π.Παύλος Παπαδόπουλος

 Ρωτάμε τον πνευματικό μας, ψάχνουμε διορατικούς-χαρισματικούς γέροντες να μας συμβουλέψουν για το πώς θα λυθούν τα προβλήματά μας, για το πώς θα πραγματοποιηθούν οι επίγειοι πόθοι μας. 
Ρωτάμε λοιπόν σύγχρονους αγίους ανθρώπους, ρωτάμε τους πνευματικούς μας και συζητάμε για ώρα μαζί τους για τα προβλήματά μας, για τα ψυχολογικά μας, για τις μέριμνές μας. Ρωτάμε πως, πότε, γιατί εκείνο, γιατί το άλλο μου συμβαίνει, πότε θα απαλλαγώ…
Σπάνια, ίσως και ποτέ κάποιος πνευματικός θα ερωτηθεί "πάτερ πώς θα σωθώ"; Σχεδόν κανείς δεν νοιάζεται πώς θα σωθεί. Σχεδόν όλοι νοιάζονται πώς θα τακτοποιηθεί το θέμα τους. Γι'αυτό και θέλουν να πάνε στον πνευματικό τους, για να τους δώσει μια λύση σε ότι τους απασχολεί.

  Ποιος ρωτά, "πώς θα σωθώ πάτερ"; Πώς θα σωθώ; Τι πρέπει να κάνω για να σωθώ; όχι για να μου λυθεί το πρόβλημα αλλά για να σωθώ; γι’αυτό είναι η Εκκλησία. Σ’αυτό καλούμαι να απαντήσω και εγώ ως πνευματικός. Βλέπετε όμως και εγώ και όλοι σχεδόν οι πνευματικοί αντιμετωπιζόμαστε ως ψυχολόγοι, ως οι άνθρωποι που θα ακούσουν το πρόβλημά μας και θα μας καταλάβουν. Σίγουρα κι αυτό γίνεται όμως δεν είναι δουλειά του πνευματικού και κατ'επέκταση της Εκκλησίας να απαλύνει απλά την οδύνη μας, την λύπη που έχουμε (που συνήθως είναι λόγο του εγωισμού μας) αλλά να μας θεραπεύει πνευματικά. Εχώ δει πολλούς ανθρώπους να κλαίνε στην εξομολόγηση, ελάχιστοι κλαίνε για τις αμαρτίες τους, οι πιο πολλοί κλαίνε από τα νεύρα τους, από τον εγωισμό τους. Κλαίνε που τα πράγματα δεν τους πήγαν όπως τα ήθελαν. Κλαίνε επειδή τους απαξίώσαν, επειδή δεν τους υπολογίζουν. Κλαίνε, και είναι αυτά τα δάκρυα, δάκρυα εγωισμού και όχι ταπείνωσης, είναι δάκρυα αμετανοησίας και όχι μετάνοιας.

 Πριν λάβω την ευλογία να διακονώ κι εγώ το Μέγα Μυστήριο της Εξομολογήσεως πολλοί έμπειροι πνευματικοί πατέρες που λέγανε ότι η εξομολόγηση είναι πολύ κουραστική και ψυχοφθόρα για τον πνευματικό. Δεν μπορούσα να τους καταλάβω. Τώρα όμως που βιώνω αυτή την αλήθεια μπορώ να πω κι εγώ μαζί τους ότι όντως είναι εξουθενωτικό! 

  Να σημειώσω όμως ότι το εξουθενωτικό δεν είναι ότι έρχονται άνθρωποι που εξομολογούνται τις αμαρτίες τους, αλλά έρχονται άνθρωποι που θέλουν λύση στα προβλήματά τους. Το κουραστικό δηλαδή δεν είναι ότι ακούμε εμείς οι πνευματικοί αμαρτίες αλλά ότι ακούμε δικαιολογίες. Το κουραστικό είναι ότι έρχονται άνθρπωποι που ΔΕΝ εξομολογούνται. Κουραστικό είναι που έρχονται οι άνθρωποι και ψάχνουν μαγική συνταγή για να φτιάξει ο γάμος τους, για να τα βρούνε και πάλι με το αγόρι τους, για να πάει καλά η δουλειά τους, για κλάψουν που ο φίλος τους, τους πρόδωσε, για να δικαιολογήσουν που δεν νηστεύουν, που δεν εκκλησιάζονται, που δεν μιλούν με τον γείτονά τους, για να εκφράσουν απλά

το παράπονό τους που αδικήθηκαν στα κληρονομικά τους κτλ. 

 Ο πνευματικός όταν ακούει έναν άνθρωπο που έχει μετάνοια να εξομολογείται τις αμαρτίες τουξεκουράζεται, αναπαύεται. Όχι γιατί αρέσκεται στο να ακούει αμαρτίες αλλά διότι εκείνη την στιγμή γίνεται και αυτός μέτοχος της Χάριτος που έρχεται λόγο της ταπείνωσης του εξομολογούμενου. Ο πνευματικός ξεκουράζεται με την μετάνοια του ανθρώπου. Αυτό που τον φθείρει είναι η αμετανοησία που συναντά μέσα στο Μυτήριο της Μετανοίας. 
Όταν λοιπόν αρχίζουν οι άκαιρες συζητήσεις, όταν αρχίζει η αναζήτηση της αυτοδικαίωσης, και η ακατάπαυστη φλυαρία, τότε ο πνευματικός κουράζεται, η ψυχή του βαραίνει διότι πλέον το Μυστήριο απαξιώνεται, διότι βλέπει ότι δεν υπάρχει μετάνοια αλλά παράπονα, δεν υπάρχει ταπείνωση αλλά έπαρση και φιλαυτία, δεν υπάρχει αγωνία για Σωτηρία αλλά αγωνία για τακτοποίηση και βόλεμα.

Όταν είναι να πας στον πνευματικό σου πατέρα, να πας για να εξομολογηθείς τις αμαρτίες σου και όχι για να συζητάς το ένα και το άλλο. Όλοι μας ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε και πως καλούμαστε να ζήσουμε. Το να τα συζητάμε και να ψάχνουμε λύσεις στα αδιέξοδα που έχουμε δημιουργήσει μόνοι μας -χωρίς να θέλουμε να αλλάξουμε οι ίδιοι- είναι ανόητο και οδηγεί στην απώλεια. 

Φυσικά θα ρωτάς τον πνευματικό σου και για θέματα που σε απασχολούν αλλά αυτό θα γίνει μετά την ομολογία των αμαρτιών σου.
Έργο του πνευματικού μας πατρός, έργο της Εκκλησίας μας είναι να μας οδηγεί στον Χριστό. Ο πνευματικός μας, η Εκκλησία μας σ'αυτό το ερώτημα του ανθρώπου απαντά: "Πώς θα σωθώ"; και απαντά με παρρησία. Μας δείχνει τον Χριστό, την ταπείνωσή Του, την ακακία Του, την πραότητά Του, την σωφροσύνη Του, την απλότητά Του, την συγχωρετικότητά Του, τον Σταυρό Του.

  Κάποιες φορές δέχομαι τέτοιες εξομολογήσεις κατά τις οποίες δεν αναφέρεται καμία αμαρτία, διότι δεν υπάρχει μετάνοια, αλλά αναφέρονται μόνο περιστατικά της ζωής του ανθρώπου και μετά διάφορα προβλήματα μέσα στην πολυλογία και την φλυαρία. Τότε είναι που φεύγω από το Ναό χίλια κομμάτια, δεν έχω διάθεση για τίποτα...
  Έχω ακούσει όμως και φοβερές αμαρτίες από εξομολογούμενο κι όμως έφυγα από το Ναό και η καρδιά μου φτερούγιζε. Φτερούγιζε διότι ένας άνθρωπος καθαρίστηκε από το σκοτάδι του.Φτερούγιζε διότι έγινα κοινωνός αυτής της συντετριμμένης καρδιάς που δεν έψαχνε παρηγοριά αλλά έψαχνε το Φως, την Αλήθεια, την Σωτηρία, τον Χριστό. Φτερούγιζε και η δική μου καρδιά μαζί με την καρδιά αυτού του ανθρώπου που έπεσε αλλά σηκώθηκε, που ήταν νεκρός και τώρα ζούσε.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Νικόλαος

 

Αποτέλεσμα εικόνας για de ce mi se intampla mie toate relele

Εὐλογημένα «γιατί»!
  Ἐρώτημα τόσο συχνό, τόσο βαθύ, τόσο δυνατό στήν ἐκφορά του, τόσο δύσκολο στήν ἀπάντησή του. 

 Ἐρώτημα τόσο ἀληθινό, τόσο ἀνθρώπινο, τόσο ἀπαιτητικό, πού ὅμως ἀπό τή φύση του δέν ἀντέχει στόν λόγο, δέν ἐκφράζεται μέ τό στόμα, δέν μπαίνει σέ λέξεις, δέν δημοσιοποιεῖται σέ ἀκροατήριο, πολύ δέ περισσότερο, δέν ἐπιδέχεται μονοσήμαντες ἀπαντήσεις ἀπό κάποιους πού δῆθεν γνωρίζουν πρός κάποιους ἄλλους πού σίγουρα πονοῦν. Ἴσως εἶναι τό κατ’ ἐξοχήν θέμα γιά τό ὁποῖο δέν μπορεῖ καί δέν πρέπει νά γίνονται ὁμιλίες. 
Εἶναι πολύ βαθύ γιά νά ἔλθει στήν ἐπιφάνεια τῆς συνειδητοποίησης. 
Εἶναι πολύ ἐπώδυνο γιά νά χωρέσει στόν ὁρίζοντα τῶν ἀντοχῶν μας. 
Εἶναι πολύ προσωπικό γιά νά ἐντοπισθεῖ στό στερέωμα τοῦ δημόσιου λόγου. Ἴσως αὐτό τό ἐρώτημα νά πονάει πιό πολύ καί ἀπό τήν αἰτία πού τό δημιουργεῖ. Γιατί ὅλοι ξέρουμε πώς δέν ἔχει εὔκολη ἀπάντηση. Καί ὅμως εἶναι τόσο ἐπίμονο καί ἀληθινό.

 Γιατί σέ μένα, Θεέ μου; Ἠχεῖ στά αὐτιά μου αὐτό τό ἐρώτημα καί ἀντηχεῖ βαθιά στήν καρδιά μου. Εἶναι τό ἐρώτημα κάθε γονιοῦ πού τό παιδί του πάσχει ἤ κάθε ἄνθρωπου πού ἔχει χτυπηθεῖ ἀπό ἀνίατη ἀσθένεια. Πῶς εἶναι δυνατόν αὐτό τό ἐρώτημα νά μεταμορφωθεῖ σέ ὁμιλία, συμβουλή, γνώμη ἤ ἀπάντηση;

Τό ἐρώτημα αὐτό συνεχῶς διατυπώνεται καί ἀπαντᾶται μόνο μέ δάκρυα, ὄχι μέ λέξεις, μέ αἰσθήματα, ὄχι μέ σκέψεις, μέ σιωπή, ὄχι μέ ἀπόψεις, μέ συμπόνια, ὄχι μέ ἀπαντήσεις. Πῶς νά τό κάνουμε; Συχνά τά μάτια μιλοῦν πιό εὔγλωττα ἀπό τό στόμα, ὁ ἀναστεναγμός πιό δυνατά ἀπό τή σκέψη καί ἡ πονεμένη ἀπορία ἐκφράζει περισσότερο τήν ἀλήθεια ἀπό τήν ὅποια ἀπάντηση.
Γιατί;
Γιατί ὁ πόνος; γιατί ἡ ἀδικία; γιατί τά παιδάκια; γιατί τόσο πρόωρα; γιατί μέ αὐτόν τόν τρόπο; γιατί τήν ἀπερίγραπτη χαρά τῆς ἀθώας παρουσίας τους νά τή διαδέχεται ὁ ἀβάσταχτος πόνος; γιατί; Καί ἄν εἶναι γιά τό ἄγνωστο καλό μας, γιατί αὐτό τό καλό μας νά εἶναι τόσο πικρό;
Γιατί σέ μένα;
Τί κακό ἔκανα; Ποῦ νά ψάξω νά βρῶ μέσα μου τήν ἄγνωστη σέ μένα αἰτία; Καί ἄν φταίω ἐγώ, δέν μπορῶ κάτι νά κάνω γιά νά ἀναστρέψω τά πράγματα; Καί ποιός ὁ λόγος ἐξ αἰτίας μου νά ὑποφέρει αὐτό τό ἀθῶο πλασματάκι; Αὐτό μοῦ φαίνεται πιό ἀδύνατο νά τό ἀντέξω. Κινδυνεύω νά χάσω καί τή λίγη καί ἀσθενική πίστη μου. Τελικά, ποιό τό ὄφελος αὐτῆς τῆς ἱστορίας;

Γιατί σέ μένα, Θεέ μου;
Δέν εἶμαι παιδί σου; δέν εἶσαι Θεός ἀγάπης; τί σχέση μπορεῖ νά ἔχει ἡ ἀγάπη Σου 

μέ τό μαρτύριό μου; Πῶς νά μέ προσελκύσουν τά μαστιγώματά Σου; Πῶς συνδυάζεται ἡ καλωσύνη Σου μέ τήν ἀνερμήνευτη λογική τοῦ πόνου, μέ τή θλίψη, μέ τό ἐνδεχόμενο τοῦ σκανδαλισμοῦ;

Ἡ «εὐλογία» τοῦ πόνου. Εὐλογημένα «γιατί»!
  Τά καθαγίασε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός στόν σταυρό «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μέ ἐγκατέλιπες;» Θεέ μου, γιατί μοῦ τό ’κανες αὐτό; Τί σοῦ ἔκανα; Δέν εἶμαι ὁ Υἱός σου; Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἐρώτημα μέ τό δικό μου τό ὁποῖο ἔμεινε καί αὐτό ἀναπάντητο. Ἔμεινε ἀναπάντητο στά φαινόμενα. Τά γεγονότα ὅμως φανέρωσαν τήν ἀπάντηση.

  Τέτοια πολλά «γιατί» βγῆκαν καί ἀπό τό στόμα τοῦ πολυάθλου Ἰώβ ἤ τή γραφίδα τοῦ τραυματισμένου Δαυίδ, δύο ἀνθρώπων πού οἱ τραγικοί θάνατοι τῶν παιδιῶν τους σφράγισαν τό πέρασμά τους ἀπό τήν ἱστορία καί πού μᾶς παρουσιάζονται συχνά ὡς μοναδικά πρότυπα πίστης, ἐγκαρτέρησης καί ὑπομονῆς.

  Τό ἐρώτημα αὐτό τό ἀπευθύνουμε στόν Θεό, τό λέμε στόν ἑαυτό μας, τό ἐπαναλαμβάνουμε στούς ἀνθρώπους πού νοιώθουμε ὅτι ἰδιαίτερα μᾶς ἀγαποῦν. Τό λέμε κυρίως γιά νά ἐκφράσουμε τό μέσα μας, τό λέμε ὅμως καί προσδοκώντας τό χάδι μιᾶς ἀπάντησης. Ποιός ὅμως μπορεῖ νά δώσει μία ἀπάντηση; Ἀκόμη κι ἄν τήν ξέρει, ποιός μπορεῖ νά μᾶς τήν πεῖ;

 Λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος πρός πενθοῦντα πατέρα ὅτι ὁ πόνος κάνει τόν ἄνθρωπο τόσο εὐαίσθητο, ὥστε μοιάζει μέ τό μάτι πού δέν ἀνέχεται οὔτε τό πούπουλο. Καί ἡ πιό τρυφερή κίνηση αὐξάνει τόν πόνο τοῦ πονεμένου. Καί ἡ πιό διακριτική ἀναλογία δέν ἀντέχεται. Ὁ λόγος πού ἐκφέρεται ὡς λογικό ἐπιχείρημα ἐνοχλεῖ ἀβάσταχτα. Μόνο τό δάκρυ, ἡ κοινωνία τῆς ἀπορίας, ἡ σιωπή, ἡ ἐσωτερική προσευχή θά μποροῦσαν νά ἀνακουφίσουν τόν πόνο, νά φωτίσουν τό σκοτάδι ἤ νά γεννήσουν μία μικρή ἐλπίδα.

Ὁ πόνος γεννᾶ ἀλήθεια, συμπόνια, κοινωνία.
Ὁ πόνος δέν ξυπνάει μόνον ἐμᾶς, ἀλλά γεννάει καί τήν ἀγάπη στούς γύρω μας. Προσπαθοῦν νά μποῦν στή θέση μας. Ἀγωνίζονται στόν καιρό τῆς ἀσφάλειάς τους νά μοιραστοῦν τά πιό ἀνεπιθύμητα γι’ αὐτούς δικά μας αἰσθήματα. Καί τό κάνουν. Ὁ πόνος γεννᾶ τήν ὑπομονή μας, ταυτόχρονα ὅμως γεννᾶ καί τόν ἐξ ἀγάπης σύνδεσμο μέ τούς ἀδελφούς μας. Ὁ πόνος γεννᾶ τήν ἀλήθεια. Ἡ συμπόνια τῶν ἄλλων τή φυτεύει στή δική μας καρδιά. Ἐκεῖ διακριτικά κρύβεται καί ἡ ἀπάντηση.
Ἔτσι γεννιέται στήν καρδιά ἡ παρηγοριά, ἡ γλύκα καί ἡ ἀνακούφιση τῆς ὁποίας εἶναι πολύ ἐντονότερες ὡς ἐμπειρίες ἀπό τό βάρος τοῦ πόνου.

Ὁ πόνος μᾶς βγάζει ἀπό τά ἀνθρώπινα μέτρα.
  Τελικά αὐτά τά «γιατί» δέν ἔχουν τίς ἀπαντήσεις πού ἡ φτώχια καί ἡ ἀδυναμία μᾶς περιμένει. Στή λογική αὐτή συνήθως παραμένουν ἀναπάντητα. Γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός γιά τόν θάνατο δέν εἶπε παρά ἐλάχιστα. Ἁπλά, ὁ Ἴδιος τόν ἐπέλεξε καί πόνεσε ὅσο κανένας ἄλλος. Καί ὅταν ἀναστήθηκε, τό στόμα Τοῦ ἔβγαλε περισσότερη πνοή καί λιγότερα λόγια. Δέν εἶπε τίποτε γιά ζωή καί θάνατο -μόνο προφήτευσε τό μαρτύριο τοῦ Πέτρου. Ὁ πόνος δέν ἀπαντιέται μέ ἐπιχειρήματα. Οὔτε ἡ ἀδικία καί ὁ θάνατος ἀντιμετωπίζονται μέ τή λογική. Τά προβλήματα αὐτά λύνονται μέ τό ἐμφύσημα καί τήν πνοή πού μόνον ὁ Θεός δίνει. Λύνονται μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ξεπερνιοῦνται μέ τήν ταπεινή ἀποδοχή τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ πού εἶναι τόσο ἀληθινό ἀλλά συνήθως καί τόσο ἀκατανόητο.

  Στό διάβα της ἡ δοκιμασία συνοδεύεται ἀπό τό σφυροκόπημα τῶν ἀναπάντητων ἐρωτημάτων. Κι ἐμεῖς, γαντζωμένοι στά «μήπως», στά «γιατί», στά «ἄν» συντηροῦμε τίς ἐλπίδες καί ἀντέχουμε τήν ἐπιβίωση σέ αὐτόν τόν κόσμο, προσδοκώντας κάτι σίγουρο ἤ κάτι σταθερό. Αὐτό ὅμως συνήθως δέν ἐντοπίζεται στήν προτεινόμενη ἀπό μᾶς λύση, ἀλλά ἐπικεντρώνεται στήν ἀπροσδόκητη ὑπέρλογη θεϊκή παρηγοριά. 
Κάθε προσπάθεια ἀντικατάστασής της μέ ἀνθρώπινα ὑποκατάστατα ἀδικεῖ ἐμᾶς τούς ἴδιους. Κάθε περιορισμός στήν ἀσφυκτική θηλιά τῶν ὀρθολογιστικῶν ἀπαντήσεων μᾶς παγιδεύει βαθύτερα στό δράμα μας. Στόν διάλογο μέ τόν πόνο, τήν ἀδικία καί τόν θάνατο εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά βγοῦμε ἀπό τά ἀνθρώπινα μέτρα. Αὐτή εἶναι ὄχι μόνον ἡ ἔξοδος ἀπό τή δοκιμασία ἀλλά καί ἡ εὐεργεσία της.

Ἡ μοναδική εὐκαιρία.
 Τελικά, τό μέν ἐρώτημα μποροῦμε νά τό ὑποβάλλουμε, τήν δέ ἀπάντηση πρέπει νά τήν περιμένουμε.Ἤ ὁ Θεός δέν ὑπάρχει ἤ παραχωρεῖ μιὰδοκιμασία γιά νά μᾶς δώσει μι μοναδική εὐκαιρία. Ἄν δέν γινόταν ἡ Σταύρωση, δέν θά ὑπῆρχε ἡ Ἀνάσταση. Ὁ Χριστός θά ἦταν ἕνας καλός δάσκαλος· ὄχι ὁ Θεός. Ὁ Θεός δίνει τήν εὐκαιρία. Σέ μᾶς μένει νά τή δοῦμε καί νά τήν ἀξιοποιήσουμε. Ἡ δέ χαρά καί τό περιεχόμενο αὐτῆς τῆς εὐκαιρίας εἶναι πολύ μεγαλύτερα ἀπό τήν ἔνταση καί τόν πόνο τῆς δοκιμασίας.
 Ὁ θάνατος, ὁ πόνος, ἡ ἀδικία ἀποτελοῦν μυστήριο πού ἡ ὅποια ἀπάντηση τό διασαλεύει. Στίς περιπτώσεις αὐτές, ἡ ἀλήθεια δέν ἐκφράζεται ὡς ἄποψη ἤ ἐπιχείρημα, ἀλλά προσφέρεται ὡς ταπείνωση καί κοινός πόνος. Ἡ πορεία στό μεθόριο τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, τοῦ σκανδαλισμοῦ καί τῆς δοξολογίας, τοῦ θαύματος καί τῆς ἀδικίας παρουσιάζει στροφές καί κρυμμένες γωνιές, ὅπου διασφαλίζεται ἡ ἀλήθεια τῆς ζωῆς. Ἄν ξεφύγει κανείς τόν πειρασμό νά λυγίσει, τότε ἀντικρίζει τήν ἀλήθεια μέ τέτοια ὄψη, πού ποτέ του δέν εἶχε κἄν φαντασθεῖ. Ὁ πόνος, ἄν κάποιος καταφέρει νά τόν ἀγκαλιάσει, γεννᾶ πρωτόγνωρες εὐαισθησίες καί ξεδιπλώνει πραγματικότητες πού κανείς ἀλλιῶς δέν βλέπει. Ἡ πρόκληση δέν εἶναι νά συμβοῦν γεγονότα καί ἀποκαλύψεις· αὐτά ὑπάρχουν. Ἡ πρόκληση εἶναι νά ἀνοίξει κανείς τά μάτια του γιά νά μπορεῖ νά τά ἀντικρύσει.
Εἶναι ἀναντίλεκτη ἀλήθεια δυστυχῶς, συνήθως μόνο χάνοντας τά πολύ ἐπιθυμητά, γνωρίζουμε καί κερδίζουμε τά πολύ μεγάλα.
 Σίγουρα ὁ πόνος καί ἡ ἀδικία δέν μποροῦν νά καταργήσουν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός ὑπάρχει. Καί εἶναι ἀγάπη καί ζωή. Ἡ τέλεια ἀγάπη καί τό πλήρωμα τῆς ζωῆς. Καί τό μεγαλύτερο θαῦμα τῆς ὕπαρξής Του εἶναι ἡ συνύπαρξή Του μέ τόν πόνο, τήν ἀδικία καί τόν θάνατο.
Ἴσως καί ἡ μεγαλύτερη πρόκληση γιά τόν καθένα μας νά εἶναι ἡ συνύπαρξη μέ τόν δικό του προσωπικό πόνο, τό ἐλπιδοφόρο σφιχταγκάλιασμα μέ τά βαθύτερα αὐτά «γιατί», ἡ ταπεινή ἐσωτερική περιχώρηση στήν προσδοκία τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπό τίς «ἀδικίες» πού νομίζουμε πώς Αὐτός μᾶς κάνει.

Πρό καιροῦ, μέ πλησίασε κάποια νεαρή κοπέλα πού τό καντηλάκι τῆς ζωῆς της φαίνεται νά τρεμοσβήνει. Μέσα στόν ἀβάσταχτο πόνο της διέκρινα τήν ἐλπίδα. Μέσα ἀπό τά δακρυσμένα μάτια της ἀντίκρισα τή χαρά, τή δύναμη καί τή σοφία.
-Θέλω νά ζήσω, μοῦ εἶπε. Ἀλλά δέν ἦλθα γιά νά μοῦ τό ἐπιβεβαιώσετε. Ἦλθα γιά νά μέ βοηθήσετε νά φύγω ἕτοιμη ἀπό αὐτόν τόν κόσμο.
-Ἐγώ εἶμαι παπάς τῆς ζωῆς καί ὄχι τοῦ θανάτου, τῆς ἀπαντῶ. Γι’ αὐτό καί θέλω νά ζήσεις. Ἐπίτρεψέ μου, ὅμως, νά σέ ρωτήσω κάτι• μέσα στή δοκιμασία σου, ρωτᾶς ποτέ «γιατί σέ μένα, Θεέ μου;»
-Δέν σᾶς καταλαβαίνω, πάτερ, μοῦ λέει. Ἐγώ ρωτῶ «γιατί ὄχι σέ μένα, Θεέ μου; Καί περιμένω ὄχι τόν θάνατό μου· προσδοκῶ τόν φωτισμό μου»!
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Πολλοί δισταγμοί…

Άλλοι δεν θέλουν να εξομολογηθούν , άλλους τους τρελαίνει το πρωϊνό ξύπνημα για την Εκκλησία, η νηστεία φαντάζει βουνό ενώ η δίαιτα για την παραλία παιχνιδάκι. Βλέπεις παπά στον δρόμο και θες να περάσεις στο απέναντι πεζοδρόμιο. Η αμαρτία με άγκυρα σε θέλει στο δικό της λιμάνι.

Και όλα αυτά γιατί ;

Δεν θέλουμε να αφήσουμε την αμαρτία. Μας αρέσει. Είναι γλυκό το ποτό της αμαρτίας που λέει και ένα τραγούδι. Δεν θέλουμε να την αφήσουμε , είμαστε χρόνια μαζί , μας αρέσει αυτός ο γάμος. Έχουμε γίνει ένα πλέον. Όποιος πάει να την αγγίξει ακόμα και αν είναι ένα κήρυγμα γινόμαστε αγρίμια , λογικό. Όλα αυτά μας ελέγχουν. Βλέπουμε τον Εσταυρωμένο και κλαίμε τη Μεγάλη Πέμπτη, αλλά δεν θέλουμε να κάνουμε το επόμενο βήμα. Αυτή η θέα του σταυρού μας ελέγχει , αλλά είμαστε αδύναμοι για να μπούμε στον δρόμο της θεραπείας.

Η αμαρτία μοιάζει με την ερωμένη που σε εκβιάζει ότι θα σου διαλύσει τον γάμο αν πεις κουβέντα. Έρχεσαι στο ναό, απλά ανάβεις ένα κεράκι και με κατεβασμένο το κεφάλι φεύγεις, ακόμα και τους Αγίους δεν μπορείς να τους κοιτάξεις στα μάτια, διότι καθρεπτίζεται η κατάσταση σου και δεν θέλεις, ντρέπεσαι, αλλά μένεις εκεί. Τα δικαιώματα που έχεις δώσει είναι πολλά. Δυσκολεύεσαι.

Όταν έχεις συνηθίσει να είσαι στο κελί της φυλακής σου , η ελευθερία σου φαντάζει αρρώστια.

Και έρχεται ο Χριστός στη ζωή σου και σου ψιθυρίζει μέσα από διάφορες καταστάσεις, ότι δεν θες να είσαι αυτό που είσαι , ότι αυτή η φυλακή που ζεις δεν είναι η πραγματική σου θέση. Πολλές φορές σου μιλάει στον πόνο, διότι είναι η μόνη κατάσταση που μπορείς να Τον ακούσεις.

Και ξαφνικά έρχεται η στιγμή να πάρεις αποφάσεις.

Αν πεις ναι στην πρόσκληση Του, τότε όπως έλεγαν και οι Άγιοι ο έρωτας της αμαρτίας σβήνει και λιώνει μπροστά στον έρωτα του Νυμφίου και αρχίζει η θεραπεία.

Στην εκκλησία αυτό το λέμε μετάνοια, ένα ταξίδι με πηδαλιούχο τον Χριστό, τη θεραπεία τη λέμε Αγιότητα και εν Χριστώ μεταμόρφωση. Τη δεκτικότητα τη λέμε προαίρεση. Και την αίσθηση της αλλαγής τη λέμε άγγιγμα της Χάριτος. Το ψιθύρισμα του Χριστού το λέμε Αποκάλυψη.

Και εσύ είσαι ο άρρωστος , αλλά ο πρώτος προσκεκλημένος να κάτσεις σε ένα τραπέζι και είσαι το τιμώμενο πρόσωπο.

Το τραπέζι είναι η Αγία Τράπεζα. Ο οικοδεσπότης είναι ο Χριστός που σου μίλησε και ΕΣΥ είσαι το τιμώμενο πρόσωπο.

Αυτός που κάθεται στο στασιδάκι και μπορεί κάποιος να σε κοροϊδεύει ότι έμπλεξες με τις γριές και τις κουτσομπόλες, αλλά είσαι ήδη αλλού. Κοιτάς την αμαρτία και την αποστρέφεσαι και ξαφνικά ακούς τον ήχο από την πόρτα της Βασιλείας των Ουρανών να ανοίγει και Κάποιος να σε προσκαλεί να περάσεις…

Αυτά γίνονται μέσα στην Εκκλησία, εκεί με αρρώστους, με τρελούς, με αμαρτωλούς και ερωτευμένους.

Καλό αγώνα αδερφέ , είσαι μέλος του σώματος Του. Μην το ξεχνάς.

 

 

Πηγή

 

 

 

 

Η αντίθεση στην εικόνα της παραβολής είναι ισχυρότατη. «Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το ιερόν προσεύξασθαι, ο εις Φαρισαίος και ο έτερος Τελώνης». Στην πρώτη σκηνή της παραβολής περιγράφεται η στάση της προσευχής και το περιεχόμενο της προσευχής του Φαρισαίου.

Ο Φαρισαίος στην προσευχή του προβαίνει σε μία συγκλονιστική σύγκριση του εαυτού του με τους άλλους. Ευχαριστεί τον Θεό, γιατί δεν είναι όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι, που είναι άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή, σαν τον Τελώνη. Ο Φαρισαίος δηλαδή σύρει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ του εαυτού του, που τον θεωρεί δικαιωματικά εντός του Ναού, ενώ οι άλλοι είναι εκτός γιατί είναι αμαρτωλοί.

telfar2
Η εικόνα του Τελώνη και η προσευχή του δημιουργούν άλλο κλίμα και προκαλούν άλλα συναισθήματα. Καθόταν μακριά με τα μάτια χαμηλά, χτυπούσε το στήθος του και ζητούσε το έλεος του Θεού. Η προσευχή του ήταν προσευχή μετάνοιας. Ο Τελώνης δεν έχει να επιδείξει έργα αρετής για να ζητήσει δικαίωση, αλλά εμφανίζει, καταθέτει, ομολογεί την αμαρτωλότητά του ενώπιον του Θεού και ζητεί έλεος. Δε διαμαρτύρεται για την απόρριψή του από τους λοιπούς. Τον ενδιαφέρει η δικαιοκρισία του Θεού . Ο Όσιος Νείλος μας συμβουλεύει, στην προσευχή μας να ζητάμε τον καθαρισμό από τα πάθη μας, την απαλλαγή από την άγνοια και τη λήθη, την απαλλαγή από κάθε πειρασμό και εγκατάλειψη Θεού. Να ζητάμε μόνο τη δικαιοσύνη και τη Βασιλεία, δηλαδή την αρετή και την πνευματική γνώση, και όλα τα υπόλοιπα θα προστεθούν σ’ εμάς.

Το δίλημμα
Οι ακροατές της παραβολής τίθενται ενώπιον ενός ουσιαστικού διλήμματος. Ο Φαρισαίος είναι ο ιδανικός θρησκευτικός τύπος, ο οποίος τηρεί τα διατεταγμένα του Νόμου και των παραδόσεων. Ο Τελώνης είναι αμαρτωλός και ζητά εν μετάνοια το έλεος του Θεού. Θα αποδεχτεί ο Θεός και τους δύο ή μόνο τον ένα και ποιόν; Ο λόγος του Χριστού είναι σαφής: «Λέγω υμίν, κατέβη ούτος δεδικαιωμένος ή γαρ εκείνος». Εδώ ο Χριστός ανατρέπει την περί του τρόπου δικαιώσεως αντίληψη των ανθρώπων και αποκαλύπτει πως ο Θεός δέχεται τους ανθρώπους που μετανοούν και ζητούν το έλεός Του με ταπείνωση. Η εξαντλητική αίσθηση της πτώχειας μας είναι θεμέλιο πνευματικής προόδου. Η οντολογική επίγνωση της αμαρτωλότητάς μας είναι πηγή ενέργειας για την προσευχή και στέρεο θεμέλιο για την πνευματικότητά μας.

Τρόποι μετάνοιας

Αυτό το οποίο πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι η σωτηρία και η δικαίωσή μας είναι δώρο του Θεού και δεν είναι καρπός των έργων μας. Η οποιαδήποτε αξιομισθία δεν μπορεί να μας χαρίσει τη Βασιλεία του Θεού, αλλά μόνο η αγάπη και η φιλανθρωπία του Θεού.
Ο ιερός Χρυσόστομος εμβαθύνει στον τύπο προσευχής του Τελώνη και μας λέγει ότι υπάρχουν συνολικά πέντε τρόποι μετάνοιας:
Πρώτος τρόπος είναι η αυτογνωσία των αμαρτημάτων μας και η εξομολόγησή τους. Δεύτερος τρόπος είναι το πένθος για τις αμαρτίες μας.
Τρίτος τρόπος είναι η ταπεινοφροσύνη. Τέταρτος τρόπος είναι η ελεημοσύνη, η βασίλισσα των αρετών.
Και τέλος, πέμπτος τρόπος μετάνοιας είναι ή προσευχή.
Η προσευχή πρέπει όμως να εκφράζει όλους τους πιο πάνω τρόπους, και την αυτογνωσία και την εξομολόγηση, και το πένθος για τις αμαρτίες μας και την ταπεινοφροσύνη και την ελεημοσύνη, γιατί μόνο έτσι είναι ουσιαστική και αποτελεσματική.

«Μη προσευξώμεθα φαρισαϊκώς»
Η ίδια η Εκκλησία, τώρα που ανοίγει το Τριώδιο, μας προτρέπει:«Μη προσευξώμεθα φαρισαϊκώς»,δηλαδή με υπερηφάνεια για τα έργα μας, αλλά να ζητάμε τη χάρη της σωτηρίας από τον Θεό αναγνωρίζοντας και ομολογώντας την αναξιότητά μας. Να προσευχόμαστε με φόβο, με πόνο, προσεκτικά, στοχαστικά, άγρυπνα, με χαρά, μας συμβουλεύει ο Ευάγριος. Ρίζα όλων των κακιών είναι η υπερηφάνεια. Σ’ αυτήν υπάρχει θάνατος και σκοτάδι. Η αγία ταπείνωση, με ανερμήνευτο τρόπο, μας ανάγει υπεράνω παντός κτιστού και διατηρεί στη ζωή μας τη Χάρη του Θεού.
Ας έχουμε, λοιπόν, στη σκέψη μας μια σοφή προειδοποίηση που λέγει: «ο διάβολος δεν τρώει, δεν πίνει, και αυτός ο τυπικά πιο μεγάλος ασκητής δεν είναι γι’ αυτό λιγότερο διάβολος…». Η ταπείνωση είναι το μόνο όπλο που νικά τον διάβολο, ο απαραίτητος όρος της σωτηρίας, η μυστική θεία δύναμη, που «συγκλείει εν εαυτή πάντας».
Όπου βλαστάνει η ταπείνωση, εκεί βρύει η δόξα του Θεού (άγιος Ισαάκ ο Σύρος), εκεί ο οφθαλμός του φυτού της ψυχής ανθίζει σε άνθος αμάραντο. Ο Θεός να μας ευλογεί ώστε να περιφρουρούμε κάθε σκέψη μας με την ταπείνωση και έτσι να κατέχουμε τη γνώση της αιώνιας Αλήθειας.

 

(Επισκόπου Φαναρίου, Αγαθαγγέλου. «Η ζύμη του Ευαγγελίου» σ. 69- 72)

 

 

Πηγή

 

 

 

 

 

2019 onisimos.gr All rights reserved Developed by B.I.S