«Ἐκ πάντων ἐνήστευσα κατορθωμάτων, εἰς κόρον ἀπήλαυσα τῶν σφαλμάτων, Κύριε· νῦν οὖν πεινῶντά με, σωτηριώδους καί σεπτῆς ἔμπλησον βρώσεως» (ὠδή α΄ ἦχος α΄)
(Νήστεψα ἀπό ὅλα τά κατορθώματα, ἀπόλαυσα μέχρι κορεσμοῦ τά σφάλματα, Κύριε. Τώρα λοιπόν πού πεινάω, γέμισέ με ἀπό τή σωτήρια καί ἱερή σου βρώση).

(Δευτέρα προ Βαΐων)
   Ἀπό τήν πρώτη ὠδή τοῦ κανόνα τό τροπάριο, ἐκφράζει τήν πνευματική κατάσταση πού συνήθως ἀπαντᾶται στούς πιστούς στόν Χριστό ἀνθρώπους: τό πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν, τήν ἔλλειψη τῶν καρπῶν του Πνεύματος. 
 Καί δέν πρέπει νά μᾶς παραξενεύει τοῦτο. Γιατί καί μία ὥρα νά εἶναι ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου ἐπί τῆς γῆς, μᾶς διδάσκει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, καί πάλι δυστυχῶς θά ἁμαρτήσει – εἶναι τό τίμημα τῆς ἀνυπακοῆς τῶν πρωτοπλάστων πού σάν ρίζα πού μολύνθηκε διαπερνάει ὁλόκληρο ἔκτοτε τό δένδρο τῆς ἀνθρωπότητας.
  Καί μπορεῖ βεβαίως ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός νά ἔχει ἔλθει καί νά μᾶς ἔχει δώσει τή δυνατότητα, μέ τήν ἐνσωμάτωσή μας στό ἅγιο σῶμα Του διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, νά ξεπερνᾶμε τήν ἁμαρτία, ὅμως εἶναιτέτοια ἡ ραθυμία τῆς ζωῆς μας, ὥστε οὔτε αὐτό τελικῶς κάνουμε: παρ’ ὅλη τή βοήθειά Του νά συνεχίζουμε τόν δρόμο καί τῆς δικῆς μας ἀνυπακοῆς. 
 Ὅσο λοιπόν προχωράει ἡ ζωή μας, τόσο βλέπουμε καί τήν αὔξηση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ὅμως διαπιστώνουμε τήν ἁμαρτία μας καί ἀπό ἄλλη πλευρά: ὅσο σχετιζόμαστε μέ τόν Κύριο, ὅσο μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ἀγωνιζόμαστε νά τηροῦμε τίς ἐντολές Του, τόσο διανοίγεται ὁ πνευματικός μας ὀφθαλμός καί βλέπει πράγματα πού πρίν ἀγνοοῦσε, δηλαδή διαπιστώνει ἁμαρτίες πού πρίν οὔτε κἄν τίς ὑποψιαζόταν. 
  Σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος ἐνῶ δέν ἔβλεπε κάποια ὁρατή ἁμαρτία στή συνείδησή του, δέν ἐπαναπαυόταν. Γιατί «Κριτής μου εἶναι ὁ Κύριος», ἔλεγε, δηλαδή Ἐκεῖνος πού βλέπει καί τίς πιό ἀδιόρατες κινήσεις τῆς ψυχῆς, πού καί ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἀγνοοῦμε. Δέν εἶναι τοῦτο μία ἐκ πλαγίου ἐπιβεβαίωση αὐτοῦ πού καί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ἡ νεώτερη ψυχολογία τοῦ βάθους, ὅπως λέγεται, ἐπισημαίνει; 
 Δηλαδή ὅτι μιλώντας γιά την ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, μιλᾶμε γιά κάτι πού ἔχει βάθος ἀπύθμενο,κυριολεκτικά γιά μία «ἄβυσσο» τοῦ ἀσυνειδήτου, ἡ ὁποία ἔχει τούς δικούς της «κανόνες» καί τούς δικούς της τρόπους;
  Λοιπόν νήστεψα, λέει ὁ ἅγιος Ἰωσήφ ὁ ὑμνογράφος, ἀλλά ὄχι ἀπό φαγητά καί κακίες, ἀλλά ἀπό κατορθώματα. Καί ἔφτασε σέ κορεσμό γι’ αὐτόν τόν λόγο ἀπό σφάλματα καί ἁμαρτίες. Δέν μᾶς ἀφήνει ἐκθέτους ὅμως ὁ ποιητής. Μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι πάντοτε ὑπάρχει ἡ ὁδός διαφυγῆς, ἡ θεραπεία καί ἡ σωτηρία: ἡ στροφή πρός τόν Κύριο, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἕτοιμος νά μᾶς συγχωρήσει καί νά μᾶς προσφέρει ἐκείνη τήν τροφή πού γεμίζει τήν πεινασμένη μας ψυχή, δηλαδή τή χάρη Του, τόν ἴδιο Του τόν ἑαυτό. Ἡ λύση γιά ὅλα τά ἀρνητικά τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀλλά καί τοῦ κόσμου τούτου, εἶναι πάντοτε ἡ ἀγάπη τοῦ Δημιουργοῦ μας.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Θαύμα: Μια ευκαιρία για καλύτερη προετοιμασία

 


π. Σπυρίδων Σκουτής 
Ευχή 

Δεν γίνονται θαύματα για να ζήσουμε περισσότερο και να περάσουμε ωραία τρώγοντας και πίνοντας.

Σε όποιον έγινε θαύμα δεν σημαίνει ότι θα σωθεί κιόλας αν η μετέπειτα ζωή του δεν μαρτυρεί τον έρωτα του για Αυτόν που του έκανε το θαύμα, τον Κύριό μας.
Το θαύμα είναι παράταση μετανοίας. Είναι μια ευκαιρία να επανορθώσω την ύπαρξη μου με την μετάνοια, να αλλάξω πνευματικούς προσανατολισμούς. Μας δίνει ο Κύριος με το θαύμα μια περίοδο χάριτος για να προετοιμαστούμε κατάλληλα για την άλλη ζωή. Μας μιλάει ο Θεός μέσα από το θαύμα, θα τον ακούσουμε;
Τα θαύματα είναι σημεία της παρουσίας του Παραδείσου στον κόσμο της πτώσης. Εκεί που πεθαίνω, αναμορφώνονται όλοι οι νόμοι και μου δίνει ο Κύριος μια ευκαιρία να προετοιμαστώ για να Τον συναντήσω με ένδυμα γάμου.
Το μεγαλύτερο θαύμα στον κόσμο είναι η μετάνοια, η εσωτερική αλλαγή του ανθρώπου. Δεν είναι μέγα θαύμα η θεραπεία από μια αρρώστια διότι η υγεία θα χαθεί κάποια στιγμή. Ενώ η μετάνοια δεν έχει τέλος και φτάνει ο άνθρωπος να γίνει στολίδι του Ουρανού.
Ο σωματικός θάνατος θα έρθει κάποια στιγμή, δεν μπορούμε να τον αποφύγουμε. Πολλές φορές όμως επιλέγουμε τον πνευματικό θάνατο και τότε αυτή η επιλογή γίνεται προθάλαμος της αιώνιας απώλειας. Δεν έχει σημασία πόσα χρόνια θα ζήσουμε, αλλά το πώς θα τα ζήσουμε . Στο ΠΩΣ και στον ΤΡΟΠΟ ζωής μας κρύβεται το κλειδί του Παραδείσου. Θα επιλέξουμε να παραδοθούμε στα πάθη μας ή στην αγκαλιά του Κυρίου ώστε να βρούμε θεραπεία;
Ας μην φοβόμαστε τον Θάνατο, την αρρώστια και τον πόνο. Όσο σκληρό κι αν ακούγεται, αυτά είναι τα πανεπιστήμια της ζωής. Πανεπιστήμια αγιότητας. Μας λέει ο Κύριος ««Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε». Τι να φοβηθώ όταν έχω εμπιστοσύνη σε Αυτόν που με έφτιαξε και έχει μετρημένες τις τρίχες της κεφαλής μου; Τι να φοβηθώ όταν μου κατήργησε τον θάνατο, μου άνοιξε τον Παράδεισο και με έκανε ουρανοπολίτη. Δεν έχω τίποτα να φοβηθώ από τη ζωή.
Ένα μόνο πράγμα είναι η αλήθεια ότι φοβάμαι…Τον εαυτό μου, αυτόν τον άγνωστο…
Τον φοβόμαστε γιατί δεν τον γνωρίζουμε…διότι δεν τον ακούμε που πονά και κάτι θέλει.
Με το θαύμα ο Κύριος μας λέει «Παιδί μου άλλαξε , σε περιμένω δεν έχεις χρόνο» Θα τον ακούσουμε ;
Θαύμα δεν είναι μόνο να γίνω καλά από κάποια σωματική αρρώστια. Θαύμα είναι να γίνω καλά από την αρρώστια του εγωϊσμού μου για να μπορώ να αντικρίσω το Χριστό. Τι άλλο θα μπορούσαμε  να ζητήσουμε ; Ποιο είναι το μεγαλύτερο θαύμα ; Να γκρεμίζει η Θεία Χάρις το τείχος της φιλαυτία μας ώστε να δούμε τον Κύριο όπως τον έβλέπαν και τον βίωναν οι Άγιοι. Θαύμα ακόμα μπορεί να είναι ότι πόνεσα Κύριε και μέσα στον πόνο σε γνώρισα! Τι μέγα θαύμα Θέε μου! Η μεγάλη συνάντηση με τον Αναστάσιμο Φως του Κυρίου στα σκοτεινά δωμάτια του πόνου και της αγωνίας.
Το μεγαλύτερο θαύμα το βίωσε η μάνα του ληστή. Εκεί που όλα είχαν τελειώσει ψυχή και σώματι για τον γιό της ξαφνικά γίνεται πρώτος πολίτης του Παραδείσου. 
Απίστευτο δώρο…Εκεί που είσαι και ζείς στην κόλαση ξαφνικά σου απλώνει το χέρι ο Κύριος και σου λέει «Ελθέ» όπως είπε στον Πέτρο και γίνονται όλα παράδεισος.
Μην ξεχνιόμαστε ο Λάζαρος ΑΝΑΣΤΗΘΗΚΕ, έζησε 30 χρόνια και ΠΕΘΑΝΕ….
Σύμφωνα με τον Άγιο Επιφάνιο επίσκοπο Κωνσταντίας της Κύπρου (367-403), ο δίκαιος Λάζαρος έζησε άλλα τριάντα χρόνια μετά την έγερσή του. «Εν παραδόσεσιν εύρομεν ότι τριάκοντα ετών ήταν τότε ο Λάζαρος ότε εγήγερται, μετά δε το αναστήναι αυτόν άλλα τριάκοντα έζησε, και ούτω πρός Κύριον εξεδήμησε κοιμηθείς».
Καλή Ανάσταση!

Λάζαρος είναι ο κάθε ένας από μας 

 
 
† π. Γεώργιος Καψάνης († Κυριακή της Πεντηκοστής, 8 Ιουνίου 2014) 
 
Ο Απόστολος Παύλος, ο φωτιστής της Οικουμένης, το στόμα του Χριστού, μας δίδαξε ότι η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού. Ο Χριστός μας κάνει μέλη δικά Του και έτσι μετέχουμε στη δική Του θεϊκή ζωή.
Τα άγια Μυστήρια και ιδίως το άγιο Βάπτισμα και η θεία Κοινωνία μας συσσωματώνουν στον Χριστό.
Όλη έπειτα η ζωή της Εκκλησίας μάς βοηθεί να μείνουμε ενωμένοι στο Σώμα του Χριστού και να είμαστε ζωντανά και υγιά μέλη Του.
Ο Χριστιανός όμως που αποκόπτεται από την Εκκλησία νεκρώνεται πνευματικά, διότι δεν ζωοποιείται από τη ζωή του Χριστού.
Χριστιανός δεν είναι όποιος δέχεται τον Χριστιανισμό σαν ιδεολογία ή ηθική αλλά όποιος είναι ενωμένος με τον Χριστό μέσα στο Σώμα Του. Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες τονίζουν ότι εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία.
Η θεία Λειτουργία είναι το κέντρο της εκκλησιαστικής μας ζωής. Ο ίδιος ο Χριστός προσφέρεται σε μας εις βρώσιν, με το Σώμα και το Αίμα Του, ώστε να ενωθούμε μαζί Του.
Εκτός από τη θεία Λειτουργία οι πιστοί συνερχόμαστε και άλλες ώρες στην Εκκλησία για να λατρεύσουμε τον ουράνιο Πατέρα μας, τον εσταυρωμένο και αναστάντα Λυτρωτή μας και το Πανάγιο Πνεύμα.
Ο Εσπερινός, το Απόδειπνο, το Μεσονυκτικό, ο Όρθρος, οι Ώρες, μας προετοιμάζουν για τη θεία Λειτουργία, μας βοηθούν να ζούμε στο πνεύμα της θείας Λειτουργίας και μπολιάζουν τον πρόσκαιρο χρόνο της επίγειας ζωής μας στην αιωνιότητα της Βασιλείας του Θεού.

Μέσα στις κατανυκτικές Ακολουθίες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής βαθμιαία οδηγούμαστε στη μετάνοια, στην ταπείνωση, στην κάθαρση, στη συσταύρωση και συνανάσταση με τον Χριστό. Χωρίς αυτή την προετοιμασία και συμμετοχή στα άγια Πάθη και τη λαμπροφόρο Ανάσταση εορτάζουμε εξωτερικά και τυπικά. Μένουμε κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά «ανέραστοι προς τον αυτοπτικόν και αυτονόητον εκείνον έρωτα». Χριστιανισμός χωρίς θείο έρωτα δεν αναπαύει και δεν ξεδιψά κατά βάθος τον βαθύ λυτρωτικό πόθο του ανθρώπου.
Ως παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η Εκκλησία μάς προετοιμάζει με τους γεμάτους από την Χάρη του Αγίου Πνεύματος ύμνους της θα αναφέρουμε το στιχηρό του Εσπερινού της Τετάρτης προ των Βαΐων:
«Μάρθαν και την Μαρία πιστοί, εκμιμησάμενοι προς Κύριον πέμψωμεν, ενθέους ως πρέσβεις πράξεις, όπως ελθών τον ημών, νουν εξαναστήση, νεκρόν κείμενον, δεινώς εν τω μνήματι, αμελείας αναίσθητον, φόβου του θείου, μηδαμώς αισθανόμενον, και ενέργειαν, ζωτικήν νυν μη έχοντα, κράζοντες· Ίδε Κύριε, και ώσπερ τον φίλον σου, Λάζαρον πάλαι Οικτίρμον, επιστασία εξήγειρας, φρικτή, ούτω πάντας, ζωοποίησον παρέχων το μέγα έλεος».
Ας μιμηθούμε τη Μάρθα και τη Μαρία που έστειλαν και κάλεσαν τον Ιησού για να σώσει τον ετοιμοθάνατο αδελφό τους Λάζαρο. Έχουμε και εμείς κάποιον που κείται φοβερά νεκρός. Τον νου μας. Από την αμέλεια είναι αναίσθητος, καθόλου δεν αισθάνεται τον φόβο του Θεού, δεν έχει ενέργεια ζωτική, δηλαδή τη θεία Χάρη. Ας στείλουμε σαν πρεσβευτές, για να καλέσουν τον Ιησού, τις ένθεες πράξεις μας φωνάζοντας: Δες, Κύριε, και όπως παλιά, Οικτίρμον, τον φίλο σου Λάζαρο με φρικτή φροντίδα ανέστησες, έτσι και όλους ζωοποίησέ μας παρέχοντας το μέγα σου έλεος.
Σ’ όλη την Στ’ Εβδομάδα των Νηστειών συμπορευόμαστε με τον Ιησού προς τον άρρωστο και μετά νεκρό Λάζαρο. Λάζαρος όμως είναι ο κάθε ένας από μας που έχει άμεση, καθημερινή ανάγκη από τον Νικητή του θανάτου.
Ο νους μας χωρισμένος από τον Θεό προσκολλάται εμπαθώς στα φθαρτά πράγματα. Έτσι σκορπίζεται και νεκρώνεται. Δεν μπορεί πια να ηγεμονεύει στην όλη μας ύπαρξη. Και χωρίς τον ηγεμόνα και φωτισμένο νου ο άνθρωπος γίνεται υπόδουλος στα πάθη και στους δαίμονες. «Νους αποστάς του Θεού», κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, «ή κτηνώδης γίνεται ή δαιμονιώδης».
Μπορούμε μόνοι μας να αναστήσουμε τον νεκρό νου μας και έτσι να ελευθερωθούμε από την φιλαυτία και τον εγωισμό; Ο Ιησούς, ο Θεάνθρωπος, ο μόνος Νικητής του θανάτου μάς ανιστά τώρα από την εμπαθή, εγωκεντρική, θανατηφόρο ζωή και θα αναστήσει και τα σώματά μας, όπως του Λαζάρου, κατά την δευτέρα Του Παρουσία και την εξανάσταση.
Γι’ αυτό το Σάββατο του Λαζάρου και την Κυριακή των Βαΐων ψάλλουμε παγχαρμόσυνα:
«Την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός· όθεν και ημείς, ως οι παίδες, τα της νίκης σύμβολα φέροντες, σοι τω νικητή του θανάτου βοώμεν· Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, εν ονόματι Κυρίου».
Σήμερα δυστυχώς ακόμη και οι εκκλησιαζόμενοι Χριστιανοί περιορίζονται στην παρακολούθηση της θείας Λειτουργίας της Κυριακής και των μεγάλων εορτών, αδιαφορώντας για συμμετοχή στους Εσπερινούς και τους Όρθρους. Αυτό γίνεται όχι μόνο από έλλειψη χρόνου, αλλά και από άγνοια τι σημασία μπορεί να έχει η τακτική συμμετοχή στη λατρεία της Εκκλησίας.
Έτσι δεν αφηνόμαστε στην Εκκλησία να μας νυμφαγωγεί στον Νυμφίο της Χριστό, ούτε να μας αλλοιώνει με την καλή και θεοπρεπή αλλοίωση, να μας μορφώνει εν Χριστώ, δηλαδή να μας δίνει τη μορφή του Χριστού ώστε να γίνουμε σύμμορφοι με την εικόνα του Υιού του Θεού (Ρωμ. 8:29).
Μένοντας έξω από τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας αδικούμε πολύ τον εαυτό μας. Εμποδίζουμε την Εκκλησία να μας βοηθήσει να συσταυρωθούμε και να συναναστηθούμε με τον Χριστό. Ουσιαστικά μένουμε χωρίς Χριστό και γι’ αυτό χωρίς ανάσταση, χωρίς χαρά, χωρίς ειρήνη και χωρίς αγάπη.

Ο κόσμος που ζούμε κάθε μέρα μας δηλητηριάζει με το πνεύμα της φιλαυτίας, της απιστίας, του εγωισμού και μας χωρίζει από τον Θεό και τους αδελφούς μας.
Εισερχόμενοι στην Εκκλησία και μετέχοντας στη ζωή της αναπνέουμε έναν άλλο αέρα, ζούμε σ’ έναν άλλο κόσμο, τον κόσμο της αγάπης, της φιλοθεΐας και φιλανθρωπίας. Καταλαβαίνουμε την αρρώστια μας, ελευθερωνόμαστε από τη νεκρή ζωή του κόσμου και γεμίζουμε από την αληθινή ζωή του Χριστού.
Μεγάλη λοιπόν βοήθεια είναι για όλους μας η συχνή και συνειδητή συμμετοχή μας στη λατρεία της Εκκλησίας μας. Όταν στερούμαστε τη δυνατότητα του εκκλησιασμού μπορούμε να διαβάζουμε τις Ακολουθίες στα σπίτια μας, όπως τον Όρθρο, τον Εσπερινό και το Απόδειπνο. Έτσι ζούμε και λατρεύουμε τον Θεό όχι ατομικά αλλά εκκλησιαστικά «συν πάσι τοις αγίοις».
Ο φιλάνθρωπος Κύριός μας Ιησούς Χριστός πορεύεται προς τον εκούσιο θάνατο.
«Δεύτε ουν και ημείς» (με όλη την Εκκλησία) «κεκαθαρμέναις διανοίαις συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν και νεκρωθώμεν δι’ αυτόν ταις του βίου ηδοναίς· ίνα και συζήσωμεν αυτώ…».
Τι καλύτερη ευχή έχουμε να απευθύνουμε προς τους αδελφούς μας και προς τον εαυτό μας! Να συσταυρωθούμε και συναναστηθούμε με τον γλυκύτατο Κύριο Ιησού.
(Από το περιοδικό «Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ», Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 10 (1985), άρθρο: «Η Εκκλησία νυμφαγωγός των πιστών στον σταυρωθέντα και αναστάντα Κύριο», σελ. 42)
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Του π.ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΥ*
 

 Στην εχεμύθεια στηρίζεται όλο το θέμα της εξομολόγησης. Κάθε περίπτωση έχει την ιδιομορφία της και χρήζει ανάλογης αντιμετώπισης, κατ' αντιστοιχία των σωματικών ασθενειών και συνταγογραφήσεων. 

 Στην Ορθόδοξη Εκκλησία λίστες με αμαρτίες δεν νοούνται. Οσο και αν απαντήσουμε «ναι» ή «όχι» στα αμαρτήματα που εκθέτουν, δεν καταλήγει σε αληθινή εξομολόγηση, παρά απλά σε αναφορά. Μετάνοια υπάρχει; 
 Ούτε και ανάκριση επιτρέπεται να γίνεται για τους παραπάνω λόγους, ίσως έτσι μάθει αμαρτίες που δεν ήξερε ο χριστιανός και η φαντασία του ή η περιέργειά του να καλπάσει. Οι λίστες και οι ερωτήσεις ήρθαν από συγκεκριμένες χριστιανικές ομάδες που, αν και έλεγαν ότι ήταν ορθόδοξες, η μίμηση του καθολικισμού ήταν στο έπακρο, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Δεν χρειάζεται μηχανική εξιστόρηση αμαρτωλού παρελθόντος, αλλά εντοπισμός και αλλαγή, συντριβή και ταπείνωση. Ο Θεός γνωρίζει τα πεπραγμένα μας, απλά περιμένει. Οπως δεν ντρεπόμαστε ενώπιον του γιατρού, έτσι και στην εξομολόγηση. Η τήρηση των συμβουλών του πνευματικού πρέπει να ομοιάζει απόλυτα με τη λήψη των φαρμάκων για τη σωματική ακεραιότητα.

 Υστερα, πότε γίνεται η εξομολόγηση; Οι περισσότεροι των χριστιανών μας την έχουν ταυτίσει με τη θεία κοινωνία μόνο προ των μεγάλων εορτών της χριστιανοσύνης. Λάθος μεγάλο. Είναι μεν προϋπόθεση της θείας κοινωνίας, αλλά ο σωστός χριστιανός, σαν καταλάβει ότι κάτι βαραίνει την ψυχή του και μετανιώσει ειλικρινά, οφείλει να το εξομολογηθεί και να το συζητήσει με τον πνευματικό του, άσχετα αν θα κοινωνήσει άμεσα. Η προτεινόμενη συχνή θεία κοινωνία προκαλεί την ανάλογη εξομολόγηση, αρκεί βέβαια να συνέβη και κάτι.

  Επίσης, η συνήθεια της «ευχής» και μόνο είναι τελείως αντιδεοντολογική και βλαβερή. Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν πει ο χριστιανός τίποτα, δεν σημαίνει ότι θα λάβει και τη συγχωρητική ευχή, όσο και να το απαιτεί αυτό. Αν του δοθεί, κοροϊδεύουμε εαυτόν και αλλήλους, όχι όμως τον Θεό. Οπως ο γιατρός δεν δίνει συνταγή φαρμάκων σε υγιή άνθρωπο, έτσι δεν νομιμοποιούνται οι ιερείς να το κάνουν σε χριστιανούς που κατά δήλωσή τους δεν έχουν σφάλει. Πρέπει να τους εξηγείται το άτοπο της υπόθεσης και να προτρέπονται ώστε σε ώρα ψυχικής ηρεμίας να εντοπίσουν κάτι στραβό, που, μετανιωμένοι, δεν θα ξανακάνουν. Ολα τα υπόλοιπα δείχνουν προχειρότητα και επιπολαιότητα για μια φορά ακόμη.

 Η ραστώνη και η άγνοια οδηγούν στην ουσία το ποίμνιο στην παρεξήγηση και την υποτίμηση και τούτου του μυστηρίου. Κάθε μεμονωμένη προσπάθεια ορθής τοποθέτησης των θεμάτων πέφτει στο κενό της σκληρής κριτικής και αμφισβήτησης. Χάρη στην τεμπελιά το κακό πλέον γίνεται πληγή στο λειτουργικό Σώμα της Εκκλησίας. Ομολογουμένως όπου καλλιεργήθηκε η παραπάνω κακή συνήθεια «της ευχής» και μόνο έγινε λόγω τεμπελιάς των πνευματικών και της θέλησής τους ενίοτε μη χαλάσουν οι πελατειακές σχέσεις ή για να φανούν καλοί και αρεστοί έναντι άλλων, ιδιαίτερα των συνεφημερίων τους.

 Επίσης, δεν θα λέγονται βέβαια τα ίδια και τα ίδια στην εξομολόγηση, μόνο και μόνο για να γεμίζουν τον χρόνο και οι ιερείς να χαϊδεύουν συνειδήσεις. Τέλος, άλλη μια παρανόηση είναι ότι η ευχή που ακούγεται στο ευχέλαιο (ιδίως αυτό της Μεγάλης Τετάρτης) συγχωρεί τις αμαρτίες χωρίς να έχουν ομολογηθεί. Το γονάτισμα έρχεται δυστυχώς ως συνήγορος της στρεβλής αυτής σκέψης. Οφείλουμε να διευκρινίζεται στους εκκλησιαζομένους έγκαιρα τι ισχύει. Τουλάχιστον να μη δημιουργούνται ψευδαισθήσεις ότι γίνονται το πρέπον και το σωτήριο. Το ένα μυστήριο δεν αναιρεί το άλλο. Καθένα διατηρεί τον ρόλο του και επικαλείται τον σκοπό του.
*Θεολόγος - κοινωνιολόγος,
διδάσκων Πανεπιστημίου Πειραιώς
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ 
(Φιλιπ. 4,4-9)

Ο μεγάλος Απόστολος των Εθνών Παύλος στην επιστολή του προς Φιλιππισίους, που διαβάσαμε σήμερα, μας προτρέπει να έχουμε πάντοτε χαρά. Το λέει και το τονίζει επανειλημμένα ότι πάντα πρέπει ο χριστιανός να έχει χαρά. Μαζί με αυτή τη προτροπή μας δείχνει ακόμη και τους τρόπους που ο χριστιανός κατορθώνει και μέσα από δυσκολίες και προβλήματα να διατηρεί την ευχάριστη διάθεση του. Να μην μελαγχολεί, να μην τον καταλαμβάνει ο φόβος και η αγωνία. Να μή ταράσσεται.

Πρώτα μας συστήνει να είμαστε συμφιλιωτικοί με τους άλλους ανθρώπους, να τους ανεχόμαστε και να μην αντιδικούμε μαζί τους. «το επιεικές υμών γνωσθήτω πάσιν ανθρώποις» (στίχ.4). Όσο και αν αυτή η εντολή μας φαίνεται δύσκολη είναι εύκολα κατορθωτή αν σκεφτούμε ότι όλα όσα μας ταράζουν είναι παροδικά. Γρήγορα αλλάζουν οι καταστάσεις• γιαυτό ο Απόστολος συμπληρώνει ότι «ο Κύριος εγγύς»(4). Δηλαδή με άλλα λόγια μας παροτρύνει να υπομένουμε λίγο ακόμη και δεν θα αργήσει να έλθει ο Χριστός να μας βραβεύσει, γι αυτή την υπομονή που θα κάνουμε.

Οι καθημερινές φροντίδες συχνά ταράζουν τους ανθρώπους και δημιουργούν ανησυχία για το μέλλον. Αυτή η αγωνία δηλητηριάζει την ψυχή και την γεμίζει αδικαιολόγητους φόβους. Η σωστή αντιμετώπιση της καθημερινότητας είναι να αφηνουμε τις έγνοιες μας στο Θεό, μέσω της ειρηνικής και ευχαριστηριακής προσευχής πρός Αυτόν. Μετά, χωρίς αγωνία πλέον, να κάνουμε τα καθημερινά μας έργα. «μηδέν μεριμνάτε͵ αλλ΄ εν παντί τη προσευχή και τη δεήσει μετά ευχαριστίας τα αιτήματα υμών γνωριζέσθω προς τον Θεόν (στίχ.6). Αν με αυτό τον τρόπο, δηλαδή την πλήρη εμπιστοσύνη στο Θεό, προχωρούμε στην ζωή μας, τότε έρχεται»ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ» (7)τόσο πλούσια, που κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να φανταστεί. Και αυτή η Χάρη του Θεού καλύπτει την καρδιά του χριστιανού με ειρήνη και εσωτερική ασφάλεια. Η ειρήνη του Θεοῦ δεν εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες, αλλά είναι δώρο του Θεού στην καρδιά αυτού που Τον εμπιστεύεται. Τότε ο άνθρωπος βιώνει άλλες υπερφυσικές καταστάσεις. Ποιές είναι αυτές, μας τις περιγράφει στη συνέχεια ο Απόστολος.

Ελευθερωμένος πλέον ο άνθρωπος από τις εσωτερικές ανησυχίες και αγωνίες αναζητά εκείνα τα πράγματα και εκείνες τις επιθυμίες, που πραγματικά ευχαριστούν την ψυχή και την γεμίζουν με χαρά. Επιθυμεί και σκέφτεται τότε ο χριστιανός»ὅσα εστίν αληθή͵ όσα σεμνά͵ όσα δίκαια͵ όσα αγνά͵ όσα προσφιλή͵ όσα εύφημα͵ ει τις αρετή και ει τις έπαινος (στίχ.8). Αυτός ο τρόπος ζωής, που περιγράφει ο Απόστολος Παύλος, ίσως και τότε και τώρα να δημιουργεί την εντύπωση ότι δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί. Εχουμε συνηθίσει να ζούμε με προβλήματα και με αγωνίες. Όμως ο Απόστολος Παύλος τα εφήρμοσε όλα αυτά και από την πείρα του προτρέπει κι εμάς όπως τότε τους Φιλιππησίους: «Αυτά που μάθατε, παραλάβατε κι ακούσατε από μένα, αυτά που είδατε σε μένα αυτά να κάνετε κι εσείς. Και ο Θεός που δίνει την ειρήνη θα είναι μαζί σας»(Φιλιπ. 4,9).

Την προτροπή αυτή την ακολούθησαν και όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας μας και κατόρθωσαν μέσα από πολλούς πειρασμούς, δυσκολίες, πόνους, στενοχώριες να κρατήσουν μέσα τους την ειρήνη του Θεού. Όχι μόνον οι δυσκολίες δεν τους στέρησαν τη χαρά, αλλά αντίθετα τους έδιναν τόση αισιοδοξία και βεβαιότητα για την τελική νίκη, ώστε έλεγαν μαζί με τον Απόστολο Παύλο «χαίρω εν τοις παθήμασι μου». Έχω περισσότερη χαρά τώρα που περνάω δυσκολίες.

Με αυτό τον τρόπο διδασκόμαστε από την Αγία Γραφή το μυστικό της αληθινής και παντοτινής χαράς.

 

 

 

 

Πηγή

 

 

 

 

2019 onisimos.gr All rights reserved Developed by B.I.S