αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
 

 Κι όμως το κάνουμε. Και το κάνουμε φωνακτά, το κάνουμε επιδεικτικά, να δείξουμε σε όλους ότι ενδιαφερόμαστε για τα αιώνια ενώ συγχρόνως εμμένουμε στα πρόσκαιρα. Μιλούμε για την αγάπη και την ταπείνωση του Θεού ενώ συγχρόνως επιζητούμε πρωτοκαθεδρίες και δικαιώματα. Προβάλλουμε τον Χριστό και συγχρόνως ρίχνουμε λάσπη στο πρόσωπό Του με την αμετανοησία μας.Μιλούμε για πνευματική ζωή ενώ παραμένουμε χωρίς πνευματικό, χωρίς άσκηση, χωρίς συγχώρεση.
 Μιλούμε λοιπόν για πνευματική ζωή. Ποια ζωή; Γι’αυτήν που καταναλώνουμε διαδικτυακά; γι’αυτήν που καταναλώνουμε σε μπαρ, σε διασκεδάσεις, σε αθλητικούς αγώνες;
 Ποια ζωή ποθούμε τελικά;
Και σ’αυτήν την ερώτηση απαντούμε, “την εν Χριστώ ζωή”.
Κι όμως δεν κάνουμε τίποτα για να την ζήσουμε. Πηγαίνουμε στον πνευματικό γιατί «πρέπει», και δεν νιώθουμε να μας ελέγχει τίποτα, δεν έχουμε κάτι να του πούμε. Γιατί;
 Διοτι ή ζωή μας είναι ήσυχη, χωρίς ταραχές, χωρίς απρόοπτα, χωρίς προβλήματα, αλλά συνάμα είναιχωρίς πνευματική προσπάθεια. Δεν νιώθουμε την αμαρτία μας γιατί η συνείδησή μας είναι χοντρή, θολωμένη. Δεν μπαίνουμε στην διαδικασία του πνευματικού αγώνος. Μένουμε στην επιφάνεια των πραγμάτων.
 Δεν νιώθουμε την αμαρτία μας γιατί έχουμε πάθει ένα είδος ανοσίας σ’αυτήν.
Νομίζουμε ότι πνευματική ζωή είναι ο εκκλησιασμός, η ήρεμη ζωή, το να μην πέφτεις σε μεγάλα αμαρτήματα (κυρίως σαρκικά), η νηστεία.
Ποιος προσεύχεται όμως; Ποιος γονατίζει καθημερινά; Ποιος αγαθοποιεί αγνώστους; Ποιος μελετά τις Γραφές, ποιος εξετάζει σε βάθος τον εαυτό του;
Δεν τα κάνουμε αυτά, κι όμως νομίζουμε ότι είμαστε καλά πνευματικά.
Εάν αυτό δεν είναι υποκρισία, τότε τί είναι; Εάν αυτό δεν είναι πώρωση καρδιάς τότε τί είναι;Και ενώ βρισκόμαστε μέσα στο λιμάνι ναυαγούμε.

 Το πιο επικίνδυνο στην πνευματική ζωή είναι η ασφάλεια. Η ασφάλεια της ηρεμίας μας, του μισθού μας, της οικογένειάς μας, της ζωής μας. Νιώθουμε ασφαλείς και ξεχνούμε να απασφαλίσουμε τα πνευματικά μας όπλα, αυτά τα όπλα που δίνει η Εκκλησία, που μας έχουν δώσει οι Θεοφόροι Πατέρες μας τα οποία είναι η προσευχή, η μετάνοια, το χαροποιό πένθος, η σιωπή, η ανεξικακία, η αγαθότητα, η καθαρότητα βίου, η νηστεία, η αγρυπνία, η μετοχή στα Μυστήρια, η μνήμη θανάτου, η υπακοή.
Νιώθουμε ασφαλείς και ξεχνούμε τον Θεό ως τον κύριο στόχο της ζωή μας. Γι’αυτό και την κάθε μας αστοχία δεν την θεωρούμε αμαρτία μα κάτι το δεδομένο, φυσιολογικό, αποδεχτό. Έχουμε συνθηκολογήσει με την αμαρτία,
γι’αυτό και η πνευματική μας ζωή είναι νεκρή.

Δεν είμαι απαισιόδοξος, απλά μία διαπίστωση κάνω.
  Συνεχώς ξερνούμε και μετά γυρίζουμε και τρώμε τα ξερατά μας. Αμαρτάνουμε και πριν καλά καλά η μεταμέλεια μας κτυπήσει την πόρτα ξαναμαρτάνουμε. Και το φοβερό είναι ότι δεν θεωρούμε ότι σφάλαμε, δεν θεωρούμε ότι αδικήσαμε, δεν θεωρούμε ότι παρεκκλίναμε του σκοπού της ζωή μας. Εάν πέσουμε μία φορά δεν σταματούμε, δεν τρέχουμε αμέσως στο πετραχήλι του πνευματικού μας για να αναστηθούμε αλλά λέμε με το λογισμό μας «αφού έπεσα μία φορά τώρα δεν πειράζει…ας ξαναπέσω. Όταν θα ξαναεπισκεφτώ τον πνευματικό μου τότε θα σταματήσω». Έχουμε δηλαδή την πτώση μας σχεδιασμένη. Όμως δεν ξέρουμε φίλοι μου πότε θα μας βρει ο θάνατος. Εάν πέσαμε μία φορά δεν χρειάζεται να πέφτουμε συνέχεια, ας σταματήσουμε στην μία φορά. Γιατί αν συνηθίσουμε να πέφτουμε με την δικαιολογία ότι «λερωθήκαμε λίγο άρα ποια η διαφορά του λίγο με το πολύ», τότε θα χάσουμε κάθε αίσθηση της πτώσης μας και με την πάροδο του χρόνου θα την θεωρούμε την φυσική μας κατάσταση.

 Το να έχουμε αδελφοί μου εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού δεν σημαίνει ότι μπορούμε να παραμένουμε ράθυμοι, αμελείς, αμετανόητοι. Η ουσία της χριστιανικής ελπίδος είναι ενεργητική, αυτό σημαίνει αγώνα και προσπάθεια στο στίβο των αρετών. Η ελπίδα χωρίς προσωπικό αγώνα είναι πλάνη και όλεθρος διότι οδηγεί τον άνθρωπο στην αιώνια απώλεια.
Χωρίς πραγματικό αγώνα και δίψα για τον Θεό, θα κοινωποιούμε το πρωί το συναξάρι της ημέρας και το βράδυ θα ποστάρουμε την φωτογραφία μας σε κάποιο μπαρ μ’ένα ποτό στο χέρι.
Από την μια το θυμιατό και από την άλλη το πούρο.
Και όλα αυτά θα γίνονται χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Θα μας είναι πολύ φυσικό και το ένα και το άλλο. Ίδια αξία για μας θα έχει η αγρυπνία σε ένα μοναστήρι και το ξενύχτι μας σε ένα κέντρο διασκέδασης.
 Θα κάνουμε κυρήγματα περί Ορθοδόξου πνεύματος και συγχρόνως με την συμπεριφορά μας θα διχάζουμε, θα κατακρίνουμε, θα αυτοπροβαλόμαστε, χωρίς υπακοή, χωρίς ταπεινό και εκκλησιαστικό φρόνημα, χωρίς διάθεση για ομόνοια και ειρήνη. Θα «ορθοδοξούμε» πολεμώντας και θα νομίζουμε ότι είμαστε και «μάρτυρες της αληθείας», ενώ είμαστε φερέφωνα του διαβόλου.
Πώς είναι δυνατόν να μιλάς για τα πνευματικά ενώ συγχρόνως το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι ο τραπεζικός σου λογαριασμός, η ομορφιά του προσώπου σου, τα μοδάτα ρούχα σου, η αίγλη της κοινωνικής σου ζωής;

 Φυσικά η πνευματική μας πρόοδο και σωτηρία πραγματώνεται δια της Χάριτος του Παρακλήτου όμως η Χάρις δεν έρχεται ουρανοκατέβατα, μαγικά, αλλά ενεργοποιείται δια της προσωπική μας προσπάθειας.
Ο Παράκλητος σκηνώνει μέσα μας όταν βρίσκει χώρο να το κάνει. Εάν δεν αδειάσουμε τον εαυτό μας απ΄όλα αυτά τα περριτά και μάταια ο Παράκλητος θα παραμένει εξόριστος.
Πως να μιλήσουμε για τα πνευματικά, όταν η ζωή μας είναι τόσο ρυπαρή;

 

 

 

 

Πηγή

 

 

 

 

 

 

 

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
 

«Εὑρίσκει ὁ Ἰησοῦς Φίλιππον καί λέγει αὐτῷ: ἀκολούθει μοι... Εὑρίσκει Φίλιππος τον Ναθαναήλ καί λέγει αὐτῷ: ὅν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καί οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τόν υἱόν τοῦ Ἰωσήφ τόν ἀπό Ναζαρέτ» (Ἰωάν. 1, 44,46)

«Βρίσκει ο Ιησούς τον Φίλιππο και λέει: ‘ακολούθησέ με’. Βρίσκει ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ και του λέει: Αυτόν που προανήγγειλε ο Μωυσής στον νόμο και οι προφήτες, τον βρήκαμε. Είναι ο Ιησούς, ο του Ιωσήφ, από την Ναζαρέτ»

  Ο χριστιανισμός είναι μία συνεχής αναζήτηση της Αλήθειας. Η Αλήθεια δεν είναι ιδέα, αλλά Πρόσωπο, το Πρόσωπο του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Για να βρούμε την Αλήθεια, χρειάζεται αναζήτηση. Όποιος αναζητεί, θα συναντήσει τον Χριστό. Θα τον βρει ο ίδιος ο Θεάνθρωπος. Δεν είναι τυχαία η συνάντηση. Είναι ανταπόκριση στο χτυποκάρδι για αλήθεια, σε μία βαθύτερη αναζήτηση της ύπαρξης για νόημα που ξεπερνά τον χρόνο, για την αγάπη που νικά κάθε πάθος, κάθε δικαίωμα, κάθε πρόσκαιρο. Και ο Χριστός δεν κωφεύει σ ’αυτήν την αναζήτηση. Εμφανίζεται στον αναζητητή άλλοτε απευθείας, όπως στον Φίλιππο, άλλοτε διά μέσου των άλλων ανθρώπων, όπως έκανε ο Φίλιππος στον Ναθαναήλ. Τον βρήκε και του ανακοίνωσε την μεγάλη συνάντηση.

Γι’ αυτό και η ιεραποστολή είναι στάση ζωής στην χριστιανική παράδοση. Αν με βρήκε ο Χριστός, αυτό είναι η αρχή για να βρω τον άλλο, τον πλησίον μου και να του ανακοινώσω την δική μου χαρά. Να την μοιραστώ. Να δείξω ότι άλλαξε η ζωή μου. Όχι με πομπώδη τρόπο, όχι με επίδειξη, όχι για να φανερώσω ότι είμαι ο εκλεκτός. Αλλά γιατί η αγάπη έχει νόημα και πληρότητα όταν μοιράζεται, όταν δεν κρατιέται στο εγώ, όταν γίνεται λαχτάρα και άλλοι να συναντήσουν, να γιατρευτούν, να μοιραστούν.

Πώς μας βρίσκει ο Χριστός σήμερα;
 Συνήθως Τον προσπερνούμε αδιάφοροι. Δεν μένουμε σε αυτό που είναι ο Ίδιος, διότι δεν Τον αναζητούμε. Είμαστε βέβαιοι ότι Τον έχουμε, παραδομένοι στην συνήθεια, την επανάληψη, το αίσθημα ότι τα έχουμε καλά μαζί Του. Δεν αισθανόμαστε την Εκκλησία σπίτι μας, διότι εκεί πηγαίνουμε άλλοτε για να μην
τα χαλάσουμε με τον Θεό και άλλοτε για να ζήσουμε την γαλήνη από τις ζάλες της ζωής, όχι όμως για να βρούμε τους άλλους, τους πλησίον μας. Αν μας έβρισκε ο Χριστός έτοιμους να Τον αποδεχτούμε, έτοιμους να Του δώσουμε την καρδιά, τα πάθη και τα λάθη μας, δεν θα μας ένοιαζε ποιος είναι ο πλησίον μας, τι κάνει, πώς φέρεται, αν είναι σαν κι εμάς, αν δεν είναι. Και δεν απολαμβάνουμε την ζωή της πίστης, διότι έχουμε λογισμούς, αν είναι δυνατόν ο Χριστός στο πρόσωπο του πλησίον μας να είναι αγαθός, καθώς κατάγεται από την Ναζαρέτ και όχι από την Ιερουσαλήμ. Κατάγεται από την ταπεινή πόλη και όχι από την πρωτεύουσα. Κι εμείς πρωτεύουσα θεωρούμε το εγώ και τον τρόπο μας.

  Ο κόσμος Τον έχει διαγράψει από τις προτεραιότητές του. Συνήθως αναζητά την ύπαρξη των θρησκειών ως ιδεολογιών, για να μπορεί να κρατιέται από κάπου, να έχει την παρηγοριά της χρησιμότητας, ψήγματα διαφορετικότητας, γιορτές που αναπαύουν στην πορεία του χρόνου.
 Ο κόσμος είναι βέβαιος για τις αλήθειες του, για τα αγαθά του, για την ευτυχία στην ηδονή, στο αυτονομημένο σώμα, στην φυγή από την καθημερινότητα διά του Διαδικτύου, της τηλεόρασης, των ταξιδιών, του ποδοσφαίρου. 
 Ο κόσμος δεν Τον αναζητεί, δεν αισθάνεται ότι του λείπει, διότι αποθεώνει το εγώ του καθενός και έχει συμβιβαστεί με τον θάνατο, τον οποίο προσπαθεί να αναβάλει, για να χαρεί την ζωή. Μένουν οι δοκιμασίες, οι λύπες, η απόγνωση μπροστά στο τέλος ως τελευταίες ευκαιρίες να ανοιχτεί στην συνάντηση, παρότι ο Χριστός είναι πανταχού και διαρκώς παρών.
Κι εμείς οι χριστιανοί επηρεαζόμαστε από τους ρυθμούς του κόσμου, ιδίως οι νεώτεροι. Παγιδευμένοι στις βεβαιότητές μας από την μία και εκκοσμικευμένοι όσο τίποτε από την άλλη, δεν νιώθουμε την ανάγκη για προτεραιότητα του Χριστού. Μας αρπάζουν και οι βιοτικές μέριμνες, οι οποίες καθιστούν το ασήμαντο πρωταγωνιστή. «Πού να Τον βρούμε λοιπόν σ’ αυτόν τον κόσμο, που όλα πια τα έχει δει, όλα τα ’χει καταλάβει, όλα τα ‘χει δεχτεί;» (Σταμάτης Σπανουδάκης).

 Δεν είναι καιρός για απόγνωση. Αν κάτι κρατά ζωντανό η Ορθοδοξία στην ζωή μας είναι η αναζήτηση. Είναι η δίψα για συνάντηση με τον Χριστό, τον Εσταυρωμένο και Αναστάντα, ο Οποίος ανταποκρίνεται στον μικρό πόθο μας για Αλήθεια, φωτίζει δείχνοντάς μας ότι Αυτός είναι το νόημα. Και μας καλεί σε συνάντησή μαζί Του στην Εκκλησία, αλλά όχι μόνους μας. Να βρούμε στον πλησίον Κύριον τον Θεόν μας. Όποιος κι αν είναι ο πλησίον. Μόνο με ταπείνωση, υπομονή και σταθερότητα. Και μια βαθιά συγγνώμη για ό,τι δεν είμαστε, για ό,τι δεν είναι.

Η Κυριακή της Ορθοδοξίας είναι Κυριακή εξόδου από τις βεβαιότητές μας και την ίδια στιγμή αναζήτησης του Χριστού και του αδελφού μας. Θέλει απόφαση. Θέλει ταπείνωση. Θέλει αγάπη. Θέλει Εκκλησία! Κι ας μην λησμονούμε τον λόγο του Θεανθρώπου: «ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει»!

 

 

 

Πηγή

 

 

 

 

 

 

Ἅγιος Βαρσανούφιος
Αποτέλεσμα εικόνας για pomenit proscomidie

  Κάποτε, ἕνας ἄρχοντας τῆς τσαρικῆς αὐλῆς, πῆγε νά συμβουλευτεῖ ἕναν περίφημο τότε γιά τήν ἀρετή του, ἱερέα τῆς Πετρούπολης.
-Πάτερ, πές μου, τί νά κάμω; Ἔχω πολλούς ἐχθρούς. Μέ μισοῦν «ματαίως»· χωρίς κανένα λόγο. Μέ συκοφαντοῦν στόν Τσάρο. Κινδυνεύω νά χάσω τήν δουλειά μου. Ἂν ὁ Τσάρος πεισθῆ καί μέ ἀπολύσει, ποῦ θά σταθῶ; Πῶς θά ζήσω; Σᾶς παρακαλῶ, συμβουλέψετέ με. Τί νά κάμω;
-Νά προσεύχεσαι. Γιά ὅλους. Καί περισσότερο γιά αὐτούς πού ξεσηκώθηκαν ἐναντίον σου. Καί στό σπίτι. Ἀλλά καί στήν Ἐκκλησία, στήν θεία λειτουργία. Ἔχει μεγάλη σημασία αὐτό.
-Καί τί θά βγεῖ μέ αὐτό, πάτερ; εἶπε πικραμένος.
-Θά τό ἰδεῖς. Τά «ψίχουλα», οἱ μαργαρίτες -οἱ μερίδες πού βγάζει ὁ ἱερέας στήν προσκομιδή, ὅταν διαβάζει ὀνόματα- συμβολίζουν τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων· ζώντων καί κεκοιμημένων. Καί κάποια στιγμή, αὐτές τίς μερίδες ὁ παπᾶς τίς ρίχνει μέσα στό ἅγιο ποτήριο, μέ τά λόγια: «Ἀπόπλυνε, Κύριε, τά ἁμαρτήματα τῶν ἐνθάδε μνημονευθέντων δούλων σου, τῷ Αἵματί Σου τῷ Ἁγίῳ». Δηλαδή παρακαλεῖ τόν Χριστό νά ξεπλύνει μέ τό Αἷμα Του τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων πού μνημόνευσε.
Καί πρόσθεσε:
- Γι᾿ αὐτό, ἄν θέλεις, ἄκουσέ με. Γράψε τά ὀνόματα ἐκείνων πού σέ ἐπιβουλεύονται σέ ἕνα χαρτί καί δῶσε τα στόν ἱερέα, νά τά μνημονεύει στή λειτουργία· καί θά τό ἰδεῖς!

Ἀπό τότε πέρασαν μιά, δυό, τρεῖς ἑβδομάδες. Μετά ἀπό ἕνα μήνα, νάτος, πάλι στόν παπᾶ. Καί πέφτοντας μπροστά στά πόδια του, ἐξομολογήθηκε:
- Θαῦμα, πάτερ! Θαῦμα! Θαῦμα! Δέν θά τό πιστέψετε! Ἔκανα αὐτό πού μοῦ εἴπατε. Καί, νά! Αὐτοί πού μέχρι τώρα μέ μισοῦσαν, καί ἤθελαν τό κακό μου, τώρα μοῦ συμπεριφέρονται μέ τέτοιο σεβασμό, μοῦ δείχνουν τέτοια ἀγάπη πού δέν ξέρω, πῶς νά τό ἐξηγήσω. Τό στόμα τους, πού πρῶτα ἦταν ὅλο χολή, τώρα 

Καί ὁ σεβάσμιος γέροντας συμπέρανε:
-Εἶδες, λοιπόν! Σοῦ τό ἔλεγα. Ἄφησε τό θέμα σου στό Θεό καί θά τό ἰδεῖς. Τώρα τό βλέπεις, ὁλοκάθαρα, πόσο ὁ Θεός φροντίζει γιά μᾶς.

Πάντοτε λοιπόν, καί σύ «ἐν ψαλτηρίῳ» νά τό ἀνοίγεις τό κάθε σου πρόβλημα. Νά προσεύχεσαι. Ἰδιαίτερα γιά «τούς ἐχθραίνοντάς σοι ματαίως» (Ψαλμ. 3,8)· δηλαδή γιά ἐκείνους πού, χωρίς κανένα λόγο, σέ ἐπιβουλεύονται. Καί ὁ Θεός, θα τούς κάνει φίλους σου.

 

 

Πηγή

 

 

 

 

 

Αγίου Λουκά Κριμαίας

«ΚΑΘΩΣ ΘΕΛΕΤΕ ΙΝΑ ΠΟΙΩΣΙΝ ΥΜΙΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ, ΚΑΙ ΥΜΕΙΣ ΠΟΙΕΙΤΕ ΑΥΤΟΙΣ ΟΜΟΙΩΣ»

 

 «Και καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως, και ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τους αγαπώντας αυτούς αγαπώσι. και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί το αυτό ποιοϋσι. Και εάν δανείζητε παρ' ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα. πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστίν επί τους αχάριστους και πονηρούς, γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί» (Λκ. 6, 31, 36).

  Τόσο απλά λόγια! Είναι τόσο απλά και τόσο φυσικά ώστε ο άνθρωπος, όταν πρώτη φορά ακούει ότι πρέπει να φέρεται στους άλλους έτσι όπως ήθελε οι άλλοι να φέρονται σ' αυτόν, αισθάνεται αμηχανία. Κύριε! Πώς μόνος μου δεν το σκέφτηκα! Όλα τα σπουδαία και μεγάλα πράγματα είναι απλά και όλη η διδασκαλία του Χριστού είναι καταπληκτικά απλή. Απευθυνόταν στους ανθρώπους με άπλή καρδιά. Τήν δέχτηκαν οι απλοί αλιείς από την Γαλιλαία και έγιναν φώς για όλο τον κόσμο.
Τόν Χριστό ζητούσαν και μετά Τόν ακολούθησαν κυρίως απλοί άνθρωποι γιατί ο λόγος Του είναι απλός και εύκολα αγγίζει την καρδιά τοϋ άνθρωπου. Όλη η διδασκαλία Του είναι κατανοητή και όμως πόσο μακριά άπ' αυτή είναι η δική μας πραγματικότητα!
 Σπάνιο πράγμα να φερόμαστε στους ανθρώπους όπως θα θέλαμε να μας φέρονται αυτοί. Περιμένουμε από τους άλλους να μας σέβονται άλλά οι ίδιοι τους ταπεινώνουμε, θέλουμε να μας βοηθάνε, όταν υπάρχει ανάγκη, άλλά οι ϊδιοι ποτέ δεν σκεφτόμαστε πώς να βοηθήσουμε τον πλησίον.Τι σημαίνει αυτό; Γιατί είναι έτσι τα πράγματα; Γιατί δεν φερόμαστε στους ανθρώπους όπως θέλουμε να μας φέρονται αυτοί;


  Δεν συμπεριφερόμαστε έτσι με όλους τους ανθρώπους. Στους πιο στενούς συγγενείς μας, στους ανθρώπους που αγαπάμε, στην γυναίκα μας, στα παιδιά μας, στον πατέρα και την μητέρα μας, φερόμαστε έτσι όπως το λέει ο Χριστός στις εντολές του, τους αγαπάμε σαν τον εαυτό μας και δεν τους κάνουμε αυτά που θα ήταν δυσάρεστα για μας αν μας τα κάνανε οι άλλοι. 

  Ποιά μητέρα, η οποία με όλη την καρδιά της αγαπάει το παιδί της, δεν προσφέρει σ' αυτό όλη την αγάπη και την τρυφερότητα που έχει, ακόμα και την ζωή της; Έτσι ακολουθεί το νόμο του Χριστού. Σ' αυτούς όμως που ονομάζουμε πλησίον αλλά στην πραγματικότητα τους θεωρούμε ξένους δεν φερόμαστε με τον ίδιο τρόπο. Τι μάς εμποδίζει να τους φερόμαστε έτσι όπως φερόμαστε σ' αυτούς που αγαπάμε; Ό εγωισμός και η φιλαυτία μας, γιατί μόνο τον εαυτό μας αγαπάμε. 

  Γι' αυτό είμαστε καλοί με τους συγγενείς μας, επειδή τους αγαπάμε, και ψυχροί με τους άλλους, γιατί δεν τους αγαπάμε. Τόν εαυτό μας φροντίζουμε και τον αγαπάμε και τους ανθρώπους γύρω μας δεν τους αγαπάμε, συχνά τους πικραίνουμε και τους προσβάλλουμε. Και αυτό που ζητά από μας ο Κύριος είναι τόσο φυσικό, τόσο καθαρό και τόσο ιερό «Και καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Και στη συνέχεια λέει" «Και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί;... πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου».

  Δύσκολο πράγμα ζητάει από μας ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Θέλει να αγαπάμε τους εχθρούς μας. Μήπως αυτό είναι εύκολο; Όχι, αλλά πάρα πολύ δύσκολο. Να αγαπάνε τους εχθρούς τους μαθαίνουν αυτοί που έχουν καθαρή καρδιά, που με όλη την καρδιά τους αγαπάνε τον Θεό και τηρούν τις εντολές Του, αυτοί που μέσα τους κατοικεί το Άγιο Πνεύμα, το πνεύμα της ταπείνωσης, αυτοί που όλο το είναι τους διαποτίζεται από αγάπη.
  Αυτοί που έμαθαν να αγαπάνε τους εχθρούς και τους ανθρώπους που τους μισούσαν, νικούσαν με αγάπη τους αντιπάλους τους. Μέ τη δική τους αγάπη μάζευαν πάνω στο κεφάλι των έχθρων τους αναμμένα κάρβουνα, έκαναν την καρδιά τους να καίει και μ' αυτό τον τρόπο από εχθρούς τους κάνανε φίλους.

 Ο Κύριος λέει να μην περιμένουμε ανταπόδοση για το καλό που κάνουμε στους άλλους και μας υπόσχεται μεγάλη ανταμοιβή, μάς υπόσχεται αιώνια χαρά και αγαλλίαση και λέει ότι θα γίνουμε υιοί του Υψίστου. «Γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί»... «Ότι αυτός χρηστός εστιν επί τους αχαρίστους και πονηρούς». Στέλνει βροχή σε όλους τους ανθρώπους, και καλούς και μη, και τον ήλιο διατάζει να φωτίζει όλο τον κόσμο.

  Πού βρίσκεται η ρίζα της ευσπλαχνίας; Η ρίζα της ευσπλαχνίας είναι η συμπόνοια. Η συμπόνοια είναι το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της αγάπης. Εκεί όπου υπάρχει η αγάπη υπάρχει και η συμπόνοια, γιατί δεν μπορεί να αγαπάει κανείς και να μην συμπάσχει. Δεν μπορεί να μην βοηθάει αυτούς που έχουν ανάγκη. Και το κάνει χωρίς να περιμένει τίποτα, καμία ανταπόδοση.
  Από την καθαρή αγάπη πηγάζει η ευσπλαχνία, αυτή μας κάνει να πραγματώνουμε αυτές τις εντολές του Χριστού, να δανείζουμε σ' αυτούς που δεν περιμένουμε να πάρουμε πίσω και να κάνουμε άλλα διάφορα έργα. Αυτόν που έτσι ενεργεί περιμένει μεγάλη χαρά, αυτός θα κληθεί υιός του Υψίστου.

  Ξέρετε τι λέει ο Κύριος Ιησούς Χριστός για την Φοβερά του Κρίση, γιατί θα δικαιωθούν οι δίκαιοι; Μόνο εξαιτίας της αγάπης τους και για τα έργα της αγάπης που είχαν κάνει. Θά κληθούν υιοί του Υψίστου και θα λάμψουν σαν τα άστρα του ουρανού. Και αυτοί που δεν είχαν αγάπη και δεν έκαναν έργα ελεημοσύνης θα κληθούν υιοί του διαβόλου και θα μοιραστούν μαζί του την αιώνιο βάσανο.
Από τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, το μέγα απόστολο της αγάπης, έχουμε μάθει ότι η αγάπη είναι πλήρωμα όλου του νόμου. Η ευσπλαχνία είναι και αυτή όλος ο νόμος του Χρίστου, διότι και αυτή πηγάζει από αγάπη.
Τι λοιπόν πρέπει να κάνουμε για να αποκτήσουμε την αγάπη; Ω, αυτό είναι μεγάλη υπόθεση, είναι ο σκοπός της ύπαρξης μας, όλης της ζωής μας. Γι' αυτό μας έπλασε ο Θεός, για να Τον πλησιάζουμε. Γι' αυτό ζούμε, για να γίνουμε υιοί του Υψίστου, για να τελειοποιούμαστε και να Τον ποθούμε.

Ποιό δρόμο πρέπει να ακολουθήσουμε;
  Να πορευόμαστε διά μέσου της στενής πύλης, την ακανθώδη και τεθλιμμένη οδό, χωρίς να φοβόμαστε την θλίψη και τον πόνο γιατί είναι η αρχή του καλού. Πρέπει να ακολουθήσουμε την οδό των θλίψεων, εφαρμόζοντας στη ζωή μας τις εντολές του Χρίστου. Με ακούραστη προσευχή και νηστεία πρέπει να επιδιώκουμε την στενή κοινωνία με τον Θεό.

 Αυτοί έχουν αποκτήσει την αγάπη που σαν τον άγιο Σεραφείμ του Σαρόβ μέρα και νύχτα προσεύχονταν και ζούσαν στην εγκράτεια. Τίς καρδιές τέτοιων ανθρώπων ο Κύριος καθαρίζει από κάθε ακαθαρσία, διότι το Άγιο Πνεύμα μόνο στην ταπεινή καρδιά μπορεί να κατοικήσει. Πρέπει να αποκτήσουμε την πραότητα και την ταπείνωση και τότε θα έλθει η θεία αγάπη.

Υπάρχει ανάγκη πολλά να ζητάμε όταν μετανοούμε και προσευχόμαστε για τις αμαρτίες μας. Αλλά η πρώτη μας αίτηση πρέπει να είναι αυτή, να καθαρίσει από την κακία ο Κύριος την καρδιά μας και να μας χαρίσει τις αρετές, την πραότητα, την ταπείνωση και την θεία αγάπη. Ας μην ξεχνάμε ποτέ την πιο χρήσιμη προσευχή, αυτή στην οποία ζητάμε αγάπη. Να προσεύχεστε και με τα δικά σας λόγια, έτσι όπως σάς φωτίσει ο Θεός. Μπορείτε, για παράδειγμα, με τον εξής τρόπο- «Κύριε, δώσ' μου την θεία αγάπη, μάθε με να αγαπάω όλους τους ανθρώπους, και αγενείς και αναιδείς, ακόμα και ανόητους και ασεβείς, όπως Έσύ, Κύριε, όλους μάς αγαπάς, τους καταραμένους και αμαρτωλούς ανθρώπους».

Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας
Λόγοι και ΟμιλίεςΤόμος Γ' 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
2019 onisimos.gr All rights reserved Developed by B.I.S