«Ναι, Αγαθέ, στην εξουσία Σου είναι να κάνεις θαύματα 
και δεν υπάρχει μεγαλύτερο θαύμα από το να αγαπά 
κάποιος τον αμαρτωλό στην πτώση του. 
Τον άγιο είναι εύκολο να τον αγαπάς, είναι άξιος» [1].
(Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης +1938)

Η περίοδος της αγίας και μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι η κατ’ εξοχήν περίοδος του εκκλησιαστικού έτους κατά την οποία προβάλλεται ιδιαιτέρως η αρετή της μετανοίας. Τα ευαγγελικά αναγνώσματα, η ανάμνηση ιερών προσώπων που διακρίθηκαν για το ύψος της μετανοίας τους, το περιεχόμενο της υμνολογίας και γενικά το πνεύμα «χαρμολύπης» που τη διακρίνει αποτελούν μία συνεχή πρόσκληση σε μετάνοια. Η εν λόγω αρετή λαμβάνει την ουσιαστική πραγμάτωσή της με το μυστήριο της μετανοίας, την ιερά εξομολόγηση.

Κάνοντας λόγω για αρετή εννοούμε εκείνο το μέσον δια του οποίου ο άνθρωπος επιδιώκει τη συνάντησή του με το θείο [2]. Σύμφωνα δε με τον άγιο Μάξιμο τον ομολογητή η αρετή αποτελεί το πρώτο στάδιο σωτηρίας του ανθρώπου που οδηγεί στη γνώση και τη θεολογία. Κατά τον ίδιο ιερό πατέρα, η αρετή φέρει ως βασικό της γνώρισμα την ανδρεία [3]. Ως εκ τούτων, η μετάνοια χαρακτηριζομένη ως αρετή έχει πράγματι σαν βασικό στόχο τη συνάντηση με Το Θεό ή καλύτερα την επανασύνδεση του πεπτωκότος ανθρώπου με την πηγή της αληθινής ζωής. Αποτελεί το απαραίτητο στάδιο που θα οδηγήσει τον άνθρωπο στην αληθινή γνώση και ένωση με Το Θεό και τέλος φέρει, αναγκαστικά, ως βασικό γνώρισμα την ανδρεία.

Δίνοντας ένα σύντομο αλλά πολύ περιεκτικό και ευθύ ορισμό της μετανοίας ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναφέρει ότι «Μετάνοια είναι η επάνοδος με άσκηση και πόνους από το παρά φύση στο κατά φύση και από τον διάβολο στο Θεό» [4]. Από τον παραπάνω ορισμό βλέπουμε ότι η πορεία της μετανοίας είναι καθαρά μία κίνηση φυγής από το σκότος, από την κατάσταση της αμαρτίας που αμαύρωσε το «κατ’ εικόνα» οδηγώντας στο «παρά φύση» και καθιστώντας ανέφικτη την ανοδική πορεία προς το «καθ’ ομοίωσιν». Η μετάνοια αποτελεί την αναζήτηση του φωτός, την αποκατάσταση του «κατά φύση» που συνεπάγεται τον αγώνα για την επίτευξη του «καθ’ ομοίωσιν».

Πηγή της αμαρτίας είναι η φιλαυτία – ο εγωισμός και επομένως εκείνος που θέλει να νικήσει την αμαρτία οφείλει να παλέψει με το Εγώ, να πει όχι στο δικό του θέλημα και στη συνήθεια της αμαρτίας που τον κρατά προσκολλημένο στην παλαιά ζωή. Αυτή ακριβώς την πάλη υποδηλώνει ο ορισμός της μετανοίας ως πορείας που συνοδεύεται από άσκηση και πόνο. Πρόκειται για τον πόνο που προκαλείται στην ψυχή όταν αυτή αποδεσμεύεται από τη συνήθεια της αμαρτίας. Αναμφιβόλως αυτή η οδυνηρή διαδικασία προϋποθέτει την ανδρεία για την οποία μίλησε ο άγιος Μάξιμος.

Με βάση τα παραπάνω εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι η ουσία της μετανοίας εδράζεται στην ταπείνωση [5]. Το αντίθετο της ταπεινώσεως είναι η υπερηφάνεια που έχει ως γέννημα την αμετανοησία. Το τελευταίο φαίνεται ξεκάθαρα στην περίπτωση του διαβόλου ο οποίος και παγιώθηκε στην κατάσταση της κακότητος αυτό εγκλωβισμένος στην αλαζονικά υπερηφάνεια και την αμετανοησία [6].

Η διατύπωση του οσίου Θεογνώστου είναι απόλυτη αφ’ ενός μεν ως προς τη φιλευσπλαχνία Του Θεού, αφ’ ετέρου δε ως προς την ευθύνη του αυτεξουσίου ανθρώπου να μετανοήσει. «Δε θα κολαστούμε στη μέλλουσα ζωή γιατί αμαρτήσαμε, ούτε θα καταδικαστούμε γι’ αυτό, αφού η φύση μας είναι δεκτική τροπής και αλλοιώσεως. Θα καταδικαστούμε επειδή αμαρτήσαμε και δε μετανοήσαμε»[7].

Το μυστήριο της μετανοίας – η ιερά εξομολόγησις αποτελεί την εμπράγματη εφαρμογή της αρετής της μετάνοιας. Μέσω αυτού του μυστηρίου ο άνθρωπος εκφράζει την επιθυμία του να μετανοήσει να αλλάξει νου, να μην αμαρτήσει πλέον [8]. Ουσιαστικά η εξομολόγηση αποτελεί κυρίως την έκφραση του πόνου και της αγωνίας του ανθρώπου που βιώνει την απουσία Του Θεού από τη ζωή του, την αποξένωση από Το Θεό [9]. Το όλο μυστήριο είναι δομημένο στην ταπείνωση, αφού καλείται ο μετανοών να προσέλθει και να ομολογήσει αυτά για τα οποία ντρέπεται, όχι σε κάποιον αναμάρτητο, αλλά σε έναν εξίσου σαρκικό άνθρωπο, τον ιερέα.

Αυτός, ωστόσο, είναι εκείνος που, σαν άνθρωπος, θα νοιώσει τον πόνο του αδελφού του και θα τον ενισχύσει μέσα από την προσωπική του πείρα. Αυτό, ακόμη, που πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι η εξομολόγηση διακρίνεται, στα πλαίσια της ορθοδόξου παραδόσεως, για τον θεραπευτικό της χαρακτήρα.

Κατά τον άγιο Νικόδημο τον αγιορείτη, στο πρόσωπο του πνευματικού πατρός φανερώνονται τρία πρόσωπα, πατρός, ιατρού και κριτού [10]. Ως πατήρ δέχεται με αγάπη τον άσωτο υιό, ως ιατρός θεραπεύει τις πληγές του παιδιού του και ως κριτής είναι δίκαιος και όπου επιβάλλεται αυστηρός για να επιτύχει η θεραπεία.

Η αρετή της μετάνοιας και το μυστήριο της μετανοίας αποτελούν ένα συνεχές κάλεσμα της εκκλησίας προς στον πάσχοντα άνθρωπο. Εναπόκειται στη δική μας ελεύθερη βούληση το αν θα επιλέξουμε το δρόμο της ίασης ή θα παραμείνουμε στην κατάσταση της αρρώστιας και του πόνου.

 

Παραπομπές:

1. Αριμ. Σωφρονίου [Σαχάρωφ], Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης , Ι. Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας, 2003, σελ. 422.
2. Χαραλ. Σωτηροπούλου, Θέματα Δογμ. Θεολογίας και πνευματικής ζωής κατά την διδασκαλία Μαξίμου του ομολογητού, Αθήναι 2003, σελ. 189.
3. Μαξίμου του ομολογητού, «200 κεφ. προς τον Θαλάσσιο περί Θεολογίας και της ενσάρκου οικονομίας του Υιού του Θεού», Φιλοκαλία των ιερών Νηπτικών, τόμος Β΄, μετφρ. Αντ. Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, στ.16, σελ. 126.
4. Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, επιμ. Ν. Ματσούκα, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, σελ. 203.
5. «Μετανοών σημαίνει αγοραστής της ταπεινώσεως», Ιωάννου του Σιναίτου, Κλίμαξ, μετφρ. υπό αρχιμ. Ιγνατίου, εκδ. Ι. Μονής Παρακλήτου, σελ. 115, 129.
6. Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής…., ένθ.αν.σελ. 107.
7. Όσιος Θεόγνωστος, «Περί πράξεως και θεωρίας και περί ιερωσύνης», Φιλοκαλία, τόμ. Β΄, ένθ. αν., στ.47, σελ. 337.
8. Νικοδήμου Αγιορείτου, Πνευματικά γυμνάσματα, εκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, σελ. 320.
9. π. Αλέξανδρος Σμέμαν, Μεγάλη Σαρακοστή, πορεία προς το Πάσχα, εκδ. Ακρίτας, σελ. 24.
10. Αγίου Νικοδήμου του αγιορείτου, Εξομολογητάριον, απόδοσις στην νεοελληνική υπό Βενεδίκτου ιερομονάχου αγιορείτου, Άγιον Όρος, σελ. 79.

 

Πηγή

 

 

 

Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης
 
 

"Ένα αυγό σπάει και από ύψος 30 πόντων. Όμως ένας βράχος πρέπει να ανέβει πολύ υψηλά. Και να πέσει για να συντριβεί.
Ο άνθρωπος που έχει πολύ σκληρή καρδιά, θα επιτρέψει ο Θεός να πετύχει κάποια πράγματα, να ανέβει ψηλά και κατόπιν να πέσει βαρύγδουπα για να συντριβεί, να μαλακώσει, να σπάσει.

Όμως ο μαλακός άνθρωπος, ο ευαίσθητος, ο πονόψυχος, μπορεί να μην έχει μεγάλες κοσμικές επιτυχίες, να βρίσκει όλο εμπόδια. Αυτό όμως τον προστατεύει από μεγάλες πτώσεις, τις οποίες η ευαίσθητη καρδιά του δεν θα αντέξει.
Να λοιπόν, που τα εμπόδια στη ζωή μας είναι η προστασία μας και όχι η κατάρα μας και η δοκιμασία μας. Έτσι όταν ο Θεός θέλει να μας γλιτώσει από εγωιστικά στραπατσαρίσματα βάζει εμπόδια στα σχέδιά μας. Δηλαδή, το εμπόδιο είναι η προστασία από εγωιστικές πτώσεις.
Γι΄ αυτό ο λαός λέει: “Κάθε εμπόδιο για καλό” και κατ΄ αναλογία “κάθε άνεση για κακό”! Λέγουν οι Πατέρες “ουδείς εισήλθε μετ’ ανέσεως στον παράδεισο”. Ως εκ τούτου πριν από κάθε πτώση, προηγείται εγωιστική άνεση. Και πριν από κάτι όμορφο, συντριβή και ταπείνωση."

Πηγή


π. Μιλτιάδης Ζέρβας
Αποτέλεσμα εικόνας για flamand,sarac,in temnita,bolnav

«Πότε σὲ εἴδαμε…;»Ἴδιες οἱ λέξεις στὰ χείλη τῶν ἀγαθῶν,ἴδιες καὶ σ’ αὐτὲς τῶν πονηρῶν, στῆς Κρίσεως τὴν Παραβολή.Ἴδιες λέξεις, μὰ ἄλλο νόημα.

Γιατὶ οἱ πρώτοι μὲ τοῦτα τὰ λόγια καταθέτουν λαχτάρα συνάντησης μὲ τὸ Θεό, 
ποὺ ξέρουν πὼς τοὺς ἀγαπᾶ.
Γιατὶ οἱ δεύτεροι μὲ τοῦτη τὴν ἀπορία δηλώνουν ἀποστροφὴ στὸ ἐνδεχόμενο 
ἑνὸς συναπαντήματος μὲ τὸ Θεό, ποὺ φοβοῦνται πὼς τοὺς κρίνει.

Ἐκείνη ἡ λαχτάρα ὁδήγησε τοὺς μὲν σὲ μιὰ ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ, 
ἀνάμεσα στοὺς ἀναγκεμένους ἀδελφούς, στοὺς πεινασμένους, στοὺς διψασμένους, 
στοὺς γυμνοὺς.
Ἐκείνη ἡ ἀποστροφὴ ἀνάγκασε τοὺς δὲ νὰ κρυφτοῦν ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, προσθέτοντας ἀδικία στὴ χρεία τῶν πονεμένων ἀδελφῶν, τῶν ξένων, τῶν φυλακισμένων, τῶν ἀσθενῶν.
Ἄλλα λοιπὸν τὰ νοήματα, μὰ ἴδια ἡ ἔκπληξη.

Ἐκπλήσσονται οἱ εὐλογημένοι, ποὺ δὲν πίστεψαν ποτὲ στὸν ἑαυτό τους 
καὶ στὸ ἠθικό τους πλεονέκτημα, καταφάσκοντας στὸν τρόπο τῆς ταπείνωσης.
Ἐκπλήσσονται κι οἱ καταραμένοι, ποὺ δὲν ἔκριναν ποτὲ τὸν ἑαυτό τους 
καὶ τὶς ναρκισσιστικές τους ἐπιλογές, ἀκολουθώντας τὸ δρόμο τῆς αὐτοδικαίωσης.
Ἴδια ἡ ἔκπληξη, μὰ διαφορετικὴ ἡ κρίση.
Παράδεισος γιὰ τοὺς μέν, ὡς τῶν προσώπων κοινωνία ἀγαπητική, 
ὡς τόπος ποὺ πόθησαν βαθιά.
Κόλαση γιὰ τοὺς δέ, ὡς τῆς μοναξιᾶς βάσανος καυστική, ὡς τὸ τίποτα ποὺ συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα ἐπέλεξαν.
Ἴδιες τελικὰ οἱ λέξεις,μὰ,ἀλήθεια τί κρίμα,παντελῶς διαφορετικὴ ἡ κατάληξη.

Πηγή


 

Δηλαδή τον κάνεις δικαστή κι μετά τον κάνεις κακό δικαστή. Και έρχεται ο Θεός και σου λέγε, «δεν είμαι δικαστής» και εσύ απαντάς «είσαι, και είσαι κακός δικαστής»· και σου ξαναλέγει ο Θεός «δεν είμαι δικαστής αλλά Πατέρας», μα αυτό δεν μπορείς να το δεχτείς μέσα σου.

  Δεν μπορείς να δεχτείς ότι ο Θεός αγαπά το ίδιο την Παναγία και τον Διάβολο, δεν μπορείς να δεχτείς μέσα σου ότι ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης “οὐ γὰρ ἔστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ” (Ρωμ.2.11). Επειδή δεν μπορείς να αποδεχτείς την Αγάπη Του ως γεγονός αιώνιο που δεν φθείρει και δεν αλλάζει προσπαθείς να “βαπτίσεις” τον Θεό κάτι που δεν είναι ώστε μετά να Τον βγάλεις σκάρτο.
“Γιατί Θεέ μου αφήνεις τις αδικίες στον κόσμο αυτόν”; λες, προσδίδοντας στον Θεό την ευθύνη των αδικιών αμνηστεύοντας πολλές φορές τους αδικούντες. Τα βάζεις με τον Αγαθό Θεό και όχι με τον άδικο άνθρωπο. Κατηγορείς τον Θεό και ποτέ τον εαυτούλη σου.

“Γιατί ο Θεός που είναι παντοδύναμος επιτρέπει όμως την αδικία”; ξαναρωτάς.

  Δεν μπορείς να δεχτείς ότι ο Θεός και το θύμα και τον θύτη τους αγαπά το ίδιο. Γι’αυτό και τα βάζεις με τον Θεό. Μιλάς για δικαιοσύνη και όχι για αγάπη, μιλάς για κακούς και καλούς και όχι για αδέλφια, μιλάς για ηθική και όχι για μετάνοια, μιλάς για τιμωρίες σύμφωνα με νόμους και κανόνες και όχι για συγχώρεση· έχεις την νοοτροπία των δικαστηρίων και όχι την συγκατάβαση και την θαλπωρή ενός νοσοκομείου που θέλει την θεραπεία και όχι την εξάλειψη του ασθενή.
 Γι’αυτό και στο τέλος απορρίπτεις τον Θεό. Απορρίπτεις αυτόν που μόνος σου δημιούργησες γιατί σε απογοήτευσε και σε πρόδωσε. Πρόδωσε την εμπάθειά σου, τον εγωισμό σου, τον λογισμό σου.

 Μα ο Θεός στέκει Απαθής δίπλα σου. Τον απορρίπτεις και Αυτός σε αποδέχεται, Τον μισείς και Αυτός σε αγαπά, Τον σταυρώνεις και Αυτός σε συγχωρεί, Τον θανατώνεις και Αυτός σε σώζει.
 Καταλήγεις να δηλώνεις άθεος, όχι γιατί δεν πιστεύεις στον Θεό, αλλά γιατί δεν μπορείς να πιστέψεις ότι ο Θεός μπορεί να αγαπά τόσο πολύ. Γι’αυτό κτίζεις είδωλα στα δικά σου μέτρα και σταθμά,σύμφωνα με τις δικές σου εμπάθειες και τα δικά σου πάθη ώστε να μην “σκανδαλίζεσαι” πλέον με αυτήν την υπερβατική κατάσταση που λέγεται “Θεΐκή:Συγκατάβαση-Συγχώρεση-Αγάπη”.
Δεν θέλεις τον Χριστό, γιατί δεν αντέχεις το μεγαλείο Του, την θυσία Του, την ταπείνωσή Του.

  Για να Τον ακολουθήσεις θέλεις κάτι το επαναστατικό, κάτι που να αλλάξει τον κόσμο τούτο, που θα εξαλείψει τους κακούς, που θα αφανίσει την κακία (όχι όμως και την ηδονή που είναι η αιτία σχεδόν όλων των κακών). Και το σκεπτικό σου πηγαίνει, σε κοινωνικές εξεγέρσεις, σε διαδηλώσεις, σε βίαιες “αναγκαίες” -όπως υποστηρίζεις- καταστάσεις. Θέλεις ο Θεός να γίνει συνένοχος στα δικά σου σχέδια, στα δικά σου όνειρα, στους δικούς σου τρόπους "σωτηρίας".
 Μα άνθρωπε σκέψου λίγο…υπάρχει πιο επαναστατική πράξη από την αποδοχή του Σταυρού;Επανάσταση θεωρείς κάτι το οποίο θα κάνει τους άλλους να πληρώσουν, να υποφέρουν, να τιμωρηθούν και θα δικαιώσει εσένα. Ο Κύριος όμως δεν έσωσε έτσι τον κόσμο.
Νίκησε, χάνοντας.
Έδωσε Ζωή, πεθαίνοντας.
Δικαιώθηκε, αδικούμενος.
Άλλαξε τον κόσμο, αρνούμενος τα του κόσμου.

 Μην τα βάζεις λοιπόν με τον Θεό. Γιατί όταν τα βάζεις με τον Θεό, το σίγουρο είναι ότι τα βάζεις με έναν Θεό που δημιούργησες εσύ. Απορρίπτεις το δικό σου δημιούγημα και όχι τον Αληθινό Τριαδικό Θεό ο οποίος “αγάπη εστί” (Α΄ Ιωάν. 4, 16).
Εάν υποψιαστείς έστω και λίγο ποιος είναι τελικά ο Θεός τότε ποτέ σου δεν θα τα βάλεις μαζί Του, αλλά πάντα θα απορείς θαυμάζοντας το μεγαλείο της Αγάπης Του προς όλους και όλα. Το μόνο που θα μπορείς να πεις προς Αυτόν θα είναι, ευχαριστώ.Τίποτα άλλο.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
2019 onisimos.gr All rights reserved Developed by B.I.S