Αγίου Λουκά Κριμαίας

«ΚΑΘΩΣ ΘΕΛΕΤΕ ΙΝΑ ΠΟΙΩΣΙΝ ΥΜΙΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ, ΚΑΙ ΥΜΕΙΣ ΠΟΙΕΙΤΕ ΑΥΤΟΙΣ ΟΜΟΙΩΣ»

 

 «Και καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως, και ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τους αγαπώντας αυτούς αγαπώσι. και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί το αυτό ποιοϋσι. Και εάν δανείζητε παρ' ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα. πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστίν επί τους αχάριστους και πονηρούς, γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί» (Λκ. 6, 31, 36).

  Τόσο απλά λόγια! Είναι τόσο απλά και τόσο φυσικά ώστε ο άνθρωπος, όταν πρώτη φορά ακούει ότι πρέπει να φέρεται στους άλλους έτσι όπως ήθελε οι άλλοι να φέρονται σ' αυτόν, αισθάνεται αμηχανία. Κύριε! Πώς μόνος μου δεν το σκέφτηκα! Όλα τα σπουδαία και μεγάλα πράγματα είναι απλά και όλη η διδασκαλία του Χριστού είναι καταπληκτικά απλή. Απευθυνόταν στους ανθρώπους με άπλή καρδιά. Τήν δέχτηκαν οι απλοί αλιείς από την Γαλιλαία και έγιναν φώς για όλο τον κόσμο.
Τόν Χριστό ζητούσαν και μετά Τόν ακολούθησαν κυρίως απλοί άνθρωποι γιατί ο λόγος Του είναι απλός και εύκολα αγγίζει την καρδιά τοϋ άνθρωπου. Όλη η διδασκαλία Του είναι κατανοητή και όμως πόσο μακριά άπ' αυτή είναι η δική μας πραγματικότητα!
 Σπάνιο πράγμα να φερόμαστε στους ανθρώπους όπως θα θέλαμε να μας φέρονται αυτοί. Περιμένουμε από τους άλλους να μας σέβονται άλλά οι ίδιοι τους ταπεινώνουμε, θέλουμε να μας βοηθάνε, όταν υπάρχει ανάγκη, άλλά οι ϊδιοι ποτέ δεν σκεφτόμαστε πώς να βοηθήσουμε τον πλησίον.Τι σημαίνει αυτό; Γιατί είναι έτσι τα πράγματα; Γιατί δεν φερόμαστε στους ανθρώπους όπως θέλουμε να μας φέρονται αυτοί;


  Δεν συμπεριφερόμαστε έτσι με όλους τους ανθρώπους. Στους πιο στενούς συγγενείς μας, στους ανθρώπους που αγαπάμε, στην γυναίκα μας, στα παιδιά μας, στον πατέρα και την μητέρα μας, φερόμαστε έτσι όπως το λέει ο Χριστός στις εντολές του, τους αγαπάμε σαν τον εαυτό μας και δεν τους κάνουμε αυτά που θα ήταν δυσάρεστα για μας αν μας τα κάνανε οι άλλοι. 

  Ποιά μητέρα, η οποία με όλη την καρδιά της αγαπάει το παιδί της, δεν προσφέρει σ' αυτό όλη την αγάπη και την τρυφερότητα που έχει, ακόμα και την ζωή της; Έτσι ακολουθεί το νόμο του Χριστού. Σ' αυτούς όμως που ονομάζουμε πλησίον αλλά στην πραγματικότητα τους θεωρούμε ξένους δεν φερόμαστε με τον ίδιο τρόπο. Τι μάς εμποδίζει να τους φερόμαστε έτσι όπως φερόμαστε σ' αυτούς που αγαπάμε; Ό εγωισμός και η φιλαυτία μας, γιατί μόνο τον εαυτό μας αγαπάμε. 

  Γι' αυτό είμαστε καλοί με τους συγγενείς μας, επειδή τους αγαπάμε, και ψυχροί με τους άλλους, γιατί δεν τους αγαπάμε. Τόν εαυτό μας φροντίζουμε και τον αγαπάμε και τους ανθρώπους γύρω μας δεν τους αγαπάμε, συχνά τους πικραίνουμε και τους προσβάλλουμε. Και αυτό που ζητά από μας ο Κύριος είναι τόσο φυσικό, τόσο καθαρό και τόσο ιερό «Και καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Και στη συνέχεια λέει" «Και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί;... πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου».

  Δύσκολο πράγμα ζητάει από μας ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Θέλει να αγαπάμε τους εχθρούς μας. Μήπως αυτό είναι εύκολο; Όχι, αλλά πάρα πολύ δύσκολο. Να αγαπάνε τους εχθρούς τους μαθαίνουν αυτοί που έχουν καθαρή καρδιά, που με όλη την καρδιά τους αγαπάνε τον Θεό και τηρούν τις εντολές Του, αυτοί που μέσα τους κατοικεί το Άγιο Πνεύμα, το πνεύμα της ταπείνωσης, αυτοί που όλο το είναι τους διαποτίζεται από αγάπη.
  Αυτοί που έμαθαν να αγαπάνε τους εχθρούς και τους ανθρώπους που τους μισούσαν, νικούσαν με αγάπη τους αντιπάλους τους. Μέ τη δική τους αγάπη μάζευαν πάνω στο κεφάλι των έχθρων τους αναμμένα κάρβουνα, έκαναν την καρδιά τους να καίει και μ' αυτό τον τρόπο από εχθρούς τους κάνανε φίλους.

 Ο Κύριος λέει να μην περιμένουμε ανταπόδοση για το καλό που κάνουμε στους άλλους και μας υπόσχεται μεγάλη ανταμοιβή, μάς υπόσχεται αιώνια χαρά και αγαλλίαση και λέει ότι θα γίνουμε υιοί του Υψίστου. «Γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί»... «Ότι αυτός χρηστός εστιν επί τους αχαρίστους και πονηρούς». Στέλνει βροχή σε όλους τους ανθρώπους, και καλούς και μη, και τον ήλιο διατάζει να φωτίζει όλο τον κόσμο.

  Πού βρίσκεται η ρίζα της ευσπλαχνίας; Η ρίζα της ευσπλαχνίας είναι η συμπόνοια. Η συμπόνοια είναι το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της αγάπης. Εκεί όπου υπάρχει η αγάπη υπάρχει και η συμπόνοια, γιατί δεν μπορεί να αγαπάει κανείς και να μην συμπάσχει. Δεν μπορεί να μην βοηθάει αυτούς που έχουν ανάγκη. Και το κάνει χωρίς να περιμένει τίποτα, καμία ανταπόδοση.
  Από την καθαρή αγάπη πηγάζει η ευσπλαχνία, αυτή μας κάνει να πραγματώνουμε αυτές τις εντολές του Χριστού, να δανείζουμε σ' αυτούς που δεν περιμένουμε να πάρουμε πίσω και να κάνουμε άλλα διάφορα έργα. Αυτόν που έτσι ενεργεί περιμένει μεγάλη χαρά, αυτός θα κληθεί υιός του Υψίστου.

  Ξέρετε τι λέει ο Κύριος Ιησούς Χριστός για την Φοβερά του Κρίση, γιατί θα δικαιωθούν οι δίκαιοι; Μόνο εξαιτίας της αγάπης τους και για τα έργα της αγάπης που είχαν κάνει. Θά κληθούν υιοί του Υψίστου και θα λάμψουν σαν τα άστρα του ουρανού. Και αυτοί που δεν είχαν αγάπη και δεν έκαναν έργα ελεημοσύνης θα κληθούν υιοί του διαβόλου και θα μοιραστούν μαζί του την αιώνιο βάσανο.
Από τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, το μέγα απόστολο της αγάπης, έχουμε μάθει ότι η αγάπη είναι πλήρωμα όλου του νόμου. Η ευσπλαχνία είναι και αυτή όλος ο νόμος του Χρίστου, διότι και αυτή πηγάζει από αγάπη.
Τι λοιπόν πρέπει να κάνουμε για να αποκτήσουμε την αγάπη; Ω, αυτό είναι μεγάλη υπόθεση, είναι ο σκοπός της ύπαρξης μας, όλης της ζωής μας. Γι' αυτό μας έπλασε ο Θεός, για να Τον πλησιάζουμε. Γι' αυτό ζούμε, για να γίνουμε υιοί του Υψίστου, για να τελειοποιούμαστε και να Τον ποθούμε.

Ποιό δρόμο πρέπει να ακολουθήσουμε;
  Να πορευόμαστε διά μέσου της στενής πύλης, την ακανθώδη και τεθλιμμένη οδό, χωρίς να φοβόμαστε την θλίψη και τον πόνο γιατί είναι η αρχή του καλού. Πρέπει να ακολουθήσουμε την οδό των θλίψεων, εφαρμόζοντας στη ζωή μας τις εντολές του Χρίστου. Με ακούραστη προσευχή και νηστεία πρέπει να επιδιώκουμε την στενή κοινωνία με τον Θεό.

 Αυτοί έχουν αποκτήσει την αγάπη που σαν τον άγιο Σεραφείμ του Σαρόβ μέρα και νύχτα προσεύχονταν και ζούσαν στην εγκράτεια. Τίς καρδιές τέτοιων ανθρώπων ο Κύριος καθαρίζει από κάθε ακαθαρσία, διότι το Άγιο Πνεύμα μόνο στην ταπεινή καρδιά μπορεί να κατοικήσει. Πρέπει να αποκτήσουμε την πραότητα και την ταπείνωση και τότε θα έλθει η θεία αγάπη.

Υπάρχει ανάγκη πολλά να ζητάμε όταν μετανοούμε και προσευχόμαστε για τις αμαρτίες μας. Αλλά η πρώτη μας αίτηση πρέπει να είναι αυτή, να καθαρίσει από την κακία ο Κύριος την καρδιά μας και να μας χαρίσει τις αρετές, την πραότητα, την ταπείνωση και την θεία αγάπη. Ας μην ξεχνάμε ποτέ την πιο χρήσιμη προσευχή, αυτή στην οποία ζητάμε αγάπη. Να προσεύχεστε και με τα δικά σας λόγια, έτσι όπως σάς φωτίσει ο Θεός. Μπορείτε, για παράδειγμα, με τον εξής τρόπο- «Κύριε, δώσ' μου την θεία αγάπη, μάθε με να αγαπάω όλους τους ανθρώπους, και αγενείς και αναιδείς, ακόμα και ανόητους και ασεβείς, όπως Έσύ, Κύριε, όλους μάς αγαπάς, τους καταραμένους και αμαρτωλούς ανθρώπους».

Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας
Λόγοι και ΟμιλίεςΤόμος Γ' 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Έγραφε,κάποτε,ο πατήρ Αντώνιος Αλεβιζόπουλος:
 «Η αληθινή αγάπη δεν κομματιάζεται. Δεν μπορεί κανείς να πει: αγαπώ αυτόν, αλλά δεν μπορώ να αγαπήσω τον άλλον, αγαπώ την ανθρωπότητα αλλά δεν μπορώ να αγαπήσω τον διπλανό μου, αγαπώ τον Θεό αλλά δεν αγαπώ τον άνθρωπο, αγαπώ τους ανθρώπους αλλά δεν αγαπώ τον Θεό!». 1

  Εύστοχος ο π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος σε αυτό που πολύ διακριτικά υπονοούσε, ότι, δηλαδή, εγώ κι εσύ ως άνθρωποι, ισχυριζόμαστε ότι θέλουμε να σώσουμε την ανθρωπότητα, τον πλανήτη ολόκληρο αν γίνεται, αλλά την ίδια στιγμή δεν έχουμε τη διάθεση να αγαπήσουμε και να βοηθήσουμε τον διπλανό μας, τον πλησίον μας, τον γείτονα μας.

 Κάπως έτσι, εγώ κι εσύ, ως άνθρωποι, καταντήσαμε αστείοι και τραγελαφικοί, παραδεχόμενοι ο ένας προς τον άλλον ότι «εγώ αγαπώ την ανθρωπότητα, αλλά δεν μπορώ να αγαπήσω τον διπλανό μου, εσένα!». 
Εξάλλου, πάσχοντας με ειλικρίνεια για το μέλλον της επί της Γης ανθρωπότητος, ας αρκεστούμε στα λόγια που είπε κάποτε ο Γέροντας Δαμασκηνός, ο παππούς των Μεγάρων, όπως τον ονόμασαν οι ντόπιοι. Είπε ο παππούς, αυτό το τόσο δυνατό:
«Όταν παρακαλούμε τον Θεό για τον διπλανό μας, γινόμαστε παγκόσμιοι».2

1. π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου, «Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ», Αθήνα 1994, σ. 561
2. Ευαγγέλου Λέκκου, Σειρα «Σύγχρονοι Γέροντες», Τόμος 11, «Πατήρ Δαμασκηνός, ο Παππούς των Μεγάρων», Εκδόσεις ΣΑΪΤΗΣ, σ. 52

 

 

 

Πηγή

 

 

 

 

Το «Ευαγγέλιο της κρίσεως», όπως ονομάζεται το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής της Απόκρεω, θα μένει πάντα ως κριτήριο της πνευματικής μας ζωής.

Σε περίοδο οικονομικής κρίσης, όπου φαίνεται η αναγκαιότητα των υλικών αναγκών, αναπόφευκτα τονίζεται η έκφραση της αγάπης στην ελεημοσύνη, στο δόσιμο δηλαδή λεφτών, ενδυμάτων, τροφών.

Ασφαλώς ο άνθρωπος ως σώμα έχει ανάγκη, για να επιβιώσει, των υλικών πραγμάτων. Άλλωστε, η αδιαφορία γι’ αυτά θα παρέπεμπε στην αίρεση του Μονοφυσιτισμού που τόνιζε τη θεϊκή φύση του Χριστού έναντι της ανθρώπινης. Στην ανθρώπινη πραγματικότητα, η αίρεση αυτή εκφράζεται με τον τονισμό της ψυχικής-πνευματικής υπόστασης έναντι του σώματος, δηλαδή την υποτίμηση της ύλης και κατ’ επέκταση των υλικών απολαύσεων, της ανθρώπινης παρηγοριάς, της υλικής μας αναγκαιότητας.

Όμως, κατά το λόγο του Χριστού, «ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος», δηλαδή ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει μόνο με το φαγητό. Η ύπαρξή του χρειάζεται την άλλη τροφή, το λόγο τον ανθρώπινο και το Λόγο του Θεού.

Το δόσιμο της τροφής, του νερού, της φιλοξενίας, όπως και της επίσκεψής μας σε φυλακισμένους και αρρώστους, είναι συμπαράσταση στους αδελφούς μας που τους ενισχύει στη δοκιμασία τους.

Είναι όμως και οι στιγμές της μοναξιάς, της απογοήτευσης, της εμπειρίας του πνευματικού θανάτου, όπου ο άνθρωπος χρειάζεται «ένα αυτί να τον ακούσει κι ένα χέρι να τον αγγίξει». Όμως, ξέρουμε ότι για ν’ ακούσεις τον άλλο και να ξαλαφρώσει, όπως και να τον αγγίξεις και να τον ζωογονήσεις, θα πρέπει να κινηθείς με αγάπη καρδιακή, αληθινή και δυνατή.

Στις περιπτώσεις του μεγάλου πόνου ή της μεγάλης χαράς, η τυπικότητα σκοτώνει και τονίζει τη χαώδη διαφορά.

Ο Χριστός, ως η αλήθεια, μας καλεί σε αγάπη προς το συνάνθρωπό μας όπως τη δική Του αγάπη. Κι ακόμα, μας καλεί ν’ αγαπήσουμε Εκείνον και να εκφράσουμε την αγάπη μας με το καρδιακό δόσιμο στον αδελφό Του και αδελφό μας.

«Όταν δίνεις χωρίς ν’ αγαπάς, αμαρτάνεις», έλεγε ο Ραούλ Φολερώ. Ο καθένας μας έχει ανάγκη, κυρίως στις δύσκολες του στιγμές, μιας αληθινή αγάπης. Η σχέση με το Χριστό, όταν είναι αληθινή και ουσιαστική, μεταγγίζεται στον άλλο ως δόσιμο καρδίας χωρίς προγραμματισμό και λογικοποιημένα, γι’ αυτό επώδυνα αλλά και ζωογόνα.

Το «Ευαγγέλιο της κρίσεως» ασφαλώς μάς κρίνει. Αλλά τώρα δεν είναι η ώρα της κρίσεως. «Όταν έλθει ο Υιός του ανθρώπου…», τότε θα γίνει η κρίση. Τώρα είναι η ώρα που καλούμαστε όχι τόσο να κάνουμε κάτι όσο να γίνουμε κάτι: άνθρωποι της αγάπης του Χριστού, απλοί και ταπεινοί διάκονοι των αδελφών μας, προσφέροντας την καρδία μας, αφού θα την έχουμε δώσει πρώτα στη Μεγάλη Αγάπη.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Σχετική εικόνα
“Συναγαγών ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱός ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν…τέκνον σύ πάντοτε μετ᾽ έμοῦ εἶ, καί πάντα τά ἐμά σά ἐστιν”(Λουκ. 15, 13 καί 31) 

 

“Ο μικρότερος γιος τα μάζεψε όλα κι έφυγε σε χώρα μακρινή…παιδί μου, εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου και ό,τι είναι δικό μου είναι και δικό σου”


  Οι άνθρωποι έχουμε έντονο μέσα μας το αίσθημα της κτητικότητας. Μετράμε τι μας ανήκει και όχι μόνο ως προς τα υλικά. Μετράμε δικαιώματα. Την θέση που έχουμε στην ζωή, την εκτίμηση, την καρδιά των άλλων. Τα θέλουμε όλα δικά μας. Δεν συμβιβαζόμαστε εύκολα με κάτι λιγότερο από το “τα πάντα”. 

  Συχνά ασφυκτιούμε μέσα σε περιβάλλοντα στα οποία αισθανόμαστε ότι η αξία μας δεν αναγνωρίζεται. Ότι αυτό που μας ανήκει, δεν μας δίδεται: από την ελευθερία, την οποία ταυτίζουμε με το δικαίωμα να κάνουμε ό,τι μας ευχαριστεί πραγματικά και να έχουμε όποιον και ό,τι θέλουμε, μέχρι και την δυνατότητα να αξιοποιήσουμε αυτό που μας υπόσχονται, όσοι γνωρίζουμε ότι έχουν ρυθμιστικό ρόλο στην ζωή μας: οι γονείς αρχικά, οι συνάδελφοι στην εργασία, οι προϊστάμενοί μας, οι φίλοι, αυτοί που συνυπάρχουμε. 
 Γι᾽ αυτὀ και συχνά αισθανόμαστε τον πειρασμό είτε να τα μαζέψουμε όλα και να φύγουμε από το περιβάλλον στο οποίο ζούμε είτε με μισή καρδιά να παραμένουμε, διότι δεν τολμούμε ή υπολογίζουμε σε μελλοντικά κέρδη διά της υπομονής, που δεν είναι όμως της καρδιάς, αλλά του συμφέροντος.

  Ανάλογη κάποτε είναι και η σχέση μας με τον Θεό. Αισθανόμαστε σ᾽ αυτήν την σχέση ότι ο Θεός ζητά και μόνο με την παρουσία Του τα πάντα, αποστερώντας μας από την δυνατότητα να χαρούμε την ζωή. 

Να αξιοποιήσουμε το μυαλό μας. 
Να κάνουμε το σώμα μας να χαρεί. 
Να μετάσχουμε στα αγαθά του πολιτισμού. 
Να έχουμε ως γνώμονά μας τις επιθυμίες μας. 
Να μην φοβόμαστε τον έλεγχό Του. Έτσι, συνειδητά ή ασυνείδητα, μαζεύουμε τα πάντα από όσα δικαιούμαστε, διότι και ο Θεός μας έχει δώσει δικαιώματα, μόνο που εμείς δεν κατανοούμε ότι κοντά Του μπορούμε να τα ζήσουμε, χωρίς και να χάσουμε ό,τι μας αναλογεί από πραγματική χαρά της ζωής που είναι η αγάπη, και φεύγουμε στην χώρα του κόσμου. Δεν μπορούμε να αντέξουμε την αγάπη του Θεού, την αισθανόμαστε έλεγχο, και πλέουμε στο πέλαγος του πολιτισμού, της 
επιστήμης, της επιθυμίας για ηδονή, θέλοντας να κρύψουμε από την καρδιά μας ότι ο Θεός δεν μας στερεί, αλλά νοηματοδοτεί κάθε τι που υπάρχει στον κόσμο και το διαφυλάσσει από το να γίνει αυτάρκεια, δηλαδή να το θεωρήσουμε ότι υπάρχει για πάντα. 
Κλείνουμε την πόρτα στο σπίτι του Θεού που είναι η Εκκλησία και απολαμβάνουμε την άσωτη ζωή μας. Μόνο που η αυτάρκεια έχει τέλος: την στέρηση νοήματος καθώς βλέπουμε τον χρόνο να περνά, την ζωή να τελειώνει και την μοναξιά της ύπαρξης να μην μπορεί να λυτρωθεί στα ξυλοκέρατα των καιρών.
 Υπάρχει όμως πάντοτε και μια άλλη κατηγορία ανθρώπων. Είναι εκείνοι που ενώ δεν φεύγουν από τον Θεό, εντούτοις δεν μπορούν να χαρούν την ζωή που ζούνε κοντά Του. Φοβούνται να δοκιμάσουν την χαρά της κοινωνικότητας, της αγάπης, του μοιράσματος. Έχουν μέσα τους ένα διαρκές “πρέπει”, ένα διαρκές “μη”, μην τυχόν και χαλάσει η εικόνα τους έναντι του Θεού, αν φανούν χοϊκοί. 

 Αν φανούν παιδιά που αποκαλύψουν τις επιθυμίες των καρδιών τους στον πατέρα τους. Φοβούνται έναν Θεό, ο Οποίος στην πραγματικότητα δεν υπάρχει όπως τον σκέπτονται, γιατί είναι Θεός συγκατάβασης, αγάπης, ελπίδας και όχι άτεγκτης δικαιοσύνης. Θα Τον ήθελαν δίκαιο, για να ανταμείβει συνεχώς τους κόπους τους να καταπνίξουν το πρόσωπό τους. Θα Τον ήθελαν δίκαιο, για να καταδικάζει τους άλλους, τους αμαρτωλούς, τους άσωτους, και να δικαιώνει τους ίδιους. Θα Τον ήθελαν δίκαιο, για να τους επιτρέπει αυτό που δικαιούνται, ενώ δεν τους το έχει απαγορεύσει ποτέ. Τα έχουν όλα δικά τους, αλλά φοβούνται να τα χαρούν!
 Και οι δύο κατηγορίες ανθρώπων τα έχουν όλα εκ του Θεού. Το κυριότερο: την σωτηρία να είναι είναι παιδιά Του. Την δωρεά της υιοθεσίας κατά χάριν.

  Στην μία λείπει η ταπείνωση να μείνουν κοντά Του και να χαρούνε την πληρότητα της αγάπης. Η περιπέτεια της ζωής όμως αφήνει περιθώρια για επιστροφή. Ακόμη κι αν έχουν χάσει τα πάντα, ο Θεός-Πατέρας τους τα ξαναδίνει, όχι για την μετάνοια μόνο, αλλά για την ταπείνωση που δείχνουν να Τον εμπιστευθούν καρδιακά, κυρίως στα πάντα των λαθών τους.
  Στην άλλη η ταπείνωση της παραμονής είναι ψεύτικη, διότι την αισθάνονται ως καταναγκασμό. Και γι᾽ αυτό κατακρίνουν. Έτσι, ενώ έχουν τα πάντα, δεν αγαπούνε τον Δωρεοδότη, αλλά Τον θεωρούν ως μέσο για να διατηρήσουν τα προνόμια, χωρίς να μπορούν να ξεφύγουν από ένα αίσθημα μιζέριας, διότι είναι αναγκασμένοι να είναι παιδιά Του. Κι έτσι είναι ικανοί να απαιτούν την πρωτοκαθεδρία κοντά Του, χωρίς τελικά να Τον αγαπούν αληθινά. Απλώς, υπολογίζουν την μέλλουσα ζωή και το όνομά τους.
  Η παραβολή του Ασώτου Υιού είναι μία διαρκής υπενθύμιση σε όλους μας να αφηνόμαστε στην αγάπη, την ταπείνωση, την μετάνοια, να μπορούμε να χαρούμε την σχέση μας με τον Θεό ως παιδιά Του, να μην αυτοδικαιωνόμαστε, αλλά να πλαταίνει η καρδιά μας και να χωρά όλο τον κόσμο, ιδίως τους ασώτους, και να μην διαλέγουμε θρησκευτικά τον Θεό ως δικαστή και τηρητή του νόμου, αλλά ως Πατέρα που αγαπά, συγχωρεί και περιμένει δίπλα Του τους πάντες.
Αυτός είναι και ο δρόμος για γνήσιες ανθρώπινες σχέσεις. Η αγάπη είναι τα πάντα, δίνει τα πάντα, συγχωρεί τα πάντα, αφήνει την περιπέτεια της ελευθερίας και μας αφήνει να χαρούμε γι᾽ αυτό που είμαστε και γι᾽ αυτό που μπορούμε να γίνουμε: παιδιά στην καρδιά, αποφασισμένα για να επιστρέφουμε εκεί όπου μας αγαπούνε αληθινά!

 

 

Πηγή

 

 

 

 

2019 onisimos.gr All rights reserved Developed by B.I.S