Έγραφε,κάποτε,ο πατήρ Αντώνιος Αλεβιζόπουλος:
 «Η αληθινή αγάπη δεν κομματιάζεται. Δεν μπορεί κανείς να πει: αγαπώ αυτόν, αλλά δεν μπορώ να αγαπήσω τον άλλον, αγαπώ την ανθρωπότητα αλλά δεν μπορώ να αγαπήσω τον διπλανό μου, αγαπώ τον Θεό αλλά δεν αγαπώ τον άνθρωπο, αγαπώ τους ανθρώπους αλλά δεν αγαπώ τον Θεό!». 1

  Εύστοχος ο π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος σε αυτό που πολύ διακριτικά υπονοούσε, ότι, δηλαδή, εγώ κι εσύ ως άνθρωποι, ισχυριζόμαστε ότι θέλουμε να σώσουμε την ανθρωπότητα, τον πλανήτη ολόκληρο αν γίνεται, αλλά την ίδια στιγμή δεν έχουμε τη διάθεση να αγαπήσουμε και να βοηθήσουμε τον διπλανό μας, τον πλησίον μας, τον γείτονα μας.

 Κάπως έτσι, εγώ κι εσύ, ως άνθρωποι, καταντήσαμε αστείοι και τραγελαφικοί, παραδεχόμενοι ο ένας προς τον άλλον ότι «εγώ αγαπώ την ανθρωπότητα, αλλά δεν μπορώ να αγαπήσω τον διπλανό μου, εσένα!». 
Εξάλλου, πάσχοντας με ειλικρίνεια για το μέλλον της επί της Γης ανθρωπότητος, ας αρκεστούμε στα λόγια που είπε κάποτε ο Γέροντας Δαμασκηνός, ο παππούς των Μεγάρων, όπως τον ονόμασαν οι ντόπιοι. Είπε ο παππούς, αυτό το τόσο δυνατό:
«Όταν παρακαλούμε τον Θεό για τον διπλανό μας, γινόμαστε παγκόσμιοι».2

1. π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου, «Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ», Αθήνα 1994, σ. 561
2. Ευαγγέλου Λέκκου, Σειρα «Σύγχρονοι Γέροντες», Τόμος 11, «Πατήρ Δαμασκηνός, ο Παππούς των Μεγάρων», Εκδόσεις ΣΑΪΤΗΣ, σ. 52

 

 

 

Πηγή

 

 

 

 

Το «Ευαγγέλιο της κρίσεως», όπως ονομάζεται το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής της Απόκρεω, θα μένει πάντα ως κριτήριο της πνευματικής μας ζωής.

Σε περίοδο οικονομικής κρίσης, όπου φαίνεται η αναγκαιότητα των υλικών αναγκών, αναπόφευκτα τονίζεται η έκφραση της αγάπης στην ελεημοσύνη, στο δόσιμο δηλαδή λεφτών, ενδυμάτων, τροφών.

Ασφαλώς ο άνθρωπος ως σώμα έχει ανάγκη, για να επιβιώσει, των υλικών πραγμάτων. Άλλωστε, η αδιαφορία γι’ αυτά θα παρέπεμπε στην αίρεση του Μονοφυσιτισμού που τόνιζε τη θεϊκή φύση του Χριστού έναντι της ανθρώπινης. Στην ανθρώπινη πραγματικότητα, η αίρεση αυτή εκφράζεται με τον τονισμό της ψυχικής-πνευματικής υπόστασης έναντι του σώματος, δηλαδή την υποτίμηση της ύλης και κατ’ επέκταση των υλικών απολαύσεων, της ανθρώπινης παρηγοριάς, της υλικής μας αναγκαιότητας.

Όμως, κατά το λόγο του Χριστού, «ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος», δηλαδή ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει μόνο με το φαγητό. Η ύπαρξή του χρειάζεται την άλλη τροφή, το λόγο τον ανθρώπινο και το Λόγο του Θεού.

Το δόσιμο της τροφής, του νερού, της φιλοξενίας, όπως και της επίσκεψής μας σε φυλακισμένους και αρρώστους, είναι συμπαράσταση στους αδελφούς μας που τους ενισχύει στη δοκιμασία τους.

Είναι όμως και οι στιγμές της μοναξιάς, της απογοήτευσης, της εμπειρίας του πνευματικού θανάτου, όπου ο άνθρωπος χρειάζεται «ένα αυτί να τον ακούσει κι ένα χέρι να τον αγγίξει». Όμως, ξέρουμε ότι για ν’ ακούσεις τον άλλο και να ξαλαφρώσει, όπως και να τον αγγίξεις και να τον ζωογονήσεις, θα πρέπει να κινηθείς με αγάπη καρδιακή, αληθινή και δυνατή.

Στις περιπτώσεις του μεγάλου πόνου ή της μεγάλης χαράς, η τυπικότητα σκοτώνει και τονίζει τη χαώδη διαφορά.

Ο Χριστός, ως η αλήθεια, μας καλεί σε αγάπη προς το συνάνθρωπό μας όπως τη δική Του αγάπη. Κι ακόμα, μας καλεί ν’ αγαπήσουμε Εκείνον και να εκφράσουμε την αγάπη μας με το καρδιακό δόσιμο στον αδελφό Του και αδελφό μας.

«Όταν δίνεις χωρίς ν’ αγαπάς, αμαρτάνεις», έλεγε ο Ραούλ Φολερώ. Ο καθένας μας έχει ανάγκη, κυρίως στις δύσκολες του στιγμές, μιας αληθινή αγάπης. Η σχέση με το Χριστό, όταν είναι αληθινή και ουσιαστική, μεταγγίζεται στον άλλο ως δόσιμο καρδίας χωρίς προγραμματισμό και λογικοποιημένα, γι’ αυτό επώδυνα αλλά και ζωογόνα.

Το «Ευαγγέλιο της κρίσεως» ασφαλώς μάς κρίνει. Αλλά τώρα δεν είναι η ώρα της κρίσεως. «Όταν έλθει ο Υιός του ανθρώπου…», τότε θα γίνει η κρίση. Τώρα είναι η ώρα που καλούμαστε όχι τόσο να κάνουμε κάτι όσο να γίνουμε κάτι: άνθρωποι της αγάπης του Χριστού, απλοί και ταπεινοί διάκονοι των αδελφών μας, προσφέροντας την καρδία μας, αφού θα την έχουμε δώσει πρώτα στη Μεγάλη Αγάπη.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Σχετική εικόνα
“Συναγαγών ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱός ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν…τέκνον σύ πάντοτε μετ᾽ έμοῦ εἶ, καί πάντα τά ἐμά σά ἐστιν”(Λουκ. 15, 13 καί 31) 

 

“Ο μικρότερος γιος τα μάζεψε όλα κι έφυγε σε χώρα μακρινή…παιδί μου, εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου και ό,τι είναι δικό μου είναι και δικό σου”


  Οι άνθρωποι έχουμε έντονο μέσα μας το αίσθημα της κτητικότητας. Μετράμε τι μας ανήκει και όχι μόνο ως προς τα υλικά. Μετράμε δικαιώματα. Την θέση που έχουμε στην ζωή, την εκτίμηση, την καρδιά των άλλων. Τα θέλουμε όλα δικά μας. Δεν συμβιβαζόμαστε εύκολα με κάτι λιγότερο από το “τα πάντα”. 

  Συχνά ασφυκτιούμε μέσα σε περιβάλλοντα στα οποία αισθανόμαστε ότι η αξία μας δεν αναγνωρίζεται. Ότι αυτό που μας ανήκει, δεν μας δίδεται: από την ελευθερία, την οποία ταυτίζουμε με το δικαίωμα να κάνουμε ό,τι μας ευχαριστεί πραγματικά και να έχουμε όποιον και ό,τι θέλουμε, μέχρι και την δυνατότητα να αξιοποιήσουμε αυτό που μας υπόσχονται, όσοι γνωρίζουμε ότι έχουν ρυθμιστικό ρόλο στην ζωή μας: οι γονείς αρχικά, οι συνάδελφοι στην εργασία, οι προϊστάμενοί μας, οι φίλοι, αυτοί που συνυπάρχουμε. 
 Γι᾽ αυτὀ και συχνά αισθανόμαστε τον πειρασμό είτε να τα μαζέψουμε όλα και να φύγουμε από το περιβάλλον στο οποίο ζούμε είτε με μισή καρδιά να παραμένουμε, διότι δεν τολμούμε ή υπολογίζουμε σε μελλοντικά κέρδη διά της υπομονής, που δεν είναι όμως της καρδιάς, αλλά του συμφέροντος.

  Ανάλογη κάποτε είναι και η σχέση μας με τον Θεό. Αισθανόμαστε σ᾽ αυτήν την σχέση ότι ο Θεός ζητά και μόνο με την παρουσία Του τα πάντα, αποστερώντας μας από την δυνατότητα να χαρούμε την ζωή. 

Να αξιοποιήσουμε το μυαλό μας. 
Να κάνουμε το σώμα μας να χαρεί. 
Να μετάσχουμε στα αγαθά του πολιτισμού. 
Να έχουμε ως γνώμονά μας τις επιθυμίες μας. 
Να μην φοβόμαστε τον έλεγχό Του. Έτσι, συνειδητά ή ασυνείδητα, μαζεύουμε τα πάντα από όσα δικαιούμαστε, διότι και ο Θεός μας έχει δώσει δικαιώματα, μόνο που εμείς δεν κατανοούμε ότι κοντά Του μπορούμε να τα ζήσουμε, χωρίς και να χάσουμε ό,τι μας αναλογεί από πραγματική χαρά της ζωής που είναι η αγάπη, και φεύγουμε στην χώρα του κόσμου. Δεν μπορούμε να αντέξουμε την αγάπη του Θεού, την αισθανόμαστε έλεγχο, και πλέουμε στο πέλαγος του πολιτισμού, της 
επιστήμης, της επιθυμίας για ηδονή, θέλοντας να κρύψουμε από την καρδιά μας ότι ο Θεός δεν μας στερεί, αλλά νοηματοδοτεί κάθε τι που υπάρχει στον κόσμο και το διαφυλάσσει από το να γίνει αυτάρκεια, δηλαδή να το θεωρήσουμε ότι υπάρχει για πάντα. 
Κλείνουμε την πόρτα στο σπίτι του Θεού που είναι η Εκκλησία και απολαμβάνουμε την άσωτη ζωή μας. Μόνο που η αυτάρκεια έχει τέλος: την στέρηση νοήματος καθώς βλέπουμε τον χρόνο να περνά, την ζωή να τελειώνει και την μοναξιά της ύπαρξης να μην μπορεί να λυτρωθεί στα ξυλοκέρατα των καιρών.
 Υπάρχει όμως πάντοτε και μια άλλη κατηγορία ανθρώπων. Είναι εκείνοι που ενώ δεν φεύγουν από τον Θεό, εντούτοις δεν μπορούν να χαρούν την ζωή που ζούνε κοντά Του. Φοβούνται να δοκιμάσουν την χαρά της κοινωνικότητας, της αγάπης, του μοιράσματος. Έχουν μέσα τους ένα διαρκές “πρέπει”, ένα διαρκές “μη”, μην τυχόν και χαλάσει η εικόνα τους έναντι του Θεού, αν φανούν χοϊκοί. 

 Αν φανούν παιδιά που αποκαλύψουν τις επιθυμίες των καρδιών τους στον πατέρα τους. Φοβούνται έναν Θεό, ο Οποίος στην πραγματικότητα δεν υπάρχει όπως τον σκέπτονται, γιατί είναι Θεός συγκατάβασης, αγάπης, ελπίδας και όχι άτεγκτης δικαιοσύνης. Θα Τον ήθελαν δίκαιο, για να ανταμείβει συνεχώς τους κόπους τους να καταπνίξουν το πρόσωπό τους. Θα Τον ήθελαν δίκαιο, για να καταδικάζει τους άλλους, τους αμαρτωλούς, τους άσωτους, και να δικαιώνει τους ίδιους. Θα Τον ήθελαν δίκαιο, για να τους επιτρέπει αυτό που δικαιούνται, ενώ δεν τους το έχει απαγορεύσει ποτέ. Τα έχουν όλα δικά τους, αλλά φοβούνται να τα χαρούν!
 Και οι δύο κατηγορίες ανθρώπων τα έχουν όλα εκ του Θεού. Το κυριότερο: την σωτηρία να είναι είναι παιδιά Του. Την δωρεά της υιοθεσίας κατά χάριν.

  Στην μία λείπει η ταπείνωση να μείνουν κοντά Του και να χαρούνε την πληρότητα της αγάπης. Η περιπέτεια της ζωής όμως αφήνει περιθώρια για επιστροφή. Ακόμη κι αν έχουν χάσει τα πάντα, ο Θεός-Πατέρας τους τα ξαναδίνει, όχι για την μετάνοια μόνο, αλλά για την ταπείνωση που δείχνουν να Τον εμπιστευθούν καρδιακά, κυρίως στα πάντα των λαθών τους.
  Στην άλλη η ταπείνωση της παραμονής είναι ψεύτικη, διότι την αισθάνονται ως καταναγκασμό. Και γι᾽ αυτό κατακρίνουν. Έτσι, ενώ έχουν τα πάντα, δεν αγαπούνε τον Δωρεοδότη, αλλά Τον θεωρούν ως μέσο για να διατηρήσουν τα προνόμια, χωρίς να μπορούν να ξεφύγουν από ένα αίσθημα μιζέριας, διότι είναι αναγκασμένοι να είναι παιδιά Του. Κι έτσι είναι ικανοί να απαιτούν την πρωτοκαθεδρία κοντά Του, χωρίς τελικά να Τον αγαπούν αληθινά. Απλώς, υπολογίζουν την μέλλουσα ζωή και το όνομά τους.
  Η παραβολή του Ασώτου Υιού είναι μία διαρκής υπενθύμιση σε όλους μας να αφηνόμαστε στην αγάπη, την ταπείνωση, την μετάνοια, να μπορούμε να χαρούμε την σχέση μας με τον Θεό ως παιδιά Του, να μην αυτοδικαιωνόμαστε, αλλά να πλαταίνει η καρδιά μας και να χωρά όλο τον κόσμο, ιδίως τους ασώτους, και να μην διαλέγουμε θρησκευτικά τον Θεό ως δικαστή και τηρητή του νόμου, αλλά ως Πατέρα που αγαπά, συγχωρεί και περιμένει δίπλα Του τους πάντες.
Αυτός είναι και ο δρόμος για γνήσιες ανθρώπινες σχέσεις. Η αγάπη είναι τα πάντα, δίνει τα πάντα, συγχωρεί τα πάντα, αφήνει την περιπέτεια της ελευθερίας και μας αφήνει να χαρούμε γι᾽ αυτό που είμαστε και γι᾽ αυτό που μπορούμε να γίνουμε: παιδιά στην καρδιά, αποφασισμένα για να επιστρέφουμε εκεί όπου μας αγαπούνε αληθινά!

 

 

Πηγή

 

 

 

 

Δεν είναι νέο φαινόμενο η ενασχόληση με τη Θρησκεία ως προσπάθεια για ηρεμία και εσωτερική γαλήνη. Ιδιαίτερα ο σύγχρονος άνθρωπος πνίγεται στα διάφορα ουσιαστικά ή επουσιώδη προβλήματά του, αγχώνεται και δεν ησυχάζει. Αναζητά εύκολους τρόπους για να ξεκουραστεί η ψυχή του, να ανασυγκροτηθεί και να προχωρήσει.

Η θρησκεία επαγγέλλεται αυτό που αναζητά ο σύγχρονος άνθρωπος και γι’ αυτό αρκετοί καταφεύγουν σ’ αυτήν, αναμένοντας, με λίγη προσπάθεια, ανατροπή των αρνητικών δεδομένων.

Τα πιο πάνω μπορεί να τα περιμένει κανείς από την όποια θρησκεία, όχι όμως από την Εκκλησία του Χριστού. Γιατί αυτή, ως σώμα του αληθινού Θεού, δεν κοροϊδεύει αλλά προτείνει την αλήθεια που ελευθερώνει και ολοκληρώνει. Το «γνώσεσθαι την Αλήθειαν και η Αλήθεια ελευθερώσει υμάς», που ο Χριστός είπε στη διδασκαλία Του, ανατρέπει την ψευδαίσθηση και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να βγει ο άνθρωπος από το λαϊκισμό, την ψυχολογική προσέγγιση του Θεού, τη μαγεία και το φανατισμό, που παραπέμπουν στην αιρετική, δηλαδή στην αρρωστημένη αντίληψη περί Θεού και ζωής.

Είναι σημαντικό να γνωρίσει ο χριστιανός την αλήθεια για τον εαυτό του, βοηθούμενος, βέβαια, από κάποιον που την βρήκε και τη ζει. Αν και η αποκάλυψη των λανθασμένων αντιλήψεων προκαλεί πόνο, αφού γκρεμίζει ένα εσωτερικό θρησκευτικό κατεστημένο, εν τούτοις γίνεται πηγή ζωής, ελευθερίας, χαράς.

Είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε πως:

Δεν είναι πίστη η προσκόλληση στο γράμμα του Νόμου.

Δεν είναι η κάθε προσευχή «συνουσία με το Θεό», κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, δηλαδή ένωση μαζί Του.

Δεν είναι ο κάθε εκκλησιαζόμενος συνεπής χριστιανός.

Δεν είναι η κάθε καλή μας πράξη μέσο που το άγιο Πνεύμα έρχεται σε μας, παρά μόνο αυτή που γίνεται από αγάπη στο Χριστό.

Δεν είναι η κάθε εξομολόγηση δείγμα μετάνοιας.
Κι ακόμα, χρειάζεται να αποδεχτούμε μέσα μας πως

Έσονται οι έσχατοι πρώτοι και οι πρώτοι έσχατοι.

Η κάθε δικαιοσύνη μας, καλή διάθεση και πράξη δηλαδή, ενώπιον του Θεού μπορεί να είναι ως «ράκος αποκαθημένη», απορριπτέα όπως τα κατακάθια του ποτού.

Πολλοί παρθένοι, με άδεια από ελεημοσύνη χέρια και με άδεια από ταπείνωση καρδιά, δεν είδαν πρόσωπο Θεού.

Όσο και να προσπαθούμε ν’ απαλλαγούμε από τα πάθη και τις αδυναμίες μας, χωρίς τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος «εποιήσαμεν ουδέν».

Και τέλος, ν’ αποδεχτούμε τη «ματαιότητα των εγκοσμίων», την προσωρινότητά μας, το γεγονός του ερχόμενου θανάτου μας, για να ζήσουμε την κάθε μέρα της ζωής μας με ταπείνωση, αγάπη, δόσιμο καρδίας προς όλους, συγχωρητικότητα και θυσία, αναμένοντας τη συνέχιση της ύπαρξής μας με τον Κύριο και τους αγίους Του εις αιώνας.

 

 

Πηγή

 

 

 

 

2019 onisimos.gr All rights reserved Developed by B.I.S