Νοοτροπία και τρόπος ζωής στη μαζική δημοκρατία

 

Νοοτροπία και τρόπος ζωής στη μαζική δημοκρατία

Απόσπασμα* από το βιβλίο Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία. Παναγιώτης Κονδύλης, εκδόσεις Θεμέλιο.

Κείμενο: Παναγιώτης Κονδύλης
 Η νοοτροπία και ο τρόπος ζωής μιας κοινωνίας προφανώς σχετίζο­νται στενά με τις εκάστοτε κρατούσες ιδέες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ατόμου, για τον ρόλο του ως συνανθρώπου καθώς και για την υφή του ως άνθρωπου. Γνωρίζουμε ότι η μεθερμηνεία και η μετατροπή του φιλελευθερισμού υπό το πνεύμα της μαζικής δημο­κρατίας συντελέσθηκαν πρωταρχικά σε συνάφεια με τη δραστική μετατόπιση του περιεχομένου της έννοιας του ατομικισμού. Η νέα αντίληψη για το άτομο, με την οποία συναρτώνται σε ουσιώδη σημεία η νοοτροπία και ο τρόπος ζωής της μαζικής δημοκρατίας, στηριζόταν σε μια προγραμματική αντικατάσταση των άξιων της αυτοπειθάρχησης από τις άξιες της αυτοπραγμάτωσης, οι οποίες από την πλευρά τους έχουν διπλή αναφορά ή διπλή σημασία.


Στο στενότερο επίπεδο του άτομου —εκείθεν ή εντεύθεν των πο­λιτικών προγραμμάτων— το αίτημα της αυτοπραγμάτωσης 

συχνά συνυφαίνεται με τις ηδονιστικές εκείνες στάσεις που υποβαστάζουν ψυχολογικά τη μαζική κατανάλωση και επομένως 

την υπόσταση της οικονομίας.



Στο επίπεδο των πολι­τικών προγραμμάτων και σκοποθεσιών το σύνθημα της αυτοπραγμάτωσης του άτομου συνδέθηκε με αιτήματα, τα οποία σε τελευταία ανάλυση απέβλεπαν στην υλική ισότητα και επί πλέον στον εκδημοκρατισμό μέσω της συμμετοχής. Σε συνάφεια με τον στόχο της υλικής Ισότητας, η αυτοπραγμάτωση του άτομου σήμαινε ότι το κράτος όφειλε να προνοήσει για τη δημιουργία των γενικών εκείνων συνθηκών, οι οποίες θα πρόσφεραν σε κάθε άτομο («γνήσια», δηλαδή όχι απλώς τυπικά-νομικά, ίσες ευκαιρίες να αναπτύξει ελεύθερα τις φυσικές του καταβολές και τα ενδιαφέροντα του. Από την άλλη μεριά, η αυτο­πραγμάτωση και ο εκδημοκρατισμός φάνηκαν να συνδέονται στενά επειδή μοναχά άτομα, που έχουν αυτοπραγματωθεί με την παραπάνω έννοια ή που βρίσκονται τουλάχιστον στον σωστό δρόμο προς την αυτοπραγμάτωση, έχουν τις απαιτούμενες ικανότητες για να συμμετάσχουν ως ίσοι μεταξύ ίσων στη διαμόρφωση των κοινωνικά σημαντικών αποφάσεων σε όλες τις βαθμίδες όπου λαμβάνονται τέτοιες· η συμμετοχή σε δημοκρατικές διαδικασίες είναι λοιπόν αναγκαίος όρος και συνάμα φυσική συνέπεια της αυτοπραγμάτωσης. Ως πολιτικό μέγεθος η αυτοπραγμάτωση ισοδυναμεί με τον αυτοπροσδιορισμό, δηλαδή με την ικανότητα του άτομου να επιβάλλει μέσω της συμμετοχής του σε δημοκρατικές διαδικασίες αποφάσεων την ατομική αυτοπραγμάτωση ως απόλυτη κοινωνική προτεραιότητα, και συνάμα να επεξεργάζεται το νομικό πλαίσιο για την υλική διασφάλιση τούτης της προτεραιότητας. Αντίστοιχα ερμηνεύονται τώρα και τα «ανθρώπινα δικαιώματα», τα οποία, αντίθετα απ’ όσα ισχυρίζεται η δημοκρατική τελολογική αντίληψη της Ιστορίας, δεν αποτελούν τελειωτικό πνευματικό και ηθικό επίτευγμα ύστερα από αιώνες καταπίεσης και σκότους, παρά κατά βάση συνιστούν τον τρόπο λειτουργίας και επιβίωσης της μαζικής δημοκρατίας, με την οποία και συνδέεται η μοίρα τους. Τα «ανθρώπινα δικαιώματα» είναι δικαιώματα που φαίνονται απαραί­τητα για την αυτοπραγμάτωση με τη δημοκρατική έννοια του όρου και έχουν, ακριβώς όπως και η αυτοπραγμάτωση, όχι μόνο μια πολιτική, αλλά και μια δεύτερη διάσταση, την οποία υπαινιχθήκαμε προηγουμένως και θα εξηγήσουμε τώρα.


Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι κάτω από την επιρροή βιοτικών ιδεωδών και ρευμάτων, 

τα οποία εμπνέονται από την πολιτισμική επανάσταση και εκπροσωπούνται κυρίως από ομάδες 

(π.χ. νέους και διανοουμένους) με μικρότερη ικανότητα ή επιθυμία κατανάλωσης, ο ηδονισμός 

παίρνει συχνότατα μορφές εν μέρει άμεσα αντιτιθέμενες στον χυδαίο καταναλωτικό υλισμό.



Στο στενότερο επίπεδο του άτομου —εκείθεν ή εντεύθεν των πο­λιτικών προγραμμάτων— το αίτημα της αυτοπραγμάτωσης συχνά συνυφαίνεται με τις ηδονιστικές εκείνες στάσεις που υποβαστάζουν ψυχολογικά τη μαζική κατανάλωση και επομένως την υπόσταση της οικονομίας. Τούτη η ηδονιστική αυτοπραγμάτωση πρέπει βέβαια να διακριθεί από την πολιτική· δεν αντιτίθενται οπωσδήποτε θεωρητικά σε τούτην εδώ, όμως ως πρακτική στάση συχνότατα πηγάζει από την παθητικότητα εκείνη, η οποία απορρέει από τη διαπίστωση της ασημαντότητας του άτομου εντός των γιγαντιαίων δομών και μηχανισμών της μαζικής δημοκρατίας και της οποίας το αντιστάθμισμα ζητείται στην ένταση της προσωπικής ζωής και των προσωπικών βιωμάτων — όπως και αντίστροφα: η βεβαιότητα, πως η ζωή στη μαζική δη­μοκρατία μπορεί να προσφέρει μια πληθώρα τέτοιων αντισταθμισμάτων, ενισχύει την τάση για μιαν ύπαρξη στο περιθώριο της μεγάλης και της μικρής πολιτικής. Αναμφίβολα υπάρχει πρωταρχική και ουσιώδης σχέση ανάμεσα στις διαθέσιμες καταναλωτικές δυνατότητες και στην επικρατούσα εκδοχή του ιδεώδους της αυτοπραγμάτωσης. Γιατί αυτές οι δυνατότητες πρόσφεραν για πρώτη φορά το συγκεκριμένο ερέθισμα και την απτή βάση για την προγραμματική σύνδεση αυτοπραγμάτωσης και ηδονισμού, ενώ σε όλους τους προγενέστερους κοινωνικούς σχηματισμούς η αυτοπραγμάτωση οριζόταν κατά κύριο λόγο ως αυτοϋπέρβαση, δηλαδή ως επιβολή του αληθινού ή αυθεντικού εγώ πάνω στα κατώτερα ψυχόρμητα- τώρα όμως η αυτοϋπέρβαση με την παραδεδομένη ηθική έννοια εμφανίζεται κατά κανόνα ως το ακριβώς αντίθετο της γνήσιας αυτοπραγμάτωσης. Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι κάτω από την επιρροή βιοτικών ιδεωδών και ρευμάτων, τα οποία εμπνέονται από την πολιτισμική επανάσταση και εκπροσωπούνται κυρίως από ομάδες (π.χ. νέους και διανοουμένους) με μικρότερη ικανότητα ή επιθυμία κατανάλωσης, ο ηδονισμός παίρνει συχνότατα μορφές εν μέρει άμεσα αντιτιθέμενες στον χυδαίο καταναλωτικό υλισμό. Έτσι εκτιμώνται περισσότερο από τα υλικά αγαθά τα πνευματικά, ωστόσο και πάλι παραμερίζεται η παραδοσιακή ασκητική αντιδιαστολή του πνευματικού στοιχείου προς το αισθητό ή υλικό: στην περίπτωση αυτήν είναι δυνατόν να συμπίπτουν τα πνευματικά αγαθά με την ικανοποίηση των αισθήσεων, ήτοι τα πρώτα σχετίζονται με τον έρωτα, τις αθλοπαιδιές, τη φιλική συντροφιά, τη σχόλη ή τον στοχασμό — πάντοτε στην υπηρεσία της επικοινωνίας και της αυτοπραγμάτωσης. Βέβαια, μονάχα μια κοινωνία που παράγει και καταναλώνει, κατά μάζες υλικά αγαθά μπορεί να δημιουργήσει τους ελεύθερους χώρους, oι οποίοι είναι απαραίτητοι για την ομαδική αναζήτηση και καλλιέργεια τέτοιων πνευματικών αγα­θών. Αυτό εξηγεί γιατί τούτα τα τελευταία, παρά τον τρόπο που κατανοούν τον εαυτό τους οι εκπρόσωποι τους, μπορούν να υπαχθούν μαζί με τις πεζές καταναλωτικές ανάγκες των πλείστων μελών της κοινωνίας κάτω από έναν και μόνο κοινό παρονομαστή, εκείνον του ηδονισμού. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάμουμε με στάσεις, οι οποίες διαμορφώνονται κάτω από τις ίδιες κοινωνικές συνθήκες και έχουν μεταξύ τους σχέση συμπληρωματική, αν και όχι πάντοτε αρμονική.
Κοντολογής, το χαρακτηρολογικό πρότυπο, το οποίο δίνει τον τόνο στη μαζική δημοκρατία, μολονότι δεν κυριαρχεί σ’ όλη τη γραμμή, αποτελεί σε κεντρικά σημεία αντιστροφή του πουριτανικού ή του βικτωριανού αστικού ήθους και έθους. Στο προσκήνιο δεν βρίσκεται η αυτοπειθαρχία με σκοπό την επίτευξη εσωτερικών και εξωτερικών στόχων ούτε κι η υποταγή της καθημερινής δραστηριότητας σε μακροπρόθεσμες επιδιώξεις, παρά μάλλον η κατάφαση της βραχυπρόθεσμης απόλαυσης, του στιγμιαίου και του αυθόρμητου καθώς και η απόρριψη του εξωτερικού ελέγχου, της πειθάρχησης και της εξουσίας.


* Σελ 251,252,253


Πηγή 


Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού 


από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία



Αν δεν μπορείτε να διαβάσετε άρθρο κάντε κλικ εδώ.

Υπάρχει μια παλιά ιστορία για ένα παιδί που πήγε να ζητήσει τη βοήθεια ενός σοφού....


«Ήρθα, δάσκαλε, γιατί νοιώθω τόσο ασήμαντος που δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα. Μου λένε ότι δεν αξίζω τίποτα, ότι δεν κάνω τίποτα σωστά, ότι είμαι αδέξιος και χαζός. Πως μπορώ να βελτιωθώ; Τι μπορώ να κάνω για να με εκτιμήσουν περισσότερο;»

Ο δάσκαλος, χωρίς να τον κοιτάξει, του είπε:

«Πόσο λυπάμαι, αγόρι μου. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω γιατί πρώτα πρέπει να λύσω ένα δικό μου πρόβλημα. Μετά, ίσως..» και ύστερα από μια παύση συνέχισε : «Αν θέλεις να με βοηθήσεις εσύ, μπορεί να λύσω γρήγορα το πρόβλημά μου και μετά να μπορέσω να σε βοηθήσω.»

«Ε ...;μετά χαράς, δάσκαλε» είπε διστακτικά ο νεαρός, νοιώθοντας ότι τον υποτιμούσαν για άλλη μια φορά και μετέθεταν τις ανάγκες του.

«Ωραία» συνέχισε ο δάσκαλος. Έβγαλε το δαχτυλίδι που φορούσε στο αριστερό του χέρι και το έδωσε στο αγόρι, λέγοντας :»Πάρε το άλογο που είναι εκεί έξω και τρέξε στην αγορά. Πρέπει να πουλήσω αυτό το δαχτυλίδι για να πληρώσω ένα χρέος. Είναι ανάγκη να πάρεις όσο περισσότερα χρήματα μπορείς για αυτό. Και με κανέναν τρόπο μη δεχτείς λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί. Πήγαινε και έλα με το χρυσό φλουρί όσο πιο γρήγορα μπορείς.»

Ο νεαρός πήρε το δαχτυλίδι κι έφυγε. Μόλις έφτασε στην αγορά άρχισε να προσφέρει το δαχτυλίδι στους εμπόρους που το κοίταζαν με κάποιο ενδιαφέρον, ώσπου ο νεαρός έλεγε τι ζητούσε γι' αυτό.

Όταν το παιδί έλεγε «ένα χρυσό φλουρί» άλλοι γελούσαν, άλλοι του γύριζαν τις πλάτες και μόνο ένας γέροντας φάνηκε αρκετά ευγενικός για να μπει στον κόπο να του εξηγήσει ότι ένα χρυσό φλουρί ήταν πάρα πολύ για ένα δαχτυλίδι. Θέλοντας να βοηθήσει, ένας του πρόσφερε ένα ασημένιο νόμισμα κι ένα μπακιρένιο τάσι, όμως, ο νεαρός είχε οδηγίες να μη δεχτεί λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί κι έτσι απέρριψε την προσφορά.

Αφού προσπάθησε να πουλήσει το κόσμημα σε όποιον συνάντησε στο δρόμο του στην αγορά - και σίγουρα θα ήταν πάνω από εκατό άτομα - , παραδέχτηκε την αποτυχία του, καβάλησε το άλογο και γύρισε πίσω.

Πόσο θα ήθελε ο νεαρός να είχε ένα χρυσό φλουρί για να το δώσει στο δάσκαλο και να τον γλυτώσει από το πρόβλημά του. Έτσι, θα έπαιρνε κι αυτός τη συμβουλή και τη βοήθεια του δασκάλου.

Μπήκε μέσα στην κάμαρη.

«Δάσκαλε» είπε, «λυπάμαι. Είναι αδύνατο να τα καταφέρω. Ίσως να μπορούσα να πάρω δύο ή τρία ασημένια, όμως, νομίζω ότι δεν μπορώ να γελάσω κανέναν για την πραγματική αξία του δαχτυλιδιού.»

«Αυτό που είπες είναι πολύ σημαντικό, νεαρέ μου φίλε» απάντησε χαμογελώντας ο δάσκαλος. «Πρέπει πρώτα να μάθουμε την αληθινή αξία του δαχτυλιδιού. Καβάλησε πάλι το άλογο και πήγαινε στον κοσμηματοπώλη. Ποιος άλλος θα ξέρει καλύτερα; Πες του ότι θέλεις να το πουλήσεις και ρώτησέ τον πόσα μπορεί να πιάσει.Ομως, μην του το πουλήσεις όσα κι αν σου προσφέρει. Γύρισε πίσω με το δαχτυλίδι.»

Ο νεαρός καβάλησε το άλογο κι έφυγε πάλι.

Ο κοσμηματοπώλης εξέτασε το δαχτυλίδι στο φως του κεριού, το κοίταξε με το φακό, το ζύγισε και μετά είπε στο παιδί:

«Πες στο δάσκαλο, αγόρι μου, ότι αν θέλει να το πουλήσει αμέσως, δεν μπορώ να του δώσω παραπάνω από πενήντα οχτώ χρυσά φλουριά για το δαχτυλίδι του.»
«Πενήντα οχτώ χρυσά;» φώναξε το παιδί.
«Ναι» απάντησε ο κοσμηματοπώλης. «Βέβαια,, με λίγη υπομονή θα μπορούσαμε να βγάλουμε γύρω στα εβδομήντα χρυσά φλουριά, όμως, αν είναι επείγον ...;»
Ο νεαρός έτρεξε συγκινημένος στο σπίτι του δασκάλου να του πει τα καθέκαστα.

«Κάθισε» του είπε ο δάσκαλος αφού τον άκουσε. «Είσαι κι εσύ σαν αυτό το δαχτυλίδι. 'Ενα πολύτιμο και μοναδικό κόσμημα. Και σαν τέτοιο, πρέπει να σ΄εκτιμήσει ένας αληθινός ειδικός. Γιατί στη ζωή σου γυρίζεις εδώ κι εκεί ζητώντας να εκτιμήσει ο καθένας την πραγματική σου αξία;»

Και μ' αυτά τα λόγια, έβαλε πάλι το δαχτυλίδι στο μικρό του δάχτυλο του αριστερού του χεριού...

Υγιαίνετε..!

Η διάθεσις του ανθρώπου είναι μέτρον του ελέους του Θεού

γ. Νικοδήμου το γιορείτου

ρμηνεία ες τν στίχον:

«Κα τ λεος ατο ες γενεν κα γενεν τος φοβουμένοις ατόν»

τς Θ´ δς τς Παρθένου κα Θεοτόκου Μαρίας

π τ βιβλίο «ΚΗΠΟΣ ΧΑΡΙΤΩΝ»,
κδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσ/νίκη 1979, σελ. 219-221

λ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ





Κα δι τοτο, λέγει Παρθένος, συνέλαβα τν Υἱὸν το Θεο κα δι τοτο ατς λαβεν ξ μο σάρκα μψυχωμένην, λογικήν, νοεράν, θελητικν κα ατεξούσιον κα νωσεν ατν ες τν δικήν του πόστασιν, δι ν κχύσ τ πλούσιον ατο λεος ες τς γενες τν νθρώπων, που μέλλουν ν φοβηθον ατν κα ν πιστεύσουν ατ. Ο φοβούμενοι τν Θεόν, τοι ο δι μετανοίας ες φόβον τρεπόμενοι, ατο λεονται π τν Θεόν, ο δ μ φοβούμενοι, τοι ο μ μετανοοντες, οκ λεονται. Διότι τ λεος το Θεο, ν κα λέγεται λεος, μως ες τος ξίους το λέους δίδοται κα χι ες τος ναξίους ατο· ἐὰν γρ κα ες τος ναξίους δίδοτο, λοι ο μετανόητοι μαρτωλομ θ σώζοντο κα οδεμς θ κολάζετο. Τοτο δ ναντιοται ες τν θείαν δικαιοσύνην κα ποδείχνει τν Θεν δικον. θεν επεν Χρυσορρήμων, ρμηνεύων τλέησόν με, κύριε, τι σθενής εμι” το ϛ´ ψαλμο: «Πάντες λέους δεόμεθα, λλ ο πάντες ξιοί σμεν λεεσθαι· ε γρ κα λεός στιν, μως τν ξιον πιζητε· μν ον ξιόν τι το λεηθναι ποιήσας, ρε· λέησόν με· δ κβαλν αυτν το ταύτης τυχεν τς συγγνώμης, μάτην ρε τό· λέησόν με. Ε γρ φ παντας μελλεν λεος ρχεσθαι, οδες ν κολάσθη· λλ κα οτος χει τιν κρίσιν, κα τν ξιον πιζητε κα τν πιτήδειον, στε ατο πολασαι»[…] Οτω δ κα ες τν Μωυσν επεν Θεός: «λεήσω ν ν λε, κα οκτειρήσω ν ν οκτείρω» (ξ. λγ´19). Κα πάλιν: «γώ εμι Κύριος Θεός σου κα ποιν λεος ες χιλιάδας τος γαπσί με κα τος φυλάσσουσι τ προστάγματά μου» (ξ. κ´6). Κα Δαβδ τοτο σχεδν τ διον λέγει: «τι κατ τ ψος το ορανο π τς γς κραταίωσε Κύριος τ λεος ατο (οχ π πάντας) λλ π τος φοβουμένους ατόν» (Ψαλμ. ΡΒ´ 11) […]

. ρμόζει δ κα ρητν τοτο κα ες σένα Χριστιανέ, διότι, ἐὰν κα σ γαπς ν σ λεήσ Θες κα ν σο χαρίσ τν φεσιν τν μαρτιν σου, πρέπει ν φοβσαι τν Θεόν, χι μως ν τν φοβσαι πλς, λλ ς Θεν φοβερόν, ς Θεν δίκαιον κα ς Θεν «δυνάμενον κα ψυχν κα σμα πολέσαι ν γεένν», καθς τ προστάζει διος κα οτω δι τν φόβον ατν ν μετανος κα ν κλαίς δι τς μαρτίας που πραξας, κα ες τ ξς ν πέχς κα ν μ κάμνς πλέον ατάς, καθς λέγει δ Θεοτόκος: «Κα τ λεος ατο ες γενεν κα γενεν τος φοβουμένοις ατόν». Καθς γρ ταν θέλ τινς ν λάβ π τν μυρεψν μρον, πρέπει πρτον ν τοιμάσ τ γγεον δι ν χύσ τ μρον μέσα ες ατό, τσι κα ποιος θέλει ν λάβ λεος π τν Θεόν, πρέπει ν τοιμάσ τ γγεον τς ψυχς του, δι ν λάβ τ θεον λεος, πειδ χωρς ν χ γγεον, λεος δν τ δίδοται· γγεον δ εναι φόβος το Θεο, εναι πρς Θεν λπίς, εναι μετάνοια κα ποχ το κακο, εναι τ πένθος, κατάνυξις, τ δάκρυα. θεν μέγας Βασίλειος επεν τι διάθεσις το νθρώπου εναι μέτρον το λέους το Θεο, κα σον ατ εναι χωρητική, τόσον δίδοται κα τ θεον λεος·ρμηνεύων γρ οτως τ «γένοιτο Κύριε τ λεός σου φ μς, καθάπερ λπίσαμεν π σέ» το λβ´ Ψαλμο, λέγει· «ρς πς πιστημόνως προσηύξατο; τν δίαν διάθεσιν μέτρον ποίησε τς πιχορηγίας τν οκτιρμν το Θεο· τοσοτός, φησι, γένοιτο λεός σου φ μς, σην φθάσαντες μες π σο τν λπίδα κατεβαλόμεθα». Επε δ κα σύχιος· « αυτν μ λεήσας, πς παρ το Κριτο λεηθναι δύναται;», τοι οδαμς. ρμόζει δ ες τοτο κα κενο, που επεν μέγας ντώνιος· οτος γρ ες τν επόντα ατ· «λέησόν με ββ, κα εξαι πρ μο»· πεκρίνατο· «οτε γώ σε λε, οτε Θεός, ἐὰν μ σ σατν λεήσς». θεν, ἐὰν σ δελφ δν μετανoς, λλ τρέχεις ες τν λάσπην τς μαρτίας σον χoρoς, ξευρε τι δν μπoρες ν λάβς τ λεoς τo Θεo· διότι πooς πoτ λεε κα σπλαγχνίζεται κενoν πo πηγαίνει μόνoς τoυ κα πιάνει τ φίδια κα πιάνωντάς τα δαγκώνεται π ατ κα θανατώνεται; Bέβαια, oδείς.
.               Δι
τoτo λέγει Σειράχ: «Τίς λεήσει παoιδν φιόδηκτoν κα πάντας τoς πρoσάγoντας θηρίoις;» (Σειρ. ιβ´ 13). τσι κα Θες δν λεε, oτε σπλαγχνίζεται κενoν τν Χριστιανν πo πηγαίνει μόνoς τoυ ες τν μαρτίαν κα πράττoντας ατήν, φαρμακεύεται κα ψυχικς θανατώνεται.
.
ξευρε λoιπόν, μαρτωλέ, σύντρoφε δικέ μoυ, τι ἐὰν δν φεθς π τν μαρτίαν κα λάβς σύνεσιν τo κακo πo καμες, κα ἐὰν δν ξoμoλoγηθς ες τν Πνευματικόν σoυ, Θες πo σ πλασε, δν θέλει σ λεήσει.
.
τσι μόνoς Toυ τ βεβαιώνει δι τo σαΐου: «O γρ λαός στιν χων σύνεσιν, δι τoτo o μ oκτειρήσ πoιήσας ατoύς, oδ πλάσας ατoς o μ λεήσ» (σ. κζ´ 11). Επε δ κα ερς Aγoυστνoς: « πλάσας σε νευ σo, o δύναται σσαί σε νευ σo». Ἐὰν δ σ μαρτάνωντας κα μ μετανoντας, μηδ ξoμoλoγoύμενoς, χς λπίδα, τι θέλει σ λεήσει Θεός, ξευρε, τι λπίς σoυ ατ εναι ψευδς κα μ τ ψεδoς παρηγoρσαι.
.
θεν πληρoται ες σ τ τo σαΐoυ κενo: «θήκαμεν ψεδoς τν λπίδα μν κα τ ψεύδει σκεπασθησόμεθα» (σ. κη´ 15).

 

 

Πηγή

 

 


Αν δεν μπορείτε να διαβάσετε άρθρο κάντε κλικ εδώ.
2019 onisimos.gr All rights reserved Developed by B.I.S