν μπορώ εγώ, αδελφοί μου, να σας παρακινήσω με τους αδύναμους λόγους μου, ώστε να εκπληρώσετε τις θεϊκές εντολές περί αγάπης. Όμως, θα σας κινήσει σ’ αυτό ο Θεός, ο οποίος κινεί τους ήλιους. Δεν μπορώ να σας δώσω ούτε τη δύναμη για αληθινή αγάπη προς τους  φίλους ούτε τη δύναμη για την γνώση ούτε τη δύναμη για το σεβασμό ούτε τη δύναμη για τη θυσία. Αυτή τη δύναμη θα σας τη δώσει Εκείνος που έχει την παντοδυναμία στα χέρια Του και που κινεί τα σύννεφα με τις σκέψεις. Το ζήτημα του Θεού θα καταστρεφόταν αν εξαρτιόταν από τους λόγους μου και από τις δικές σας συνήθειες. Αλλά το ζήτημα του Θεού, ανεξάρτητα από όλους εμάς θα πετύχει και θα νικήσει. Εκείνος του οποίου τα χρόνια δεν έχουν αριθμό και η οντότητά του δεν έχει τέλος δεν μπορεί να αφήσει το επίγειο σπίτι του στις διαθέσεις μας, στα αδύναμα δημιουργήματά του, των οποίων η αρχή και το τέλος συναντιούνται σ’ ένα σημείο και των οποίων η οντότητα είναι μια κουκίδα. Δεν είναι ο άνθρωπος αλλά ο Θεός φερέγγυος και πιστός εγγυητής της βασιλείας της αγάπης στη γη. Ο Θεός μας είναι εγγυητής ότι ο ήλιος δεν θα σβήσει πριν να δει τα τέκνα Του επί της γης να μοιάζουν στον επουράνιο Πατέρα τους.

Κοίτα, σε λίγο καιρό θα σβήσει για μας ο ήλιος: θα μείνουμε κρυμμένοι από τον ήλιο. Αλλά γιατί και εμάς να μη δει ο ήλιος, όσο ζούμε, σαν τέκνα που μοιάζουν στον επουράνιο Πατέρα τους; Ας υποσχεθούμε ότι θα δώσουμε τέτοια ευχαρίστηση στον ήλιο και πόσο μεγαλύτερη ευχαρίστηση σε εμάς και τους φίλους μας! Ας είναι αρωγός μας σε αυτό ο επουράνιος Πατέρας μας, και τώρα και στους αιώνες. Μόνο δίπλα του η φιλία λαμβάνει θεϊκό φωτοστέφανο και θεϊκή ζεστασιά. Μόνο σε Αυτόν υπάρχει αγάπη και μόνο μέσω Αυτού η γνώση και ο σεβασμός, και μόνο με τη βοήθειά Του η θυσία. Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και το φως Του μαζί μας επί γης!

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ, Επισκόπου Αχρίδος και προηγουμένως Ζίτσης,

Δρ Θεολογίας, Δρ Φιλοσοφίας

«Αγαπάτε τους φίλους σας» αποσπάσματα

ΑΡΓΑ ΒΑΔΙΖΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ Εκδόσεις Εν Πλώ


Νοοτροπία και τρόπος ζωής στη μαζική δημοκρατία

 

Νοοτροπία και τρόπος ζωής στη μαζική δημοκρατία

Απόσπασμα* από το βιβλίο Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία. Παναγιώτης Κονδύλης, εκδόσεις Θεμέλιο.

Κείμενο: Παναγιώτης Κονδύλης
 Η νοοτροπία και ο τρόπος ζωής μιας κοινωνίας προφανώς σχετίζο­νται στενά με τις εκάστοτε κρατούσες ιδέες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ατόμου, για τον ρόλο του ως συνανθρώπου καθώς και για την υφή του ως άνθρωπου. Γνωρίζουμε ότι η μεθερμηνεία και η μετατροπή του φιλελευθερισμού υπό το πνεύμα της μαζικής δημο­κρατίας συντελέσθηκαν πρωταρχικά σε συνάφεια με τη δραστική μετατόπιση του περιεχομένου της έννοιας του ατομικισμού. Η νέα αντίληψη για το άτομο, με την οποία συναρτώνται σε ουσιώδη σημεία η νοοτροπία και ο τρόπος ζωής της μαζικής δημοκρατίας, στηριζόταν σε μια προγραμματική αντικατάσταση των άξιων της αυτοπειθάρχησης από τις άξιες της αυτοπραγμάτωσης, οι οποίες από την πλευρά τους έχουν διπλή αναφορά ή διπλή σημασία.


Στο στενότερο επίπεδο του άτομου —εκείθεν ή εντεύθεν των πο­λιτικών προγραμμάτων— το αίτημα της αυτοπραγμάτωσης 

συχνά συνυφαίνεται με τις ηδονιστικές εκείνες στάσεις που υποβαστάζουν ψυχολογικά τη μαζική κατανάλωση και επομένως 

την υπόσταση της οικονομίας.



Στο επίπεδο των πολι­τικών προγραμμάτων και σκοποθεσιών το σύνθημα της αυτοπραγμάτωσης του άτομου συνδέθηκε με αιτήματα, τα οποία σε τελευταία ανάλυση απέβλεπαν στην υλική ισότητα και επί πλέον στον εκδημοκρατισμό μέσω της συμμετοχής. Σε συνάφεια με τον στόχο της υλικής Ισότητας, η αυτοπραγμάτωση του άτομου σήμαινε ότι το κράτος όφειλε να προνοήσει για τη δημιουργία των γενικών εκείνων συνθηκών, οι οποίες θα πρόσφεραν σε κάθε άτομο («γνήσια», δηλαδή όχι απλώς τυπικά-νομικά, ίσες ευκαιρίες να αναπτύξει ελεύθερα τις φυσικές του καταβολές και τα ενδιαφέροντα του. Από την άλλη μεριά, η αυτο­πραγμάτωση και ο εκδημοκρατισμός φάνηκαν να συνδέονται στενά επειδή μοναχά άτομα, που έχουν αυτοπραγματωθεί με την παραπάνω έννοια ή που βρίσκονται τουλάχιστον στον σωστό δρόμο προς την αυτοπραγμάτωση, έχουν τις απαιτούμενες ικανότητες για να συμμετάσχουν ως ίσοι μεταξύ ίσων στη διαμόρφωση των κοινωνικά σημαντικών αποφάσεων σε όλες τις βαθμίδες όπου λαμβάνονται τέτοιες· η συμμετοχή σε δημοκρατικές διαδικασίες είναι λοιπόν αναγκαίος όρος και συνάμα φυσική συνέπεια της αυτοπραγμάτωσης. Ως πολιτικό μέγεθος η αυτοπραγμάτωση ισοδυναμεί με τον αυτοπροσδιορισμό, δηλαδή με την ικανότητα του άτομου να επιβάλλει μέσω της συμμετοχής του σε δημοκρατικές διαδικασίες αποφάσεων την ατομική αυτοπραγμάτωση ως απόλυτη κοινωνική προτεραιότητα, και συνάμα να επεξεργάζεται το νομικό πλαίσιο για την υλική διασφάλιση τούτης της προτεραιότητας. Αντίστοιχα ερμηνεύονται τώρα και τα «ανθρώπινα δικαιώματα», τα οποία, αντίθετα απ’ όσα ισχυρίζεται η δημοκρατική τελολογική αντίληψη της Ιστορίας, δεν αποτελούν τελειωτικό πνευματικό και ηθικό επίτευγμα ύστερα από αιώνες καταπίεσης και σκότους, παρά κατά βάση συνιστούν τον τρόπο λειτουργίας και επιβίωσης της μαζικής δημοκρατίας, με την οποία και συνδέεται η μοίρα τους. Τα «ανθρώπινα δικαιώματα» είναι δικαιώματα που φαίνονται απαραί­τητα για την αυτοπραγμάτωση με τη δημοκρατική έννοια του όρου και έχουν, ακριβώς όπως και η αυτοπραγμάτωση, όχι μόνο μια πολιτική, αλλά και μια δεύτερη διάσταση, την οποία υπαινιχθήκαμε προηγουμένως και θα εξηγήσουμε τώρα.


Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι κάτω από την επιρροή βιοτικών ιδεωδών και ρευμάτων, 

τα οποία εμπνέονται από την πολιτισμική επανάσταση και εκπροσωπούνται κυρίως από ομάδες 

(π.χ. νέους και διανοουμένους) με μικρότερη ικανότητα ή επιθυμία κατανάλωσης, ο ηδονισμός 

παίρνει συχνότατα μορφές εν μέρει άμεσα αντιτιθέμενες στον χυδαίο καταναλωτικό υλισμό.



Στο στενότερο επίπεδο του άτομου —εκείθεν ή εντεύθεν των πο­λιτικών προγραμμάτων— το αίτημα της αυτοπραγμάτωσης συχνά συνυφαίνεται με τις ηδονιστικές εκείνες στάσεις που υποβαστάζουν ψυχολογικά τη μαζική κατανάλωση και επομένως την υπόσταση της οικονομίας. Τούτη η ηδονιστική αυτοπραγμάτωση πρέπει βέβαια να διακριθεί από την πολιτική· δεν αντιτίθενται οπωσδήποτε θεωρητικά σε τούτην εδώ, όμως ως πρακτική στάση συχνότατα πηγάζει από την παθητικότητα εκείνη, η οποία απορρέει από τη διαπίστωση της ασημαντότητας του άτομου εντός των γιγαντιαίων δομών και μηχανισμών της μαζικής δημοκρατίας και της οποίας το αντιστάθμισμα ζητείται στην ένταση της προσωπικής ζωής και των προσωπικών βιωμάτων — όπως και αντίστροφα: η βεβαιότητα, πως η ζωή στη μαζική δη­μοκρατία μπορεί να προσφέρει μια πληθώρα τέτοιων αντισταθμισμάτων, ενισχύει την τάση για μιαν ύπαρξη στο περιθώριο της μεγάλης και της μικρής πολιτικής. Αναμφίβολα υπάρχει πρωταρχική και ουσιώδης σχέση ανάμεσα στις διαθέσιμες καταναλωτικές δυνατότητες και στην επικρατούσα εκδοχή του ιδεώδους της αυτοπραγμάτωσης. Γιατί αυτές οι δυνατότητες πρόσφεραν για πρώτη φορά το συγκεκριμένο ερέθισμα και την απτή βάση για την προγραμματική σύνδεση αυτοπραγμάτωσης και ηδονισμού, ενώ σε όλους τους προγενέστερους κοινωνικούς σχηματισμούς η αυτοπραγμάτωση οριζόταν κατά κύριο λόγο ως αυτοϋπέρβαση, δηλαδή ως επιβολή του αληθινού ή αυθεντικού εγώ πάνω στα κατώτερα ψυχόρμητα- τώρα όμως η αυτοϋπέρβαση με την παραδεδομένη ηθική έννοια εμφανίζεται κατά κανόνα ως το ακριβώς αντίθετο της γνήσιας αυτοπραγμάτωσης. Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι κάτω από την επιρροή βιοτικών ιδεωδών και ρευμάτων, τα οποία εμπνέονται από την πολιτισμική επανάσταση και εκπροσωπούνται κυρίως από ομάδες (π.χ. νέους και διανοουμένους) με μικρότερη ικανότητα ή επιθυμία κατανάλωσης, ο ηδονισμός παίρνει συχνότατα μορφές εν μέρει άμεσα αντιτιθέμενες στον χυδαίο καταναλωτικό υλισμό. Έτσι εκτιμώνται περισσότερο από τα υλικά αγαθά τα πνευματικά, ωστόσο και πάλι παραμερίζεται η παραδοσιακή ασκητική αντιδιαστολή του πνευματικού στοιχείου προς το αισθητό ή υλικό: στην περίπτωση αυτήν είναι δυνατόν να συμπίπτουν τα πνευματικά αγαθά με την ικανοποίηση των αισθήσεων, ήτοι τα πρώτα σχετίζονται με τον έρωτα, τις αθλοπαιδιές, τη φιλική συντροφιά, τη σχόλη ή τον στοχασμό — πάντοτε στην υπηρεσία της επικοινωνίας και της αυτοπραγμάτωσης. Βέβαια, μονάχα μια κοινωνία που παράγει και καταναλώνει, κατά μάζες υλικά αγαθά μπορεί να δημιουργήσει τους ελεύθερους χώρους, oι οποίοι είναι απαραίτητοι για την ομαδική αναζήτηση και καλλιέργεια τέτοιων πνευματικών αγα­θών. Αυτό εξηγεί γιατί τούτα τα τελευταία, παρά τον τρόπο που κατανοούν τον εαυτό τους οι εκπρόσωποι τους, μπορούν να υπαχθούν μαζί με τις πεζές καταναλωτικές ανάγκες των πλείστων μελών της κοινωνίας κάτω από έναν και μόνο κοινό παρονομαστή, εκείνον του ηδονισμού. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάμουμε με στάσεις, οι οποίες διαμορφώνονται κάτω από τις ίδιες κοινωνικές συνθήκες και έχουν μεταξύ τους σχέση συμπληρωματική, αν και όχι πάντοτε αρμονική.
Κοντολογής, το χαρακτηρολογικό πρότυπο, το οποίο δίνει τον τόνο στη μαζική δημοκρατία, μολονότι δεν κυριαρχεί σ’ όλη τη γραμμή, αποτελεί σε κεντρικά σημεία αντιστροφή του πουριτανικού ή του βικτωριανού αστικού ήθους και έθους. Στο προσκήνιο δεν βρίσκεται η αυτοπειθαρχία με σκοπό την επίτευξη εσωτερικών και εξωτερικών στόχων ούτε κι η υποταγή της καθημερινής δραστηριότητας σε μακροπρόθεσμες επιδιώξεις, παρά μάλλον η κατάφαση της βραχυπρόθεσμης απόλαυσης, του στιγμιαίου και του αυθόρμητου καθώς και η απόρριψη του εξωτερικού ελέγχου, της πειθάρχησης και της εξουσίας.


* Σελ 251,252,253


Πηγή 


Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού 


από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία



Αν δεν μπορείτε να διαβάσετε άρθρο κάντε κλικ εδώ.

Υπάρχει μια παλιά ιστορία για ένα παιδί που πήγε να ζητήσει τη βοήθεια ενός σοφού....


«Ήρθα, δάσκαλε, γιατί νοιώθω τόσο ασήμαντος που δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα. Μου λένε ότι δεν αξίζω τίποτα, ότι δεν κάνω τίποτα σωστά, ότι είμαι αδέξιος και χαζός. Πως μπορώ να βελτιωθώ; Τι μπορώ να κάνω για να με εκτιμήσουν περισσότερο;»

Ο δάσκαλος, χωρίς να τον κοιτάξει, του είπε:

«Πόσο λυπάμαι, αγόρι μου. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω γιατί πρώτα πρέπει να λύσω ένα δικό μου πρόβλημα. Μετά, ίσως..» και ύστερα από μια παύση συνέχισε : «Αν θέλεις να με βοηθήσεις εσύ, μπορεί να λύσω γρήγορα το πρόβλημά μου και μετά να μπορέσω να σε βοηθήσω.»

«Ε ...;μετά χαράς, δάσκαλε» είπε διστακτικά ο νεαρός, νοιώθοντας ότι τον υποτιμούσαν για άλλη μια φορά και μετέθεταν τις ανάγκες του.

«Ωραία» συνέχισε ο δάσκαλος. Έβγαλε το δαχτυλίδι που φορούσε στο αριστερό του χέρι και το έδωσε στο αγόρι, λέγοντας :»Πάρε το άλογο που είναι εκεί έξω και τρέξε στην αγορά. Πρέπει να πουλήσω αυτό το δαχτυλίδι για να πληρώσω ένα χρέος. Είναι ανάγκη να πάρεις όσο περισσότερα χρήματα μπορείς για αυτό. Και με κανέναν τρόπο μη δεχτείς λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί. Πήγαινε και έλα με το χρυσό φλουρί όσο πιο γρήγορα μπορείς.»

Ο νεαρός πήρε το δαχτυλίδι κι έφυγε. Μόλις έφτασε στην αγορά άρχισε να προσφέρει το δαχτυλίδι στους εμπόρους που το κοίταζαν με κάποιο ενδιαφέρον, ώσπου ο νεαρός έλεγε τι ζητούσε γι' αυτό.

Όταν το παιδί έλεγε «ένα χρυσό φλουρί» άλλοι γελούσαν, άλλοι του γύριζαν τις πλάτες και μόνο ένας γέροντας φάνηκε αρκετά ευγενικός για να μπει στον κόπο να του εξηγήσει ότι ένα χρυσό φλουρί ήταν πάρα πολύ για ένα δαχτυλίδι. Θέλοντας να βοηθήσει, ένας του πρόσφερε ένα ασημένιο νόμισμα κι ένα μπακιρένιο τάσι, όμως, ο νεαρός είχε οδηγίες να μη δεχτεί λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί κι έτσι απέρριψε την προσφορά.

Αφού προσπάθησε να πουλήσει το κόσμημα σε όποιον συνάντησε στο δρόμο του στην αγορά - και σίγουρα θα ήταν πάνω από εκατό άτομα - , παραδέχτηκε την αποτυχία του, καβάλησε το άλογο και γύρισε πίσω.

Πόσο θα ήθελε ο νεαρός να είχε ένα χρυσό φλουρί για να το δώσει στο δάσκαλο και να τον γλυτώσει από το πρόβλημά του. Έτσι, θα έπαιρνε κι αυτός τη συμβουλή και τη βοήθεια του δασκάλου.

Μπήκε μέσα στην κάμαρη.

«Δάσκαλε» είπε, «λυπάμαι. Είναι αδύνατο να τα καταφέρω. Ίσως να μπορούσα να πάρω δύο ή τρία ασημένια, όμως, νομίζω ότι δεν μπορώ να γελάσω κανέναν για την πραγματική αξία του δαχτυλιδιού.»

«Αυτό που είπες είναι πολύ σημαντικό, νεαρέ μου φίλε» απάντησε χαμογελώντας ο δάσκαλος. «Πρέπει πρώτα να μάθουμε την αληθινή αξία του δαχτυλιδιού. Καβάλησε πάλι το άλογο και πήγαινε στον κοσμηματοπώλη. Ποιος άλλος θα ξέρει καλύτερα; Πες του ότι θέλεις να το πουλήσεις και ρώτησέ τον πόσα μπορεί να πιάσει.Ομως, μην του το πουλήσεις όσα κι αν σου προσφέρει. Γύρισε πίσω με το δαχτυλίδι.»

Ο νεαρός καβάλησε το άλογο κι έφυγε πάλι.

Ο κοσμηματοπώλης εξέτασε το δαχτυλίδι στο φως του κεριού, το κοίταξε με το φακό, το ζύγισε και μετά είπε στο παιδί:

«Πες στο δάσκαλο, αγόρι μου, ότι αν θέλει να το πουλήσει αμέσως, δεν μπορώ να του δώσω παραπάνω από πενήντα οχτώ χρυσά φλουριά για το δαχτυλίδι του.»
«Πενήντα οχτώ χρυσά;» φώναξε το παιδί.
«Ναι» απάντησε ο κοσμηματοπώλης. «Βέβαια,, με λίγη υπομονή θα μπορούσαμε να βγάλουμε γύρω στα εβδομήντα χρυσά φλουριά, όμως, αν είναι επείγον ...;»
Ο νεαρός έτρεξε συγκινημένος στο σπίτι του δασκάλου να του πει τα καθέκαστα.

«Κάθισε» του είπε ο δάσκαλος αφού τον άκουσε. «Είσαι κι εσύ σαν αυτό το δαχτυλίδι. 'Ενα πολύτιμο και μοναδικό κόσμημα. Και σαν τέτοιο, πρέπει να σ΄εκτιμήσει ένας αληθινός ειδικός. Γιατί στη ζωή σου γυρίζεις εδώ κι εκεί ζητώντας να εκτιμήσει ο καθένας την πραγματική σου αξία;»

Και μ' αυτά τα λόγια, έβαλε πάλι το δαχτυλίδι στο μικρό του δάχτυλο του αριστερού του χεριού...

Υγιαίνετε..!

Η διάθεσις του ανθρώπου είναι μέτρον του ελέους του Θεού

γ. Νικοδήμου το γιορείτου

ρμηνεία ες τν στίχον:

«Κα τ λεος ατο ες γενεν κα γενεν τος φοβουμένοις ατόν»

τς Θ´ δς τς Παρθένου κα Θεοτόκου Μαρίας

π τ βιβλίο «ΚΗΠΟΣ ΧΑΡΙΤΩΝ»,
κδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσ/νίκη 1979, σελ. 219-221

λ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ





Κα δι τοτο, λέγει Παρθένος, συνέλαβα τν Υἱὸν το Θεο κα δι τοτο ατς λαβεν ξ μο σάρκα μψυχωμένην, λογικήν, νοεράν, θελητικν κα ατεξούσιον κα νωσεν ατν ες τν δικήν του πόστασιν, δι ν κχύσ τ πλούσιον ατο λεος ες τς γενες τν νθρώπων, που μέλλουν ν φοβηθον ατν κα ν πιστεύσουν ατ. Ο φοβούμενοι τν Θεόν, τοι ο δι μετανοίας ες φόβον τρεπόμενοι, ατο λεονται π τν Θεόν, ο δ μ φοβούμενοι, τοι ο μ μετανοοντες, οκ λεονται. Διότι τ λεος το Θεο, ν κα λέγεται λεος, μως ες τος ξίους το λέους δίδοται κα χι ες τος ναξίους ατο· ἐὰν γρ κα ες τος ναξίους δίδοτο, λοι ο μετανόητοι μαρτωλομ θ σώζοντο κα οδεμς θ κολάζετο. Τοτο δ ναντιοται ες τν θείαν δικαιοσύνην κα ποδείχνει τν Θεν δικον. θεν επεν Χρυσορρήμων, ρμηνεύων τλέησόν με, κύριε, τι σθενής εμι” το ϛ´ ψαλμο: «Πάντες λέους δεόμεθα, λλ ο πάντες ξιοί σμεν λεεσθαι· ε γρ κα λεός στιν, μως τν ξιον πιζητε· μν ον ξιόν τι το λεηθναι ποιήσας, ρε· λέησόν με· δ κβαλν αυτν το ταύτης τυχεν τς συγγνώμης, μάτην ρε τό· λέησόν με. Ε γρ φ παντας μελλεν λεος ρχεσθαι, οδες ν κολάσθη· λλ κα οτος χει τιν κρίσιν, κα τν ξιον πιζητε κα τν πιτήδειον, στε ατο πολασαι»[…] Οτω δ κα ες τν Μωυσν επεν Θεός: «λεήσω ν ν λε, κα οκτειρήσω ν ν οκτείρω» (ξ. λγ´19). Κα πάλιν: «γώ εμι Κύριος Θεός σου κα ποιν λεος ες χιλιάδας τος γαπσί με κα τος φυλάσσουσι τ προστάγματά μου» (ξ. κ´6). Κα Δαβδ τοτο σχεδν τ διον λέγει: «τι κατ τ ψος το ορανο π τς γς κραταίωσε Κύριος τ λεος ατο (οχ π πάντας) λλ π τος φοβουμένους ατόν» (Ψαλμ. ΡΒ´ 11) […]

. ρμόζει δ κα ρητν τοτο κα ες σένα Χριστιανέ, διότι, ἐὰν κα σ γαπς ν σ λεήσ Θες κα ν σο χαρίσ τν φεσιν τν μαρτιν σου, πρέπει ν φοβσαι τν Θεόν, χι μως ν τν φοβσαι πλς, λλ ς Θεν φοβερόν, ς Θεν δίκαιον κα ς Θεν «δυνάμενον κα ψυχν κα σμα πολέσαι ν γεένν», καθς τ προστάζει διος κα οτω δι τν φόβον ατν ν μετανος κα ν κλαίς δι τς μαρτίας που πραξας, κα ες τ ξς ν πέχς κα ν μ κάμνς πλέον ατάς, καθς λέγει δ Θεοτόκος: «Κα τ λεος ατο ες γενεν κα γενεν τος φοβουμένοις ατόν». Καθς γρ ταν θέλ τινς ν λάβ π τν μυρεψν μρον, πρέπει πρτον ν τοιμάσ τ γγεον δι ν χύσ τ μρον μέσα ες ατό, τσι κα ποιος θέλει ν λάβ λεος π τν Θεόν, πρέπει ν τοιμάσ τ γγεον τς ψυχς του, δι ν λάβ τ θεον λεος, πειδ χωρς ν χ γγεον, λεος δν τ δίδοται· γγεον δ εναι φόβος το Θεο, εναι πρς Θεν λπίς, εναι μετάνοια κα ποχ το κακο, εναι τ πένθος, κατάνυξις, τ δάκρυα. θεν μέγας Βασίλειος επεν τι διάθεσις το νθρώπου εναι μέτρον το λέους το Θεο, κα σον ατ εναι χωρητική, τόσον δίδοται κα τ θεον λεος·ρμηνεύων γρ οτως τ «γένοιτο Κύριε τ λεός σου φ μς, καθάπερ λπίσαμεν π σέ» το λβ´ Ψαλμο, λέγει· «ρς πς πιστημόνως προσηύξατο; τν δίαν διάθεσιν μέτρον ποίησε τς πιχορηγίας τν οκτιρμν το Θεο· τοσοτός, φησι, γένοιτο λεός σου φ μς, σην φθάσαντες μες π σο τν λπίδα κατεβαλόμεθα». Επε δ κα σύχιος· « αυτν μ λεήσας, πς παρ το Κριτο λεηθναι δύναται;», τοι οδαμς. ρμόζει δ ες τοτο κα κενο, που επεν μέγας ντώνιος· οτος γρ ες τν επόντα ατ· «λέησόν με ββ, κα εξαι πρ μο»· πεκρίνατο· «οτε γώ σε λε, οτε Θεός, ἐὰν μ σ σατν λεήσς». θεν, ἐὰν σ δελφ δν μετανoς, λλ τρέχεις ες τν λάσπην τς μαρτίας σον χoρoς, ξευρε τι δν μπoρες ν λάβς τ λεoς τo Θεo· διότι πooς πoτ λεε κα σπλαγχνίζεται κενoν πo πηγαίνει μόνoς τoυ κα πιάνει τ φίδια κα πιάνωντάς τα δαγκώνεται π ατ κα θανατώνεται; Bέβαια, oδείς.
.               Δι
τoτo λέγει Σειράχ: «Τίς λεήσει παoιδν φιόδηκτoν κα πάντας τoς πρoσάγoντας θηρίoις;» (Σειρ. ιβ´ 13). τσι κα Θες δν λεε, oτε σπλαγχνίζεται κενoν τν Χριστιανν πo πηγαίνει μόνoς τoυ ες τν μαρτίαν κα πράττoντας ατήν, φαρμακεύεται κα ψυχικς θανατώνεται.
.
ξευρε λoιπόν, μαρτωλέ, σύντρoφε δικέ μoυ, τι ἐὰν δν φεθς π τν μαρτίαν κα λάβς σύνεσιν τo κακo πo καμες, κα ἐὰν δν ξoμoλoγηθς ες τν Πνευματικόν σoυ, Θες πo σ πλασε, δν θέλει σ λεήσει.
.
τσι μόνoς Toυ τ βεβαιώνει δι τo σαΐου: «O γρ λαός στιν χων σύνεσιν, δι τoτo o μ oκτειρήσ πoιήσας ατoύς, oδ πλάσας ατoς o μ λεήσ» (σ. κζ´ 11). Επε δ κα ερς Aγoυστνoς: « πλάσας σε νευ σo, o δύναται σσαί σε νευ σo». Ἐὰν δ σ μαρτάνωντας κα μ μετανoντας, μηδ ξoμoλoγoύμενoς, χς λπίδα, τι θέλει σ λεήσει Θεός, ξευρε, τι λπίς σoυ ατ εναι ψευδς κα μ τ ψεδoς παρηγoρσαι.
.
θεν πληρoται ες σ τ τo σαΐoυ κενo: «θήκαμεν ψεδoς τν λπίδα μν κα τ ψεύδει σκεπασθησόμεθα» (σ. κη´ 15).

 

 

Πηγή

2019 onisimos.gr All rights reserved Developed by B.I.S