—Γέροντα, εἶναι χαρακτηριστικό νομίζω ὅτι ἐνῶ ὁ τελώνης ἔδειξε τόν πραγματικό του ἑαυτό, ὁ Φαρισαῖος, ἐκτός τῶν ἄλλων, φοροῦσε προσωπεῖο. Καί βέβαια ὄχι μόνο αὐτός.

—Εἶναι ἀλήθεια ὅτι πολλές φορές φοροῦμε ὅλοι προσωπεῖο. Λίγο-πολύ ὅλοι ἔχουμε ἀπό ἕνα προσωπεῖο. Ἄλλοι εἴμαστε καί ἄλλοι ἐμφανιζόμαστε. Καί πρέπει νά γίνεται ἕνας ἀγώνας νά ἀφαιρῆται τό προσωπεῖο, διότι ὅταν δέν τό ἀφαιροῦμε ἐμεῖς, μᾶς τό ἀφαιρεῖ ὁ Θεός. Καί πολλές φορές μᾶς τό ἀφαιρεῖ κατά τρόπο συγκλονιστικό. 

 Νά προσέχουμε νά μή φαινώμαστε ἀλλοιώτικοι ἀπ᾽ ὅ,τι εἴμαστε. Προπάντων μερικοί ἀπό μᾶς τούς εὐσεβεῖς, κληρικούς καί λαϊκούς, πού ἔχουμε μία ἁγιοφάνεια, μία εὐσεβοφάνεια, στό περιβάλλον μας. Βέβαια, ὄχι στό στενό περιβάλλον μας· ἐκεῖ μᾶς ξέρουν. Οἱ γυναῖκες ξέρουν τούς ἄνδρες, οἱ ἄνδρες τίς γυναῖκες, τά παιδιά τούς γονεῖς, οἱ γονεῖς τά παιδιά. Ἔλεγαν παληά ὅτι «τή χειρότερη γνώμη γιά τό Βασιλιά τήν ἔχουν οἱ θαλαμηπόλοι του», διότι αὐτοί ξέρουν τίς ἀδυναμίες του, ξέρουν καί τά ἐλαττώματά του. Ἐνῶ ὁ πολύς κόσμος τόν βλέπει μέσα στήν αἴγλη τοῦ κάθε Βασιλέα. Κάθε ἀνώτατο ἄρχοντα, ἐκκλησιαστικό, πολιτικό, πνευματικό, δικαστικό, κοινωνικό, γενικά ὁτιδήποτε, τόν βλέπουν ἀπό μακρυά, ἀπό ἀπόστασι καί δέν βλέπουν τά ἐπί μέρους.

Λοιπόν, στό ἄμεσο περιβάλλον μας δέν εἶναι εὔκολο νά κρυφτοῦμε. Δέν μποροῦμε ἐκεῖ νά ἔχουμε προσωπεῖο. Πέφτει ἐκεῖ τό προσωπεῖο. Ἀλλά στό ἀπώτερο περιβάλλον ἐκεῖ πάντοτε φορᾶμε προσωπεῖο. Νά προσπαθοῦμε νά μήν τό φορᾶμε αὐτό τό προσωπεῖο καί νά φαινώμαστε ποιοί πραγματικά εἴμαστε. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, πολλές φορές τό προσωπεῖο τό ἀφαιρεῖ ὁ Θεός. Καί τότε φαινόμαστε μέ ὅλη τή γυμνότητά μας, πόσο ἄθλιοι καί ἐλεεινοί εἴμαστε. Νά μή φοροῦμε προσωπεῖο. Νά μή δείχνουμε εὐσεβοφάνεια καί ἁγιοφάνεια. Αὐτοί πού εἴμαστε, αὐτοί νά φαινώμαστε.

—Εἶναι προτιμότερο νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς, ἔστω καί ἄν θά γίνουμε δυσάρεστοι στούς ἄλλους καί ἐκνευρισθοῦμε ἤ νά χρησιμοποιήσουμε μάσκα γιά νά φανοῦμε εὐγενεῖς χωρίς νά εἴμαστε;

—Ὑπάρχει ἕνας τρόπος μέ τόν ὁποῖο μποροῦμε νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς χωρίς νά εἴμαστε ὠμοί. Καί ὄχι νά φοροῦμε μάσκα. Πολλοί παρεξηγοῦν τήν εἰλικρίνεια καί νομίζουν ὅτι εἰλικρίνεια εἶναι νά λές τά πάντα εὐκαίρως-ἀκαίρως ἔστω καί ἄν προσβάλλης τόν ἄλλο χωρίς λόγο. Τό «λέω τήν ἀλήθεια» δέν σημαίνει ὅτι λέω ὁτιδήποτε ξέρω εἴτε χρειάζεται εἴτε δέν χρειάζεται νά τό πῶ. Ὄχι. Αὐτό εἶναι ἔλλειψι συνέσεως.
Συγχωρεῖστε μου ἕνα ἀνέκδοτο. Κάποτε, λέει, ὁ Χότζας μάλωνε μέ τή γυναῖκα του καί ἡ γυναῖκα του ἀποφάσισε νά πάη στόν κατῆ καί νά ζητήση διαζύγιο. Πῆγε. Λέει: «Τί παράπονο ἔχεις ἀπό τόν ἄνδρα σου;».
 «Κατῆ μου, λέει ὅλες τίς ἀλήθειες». 
Λέει, «αὐτό εἶναι προσόν, εἶναι μεγάλο πράγμα, ἀρετή, νά λέη ὅλες τίς ἀλήθειες!». «Μά εἶναι ἀνυπόφορος. Δέν χρειάζεται νά τίς λέη ὅλες. Εἶναι καί μερικές πού δέν εἶναι ἀπαραίτητο». 
«Μά εἶσαι καλά; Λέει τίς ἀλήθειες ὁ ἄνδρας σου καί εἶναι ἀνυπόφορος;». 
«Κατῆ μου, εἶναι ἀνυπόφορος, σοῦ λέω, καί σέ μένα καί στούς ἄλλους». 
«Δέν μπορῶ», λέει, «νά σοῦ δώσω διαζύγιο γι᾽ αὐτό τό λόγο». 
«Μά εἶναι ἀνυπόφορος!». 
«Δέν μπορῶ νά σοῦ δώσω. 
Ἐν πάση περιπτώσει, ἀφοῦ ἐπιμένεις, ἐλᾶτε αὔριο ἐδῶ νά σᾶς δῶ καί τούς δύο». Πάει τήν ἄλλη μέρα ἡ γυναῖκα μέ τό Χότζα. Ὅταν μπῆκαν μέσα, κάνει ἕνα τεμενά ὁ χότζας, «Προσκυνῶ, κατῆ μου, μονόφθαλμε». Ὁ κατῆς ἦταν μονόφθαλμος, ἀλλά δέν ὑπῆρχε λόγος νά τοῦ πῆ: «Προσκυνῶ, κατῆ μου, μονόφθαλμε». Ἀλήθεια ἦταν, ἀλλά δέν χρειαζόταν νά λεχθῆ αὐτή ἡ ἀλήθεια. Ὁ μύθος, τό ἀνέκδοτο, δηλώνει πολλά.

Λοιπόν, δέν σημαίνει ὅτι ἄν δοῦμε στό δρόμο ἕναν ἄνθρωπο καί εἶναι στραβός, νά τοῦ ποῦμε «καλημέρα, στραβέ». «Καλημέρα, ἀγαπητέ μου». «Καλημέρα, κύριε». «Καλημέρα, ἄνθρωπέ μου». Λοιπόν, νά ξεχωρίζουμε τά πράγματα. Πολλές φορές νομίζουμε ὅτι εἰλικρίνεια εἶναι νά βρίζουμε τόν ἄλλο, ἤ νά τοῦ λέμε κάποιο ἐλάττωμα, τό ὁποῖο ἔχει. Δέν εἶναι αὐτό θέμα εἰλικρινείας. Ἀλλά νά μήν ὑποκριθοῦμε. Ἄλλο τό ἕνα, ἄλλο τό ἄλλο. Λοιπόν, εἰλικρινεῖς μέν καί χωρίς μάσκα, ἀλλά ὄχι ποτέ ὑβριστές, ἤ προσβλητικοί ἐναντίον τῶν ἄλλων. Κι ὅταν ἔλθη μία διαφωνία, κάτι, ἐκεῖ θά διαχωρίσουμε τή θέσι μας καί θά ποῦμε: «Ἐγώ διαφωνῶ σ᾽ αὐτό τό πράγμα».
 Αρχιμ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου (επιμ. Άρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ), ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ, Εκδόσεις Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Σταμάτα 2019
 
 
 
 
 
 
 
 

«Ναι, Αγαθέ, στην εξουσία Σου είναι να κάνεις θαύματα 
και δεν υπάρχει μεγαλύτερο θαύμα από το να αγαπά 
κάποιος τον αμαρτωλό στην πτώση του. 
Τον άγιο είναι εύκολο να τον αγαπάς, είναι άξιος» [1].
(Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης +1938)

Η περίοδος της αγίας και μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι η κατ’ εξοχήν περίοδος του εκκλησιαστικού έτους κατά την οποία προβάλλεται ιδιαιτέρως η αρετή της μετανοίας. Τα ευαγγελικά αναγνώσματα, η ανάμνηση ιερών προσώπων που διακρίθηκαν για το ύψος της μετανοίας τους, το περιεχόμενο της υμνολογίας και γενικά το πνεύμα «χαρμολύπης» που τη διακρίνει αποτελούν μία συνεχή πρόσκληση σε μετάνοια. Η εν λόγω αρετή λαμβάνει την ουσιαστική πραγμάτωσή της με το μυστήριο της μετανοίας, την ιερά εξομολόγηση.

Κάνοντας λόγω για αρετή εννοούμε εκείνο το μέσον δια του οποίου ο άνθρωπος επιδιώκει τη συνάντησή του με το θείο [2]. Σύμφωνα δε με τον άγιο Μάξιμο τον ομολογητή η αρετή αποτελεί το πρώτο στάδιο σωτηρίας του ανθρώπου που οδηγεί στη γνώση και τη θεολογία. Κατά τον ίδιο ιερό πατέρα, η αρετή φέρει ως βασικό της γνώρισμα την ανδρεία [3]. Ως εκ τούτων, η μετάνοια χαρακτηριζομένη ως αρετή έχει πράγματι σαν βασικό στόχο τη συνάντηση με Το Θεό ή καλύτερα την επανασύνδεση του πεπτωκότος ανθρώπου με την πηγή της αληθινής ζωής. Αποτελεί το απαραίτητο στάδιο που θα οδηγήσει τον άνθρωπο στην αληθινή γνώση και ένωση με Το Θεό και τέλος φέρει, αναγκαστικά, ως βασικό γνώρισμα την ανδρεία.

Δίνοντας ένα σύντομο αλλά πολύ περιεκτικό και ευθύ ορισμό της μετανοίας ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναφέρει ότι «Μετάνοια είναι η επάνοδος με άσκηση και πόνους από το παρά φύση στο κατά φύση και από τον διάβολο στο Θεό» [4]. Από τον παραπάνω ορισμό βλέπουμε ότι η πορεία της μετανοίας είναι καθαρά μία κίνηση φυγής από το σκότος, από την κατάσταση της αμαρτίας που αμαύρωσε το «κατ’ εικόνα» οδηγώντας στο «παρά φύση» και καθιστώντας ανέφικτη την ανοδική πορεία προς το «καθ’ ομοίωσιν». Η μετάνοια αποτελεί την αναζήτηση του φωτός, την αποκατάσταση του «κατά φύση» που συνεπάγεται τον αγώνα για την επίτευξη του «καθ’ ομοίωσιν».

Πηγή της αμαρτίας είναι η φιλαυτία – ο εγωισμός και επομένως εκείνος που θέλει να νικήσει την αμαρτία οφείλει να παλέψει με το Εγώ, να πει όχι στο δικό του θέλημα και στη συνήθεια της αμαρτίας που τον κρατά προσκολλημένο στην παλαιά ζωή. Αυτή ακριβώς την πάλη υποδηλώνει ο ορισμός της μετανοίας ως πορείας που συνοδεύεται από άσκηση και πόνο. Πρόκειται για τον πόνο που προκαλείται στην ψυχή όταν αυτή αποδεσμεύεται από τη συνήθεια της αμαρτίας. Αναμφιβόλως αυτή η οδυνηρή διαδικασία προϋποθέτει την ανδρεία για την οποία μίλησε ο άγιος Μάξιμος.

Με βάση τα παραπάνω εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι η ουσία της μετανοίας εδράζεται στην ταπείνωση [5]. Το αντίθετο της ταπεινώσεως είναι η υπερηφάνεια που έχει ως γέννημα την αμετανοησία. Το τελευταίο φαίνεται ξεκάθαρα στην περίπτωση του διαβόλου ο οποίος και παγιώθηκε στην κατάσταση της κακότητος αυτό εγκλωβισμένος στην αλαζονικά υπερηφάνεια και την αμετανοησία [6].

Η διατύπωση του οσίου Θεογνώστου είναι απόλυτη αφ’ ενός μεν ως προς τη φιλευσπλαχνία Του Θεού, αφ’ ετέρου δε ως προς την ευθύνη του αυτεξουσίου ανθρώπου να μετανοήσει. «Δε θα κολαστούμε στη μέλλουσα ζωή γιατί αμαρτήσαμε, ούτε θα καταδικαστούμε γι’ αυτό, αφού η φύση μας είναι δεκτική τροπής και αλλοιώσεως. Θα καταδικαστούμε επειδή αμαρτήσαμε και δε μετανοήσαμε»[7].

Το μυστήριο της μετανοίας – η ιερά εξομολόγησις αποτελεί την εμπράγματη εφαρμογή της αρετής της μετάνοιας. Μέσω αυτού του μυστηρίου ο άνθρωπος εκφράζει την επιθυμία του να μετανοήσει να αλλάξει νου, να μην αμαρτήσει πλέον [8]. Ουσιαστικά η εξομολόγηση αποτελεί κυρίως την έκφραση του πόνου και της αγωνίας του ανθρώπου που βιώνει την απουσία Του Θεού από τη ζωή του, την αποξένωση από Το Θεό [9]. Το όλο μυστήριο είναι δομημένο στην ταπείνωση, αφού καλείται ο μετανοών να προσέλθει και να ομολογήσει αυτά για τα οποία ντρέπεται, όχι σε κάποιον αναμάρτητο, αλλά σε έναν εξίσου σαρκικό άνθρωπο, τον ιερέα.

Αυτός, ωστόσο, είναι εκείνος που, σαν άνθρωπος, θα νοιώσει τον πόνο του αδελφού του και θα τον ενισχύσει μέσα από την προσωπική του πείρα. Αυτό, ακόμη, που πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι η εξομολόγηση διακρίνεται, στα πλαίσια της ορθοδόξου παραδόσεως, για τον θεραπευτικό της χαρακτήρα.

Κατά τον άγιο Νικόδημο τον αγιορείτη, στο πρόσωπο του πνευματικού πατρός φανερώνονται τρία πρόσωπα, πατρός, ιατρού και κριτού [10]. Ως πατήρ δέχεται με αγάπη τον άσωτο υιό, ως ιατρός θεραπεύει τις πληγές του παιδιού του και ως κριτής είναι δίκαιος και όπου επιβάλλεται αυστηρός για να επιτύχει η θεραπεία.

Η αρετή της μετάνοιας και το μυστήριο της μετανοίας αποτελούν ένα συνεχές κάλεσμα της εκκλησίας προς στον πάσχοντα άνθρωπο. Εναπόκειται στη δική μας ελεύθερη βούληση το αν θα επιλέξουμε το δρόμο της ίασης ή θα παραμείνουμε στην κατάσταση της αρρώστιας και του πόνου.

 

Παραπομπές:

1. Αριμ. Σωφρονίου [Σαχάρωφ], Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης , Ι. Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας, 2003, σελ. 422.
2. Χαραλ. Σωτηροπούλου, Θέματα Δογμ. Θεολογίας και πνευματικής ζωής κατά την διδασκαλία Μαξίμου του ομολογητού, Αθήναι 2003, σελ. 189.
3. Μαξίμου του ομολογητού, «200 κεφ. προς τον Θαλάσσιο περί Θεολογίας και της ενσάρκου οικονομίας του Υιού του Θεού», Φιλοκαλία των ιερών Νηπτικών, τόμος Β΄, μετφρ. Αντ. Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, στ.16, σελ. 126.
4. Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, επιμ. Ν. Ματσούκα, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, σελ. 203.
5. «Μετανοών σημαίνει αγοραστής της ταπεινώσεως», Ιωάννου του Σιναίτου, Κλίμαξ, μετφρ. υπό αρχιμ. Ιγνατίου, εκδ. Ι. Μονής Παρακλήτου, σελ. 115, 129.
6. Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής…., ένθ.αν.σελ. 107.
7. Όσιος Θεόγνωστος, «Περί πράξεως και θεωρίας και περί ιερωσύνης», Φιλοκαλία, τόμ. Β΄, ένθ. αν., στ.47, σελ. 337.
8. Νικοδήμου Αγιορείτου, Πνευματικά γυμνάσματα, εκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, σελ. 320.
9. π. Αλέξανδρος Σμέμαν, Μεγάλη Σαρακοστή, πορεία προς το Πάσχα, εκδ. Ακρίτας, σελ. 24.
10. Αγίου Νικοδήμου του αγιορείτου, Εξομολογητάριον, απόδοσις στην νεοελληνική υπό Βενεδίκτου ιερομονάχου αγιορείτου, Άγιον Όρος, σελ. 79.

 

Πηγή

 

 

 

Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης
 
 

"Ένα αυγό σπάει και από ύψος 30 πόντων. Όμως ένας βράχος πρέπει να ανέβει πολύ υψηλά. Και να πέσει για να συντριβεί.
Ο άνθρωπος που έχει πολύ σκληρή καρδιά, θα επιτρέψει ο Θεός να πετύχει κάποια πράγματα, να ανέβει ψηλά και κατόπιν να πέσει βαρύγδουπα για να συντριβεί, να μαλακώσει, να σπάσει.

Όμως ο μαλακός άνθρωπος, ο ευαίσθητος, ο πονόψυχος, μπορεί να μην έχει μεγάλες κοσμικές επιτυχίες, να βρίσκει όλο εμπόδια. Αυτό όμως τον προστατεύει από μεγάλες πτώσεις, τις οποίες η ευαίσθητη καρδιά του δεν θα αντέξει.
Να λοιπόν, που τα εμπόδια στη ζωή μας είναι η προστασία μας και όχι η κατάρα μας και η δοκιμασία μας. Έτσι όταν ο Θεός θέλει να μας γλιτώσει από εγωιστικά στραπατσαρίσματα βάζει εμπόδια στα σχέδιά μας. Δηλαδή, το εμπόδιο είναι η προστασία από εγωιστικές πτώσεις.
Γι΄ αυτό ο λαός λέει: “Κάθε εμπόδιο για καλό” και κατ΄ αναλογία “κάθε άνεση για κακό”! Λέγουν οι Πατέρες “ουδείς εισήλθε μετ’ ανέσεως στον παράδεισο”. Ως εκ τούτου πριν από κάθε πτώση, προηγείται εγωιστική άνεση. Και πριν από κάτι όμορφο, συντριβή και ταπείνωση."

Πηγή


π. Μιλτιάδης Ζέρβας
Αποτέλεσμα εικόνας για flamand,sarac,in temnita,bolnav

«Πότε σὲ εἴδαμε…;»Ἴδιες οἱ λέξεις στὰ χείλη τῶν ἀγαθῶν,ἴδιες καὶ σ’ αὐτὲς τῶν πονηρῶν, στῆς Κρίσεως τὴν Παραβολή.Ἴδιες λέξεις, μὰ ἄλλο νόημα.

Γιατὶ οἱ πρώτοι μὲ τοῦτα τὰ λόγια καταθέτουν λαχτάρα συνάντησης μὲ τὸ Θεό, 
ποὺ ξέρουν πὼς τοὺς ἀγαπᾶ.
Γιατὶ οἱ δεύτεροι μὲ τοῦτη τὴν ἀπορία δηλώνουν ἀποστροφὴ στὸ ἐνδεχόμενο 
ἑνὸς συναπαντήματος μὲ τὸ Θεό, ποὺ φοβοῦνται πὼς τοὺς κρίνει.

Ἐκείνη ἡ λαχτάρα ὁδήγησε τοὺς μὲν σὲ μιὰ ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ, 
ἀνάμεσα στοὺς ἀναγκεμένους ἀδελφούς, στοὺς πεινασμένους, στοὺς διψασμένους, 
στοὺς γυμνοὺς.
Ἐκείνη ἡ ἀποστροφὴ ἀνάγκασε τοὺς δὲ νὰ κρυφτοῦν ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, προσθέτοντας ἀδικία στὴ χρεία τῶν πονεμένων ἀδελφῶν, τῶν ξένων, τῶν φυλακισμένων, τῶν ἀσθενῶν.
Ἄλλα λοιπὸν τὰ νοήματα, μὰ ἴδια ἡ ἔκπληξη.

Ἐκπλήσσονται οἱ εὐλογημένοι, ποὺ δὲν πίστεψαν ποτὲ στὸν ἑαυτό τους 
καὶ στὸ ἠθικό τους πλεονέκτημα, καταφάσκοντας στὸν τρόπο τῆς ταπείνωσης.
Ἐκπλήσσονται κι οἱ καταραμένοι, ποὺ δὲν ἔκριναν ποτὲ τὸν ἑαυτό τους 
καὶ τὶς ναρκισσιστικές τους ἐπιλογές, ἀκολουθώντας τὸ δρόμο τῆς αὐτοδικαίωσης.
Ἴδια ἡ ἔκπληξη, μὰ διαφορετικὴ ἡ κρίση.
Παράδεισος γιὰ τοὺς μέν, ὡς τῶν προσώπων κοινωνία ἀγαπητική, 
ὡς τόπος ποὺ πόθησαν βαθιά.
Κόλαση γιὰ τοὺς δέ, ὡς τῆς μοναξιᾶς βάσανος καυστική, ὡς τὸ τίποτα ποὺ συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα ἐπέλεξαν.
Ἴδιες τελικὰ οἱ λέξεις,μὰ,ἀλήθεια τί κρίμα,παντελῶς διαφορετικὴ ἡ κατάληξη.

Πηγή


2019 onisimos.gr All rights reserved Developed by B.I.S