Μέσα στα τρεχάματα της ζωής μας, στο θόρυβο που μας περιβάλλει αποπνικτικά, στα πολλά και ανούσια λόγια μας στα τηλέφωνα και στις συναντήσεις μας, στο άγχος και στην αβεβαιότητα για το σήμερα και το αύριο του κόσμου, έρχεται η Εκκλησία να μας προσφέρει τη χρονική περίοδο της Μεγάλη Σαρακοστής.

Ποιό νόημα θα μπορούσε να έχει, για όλους εμάς που ζούμε το σύγχρονο τρόπο ζωής με τα πιο πάνω χαρακτηριστικά, η χρονική περίοδος που αρχίζει την Καθαρά Δευτέρα και τελειώνει το Μεγάλο Σάββατο;

Γιατί, αλήθεια, αν δεν μπορεί να μας προσφέρει η Εκκλησία ένα νόημα ζωής, χειροπιαστό και ουσιαστικό, πέρα από τα «πρέπει» και τις απαγορεύσεις, κι αν δεν είναι η περίοδος της Μεγάλης Σαρακοστής μια άλλη διάσταση στο τρέξιμό μας, τότε περιττεύει οποιαδήποτε ενασχόληση.

Η Εκκλησία ως τρόπος ζωής είναι αυτό που ο κάθε άνθρωπος στο βάθος της καρδιάς του ποθεί: ειρήνη, ανάπαυση, πληρότητα, εμπειρία ζωής αιωνίου. Ωστόσο, η αδυναμία να το πετύχουμε είναι δεδομένη, γιατί υπάρχουν μαζί με τον πόθο και τα πάθη, που ως ασθένειες της ψυχής συγχύζουν, αναστατώνουν και μας παρασύρουν στο χάος.

Η περίοδος της Μεγάλη Σαρακοστής, που κάθε χρόνο καλούμαστε ως χριστιανοί να ζήσουμε, γίνεται η δυνατότητα να γευτούμε έναν άλλον τρόπο ζωής από αυτόν που ζούμε ολόχρονα, και να αρχίζουμε να πεθυμούμε τον κόσμο της Βασιλείας του Θεού, ως χαρά και ανάσταση.

Με τη νηστεία γνωρίζουμε εμπειρικά πως η δύναμη του σώματος δεν εξαρτάται απόλυτα από το φαγητό, και πως η χάρις του Θεού μάς είναι πιο αναγκαία από τα υλικά. Γι΄ αυτό απαραίτητα η νηστεία συνοδεύεται από προσευχή. Τα καθημερινά «Απόδειπνα» στο ναό, οι Προηγιασμένες Λειτουργίες, οι Χαιρετισμοί και οι μακρές Κυριακάτικες Λειτουργίες, μαζί με το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» στη διάρκεια της ημέρας προσωπικά, καθιστούν τη νηστεία μέσο ελευθερίας κι απεξάρτησης από την ύλη και τη διαφοροποιούν από τη δίαιτα.

Γίνεται κατανοητό ότι μια τέτοια προσπάθεια χρειάζεται συσσώρευση δυνάμεων. Γι΄ αυτό καλούμαστε την περίοδο της νηστείας να «σιωπήσουμε», δηλαδή να λιγοστέψουμε τις αργολογίες και πολυλογίες, που διαχέουν τις δυνάμεις της ψυχής μας και κουράζουν το νουν.

Ο Θεός δεν μας καλεί να εγκαταλείψουμε την οικογένεια και την εργασία μας για να Τον συναντήσουμε. Αφού ζούμε μέσα στον κόσμο, καλούμαστε να ζούμε εξωτερικά όπως όλος ο κόσμος. Μας καλεί όμως να Τον βρούμε μέσα στο χώρο της καρδιάς μας, λέγοντάς μας πως «η Βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν».

Η κάθοδος στον Άδη του εαυτού μας συνοδεύεται από αυτογνωσία, χωρίς την οποία ζούμε την ψευδαίσθηση της αυτοδικαίωσης. Η αυτογνωσία μάς οδηγεί στην ταπείνωση και στη συντριβή της καρδίας, που αναπόφευκτα μας φέρνει στην εκζήτηση του θείου ελέους με την καρδιακή προσευχή. Η αληθινή προσευχή μας οδηγεί στην αληθινή επιθυμία για αλλαγή ζωής, δηλαδή τη μετάνοια, που ενισχύεται και εκκλησιοποιείται με το μυστήριο της εξομολόγησης, που μας επαναφέρει, όπως τον άσωτο υιό, στο Πατρικό τραπέζι – τη Θεία Ευχαριστία.

Ήδη όλη αυτή η εσωτερική πορεία από την αμαρτία στη μετάνοια, από το σκοτάδι του εαυτού μας στο φως του Χριστού, μας φέρνει στο Πάσχα, που σημαίνει πέρασμα – διάβαση. Κι έτσι το Πάσχα δεν είναι μια γιορτή που διακόπτει τη ρουτίνα της ζωής, αλλά το πέρασμά μας σε νέα ζωή. Το Πάσχα του Κυρίου γίνεται δικό μας Πάσχα, η Ανάστασή Του ανάστασή μας.

Μακάρι τη χαρά της σταυροαναστάσιμης αυτής πορείας να γευτούμε όντως στη φετινή Μεγάλη Σαρακοστή και το Πάσχα.

 

 

 

Πηγή

 

 

 

 

 

  αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
 

 Κι όμως το κάνουμε. Και το κάνουμε φωνακτά, το κάνουμε επιδεικτικά, να δείξουμε σε όλους ότι ενδιαφερόμαστε για τα αιώνια ενώ συγχρόνως εμμένουμε στα πρόσκαιρα. Μιλούμε για την αγάπη και την ταπείνωση του Θεού ενώ συγχρόνως επιζητούμε πρωτοκαθεδρίες και δικαιώματα. Προβάλλουμε τον Χριστό και συγχρόνως ρίχνουμε λάσπη στο πρόσωπό Του με την αμετανοησία μας.Μιλούμε για πνευματική ζωή ενώ παραμένουμε χωρίς πνευματικό, χωρίς άσκηση, χωρίς συγχώρεση.
 Μιλούμε λοιπόν για πνευματική ζωή. Ποια ζωή; Γι’αυτήν που καταναλώνουμε διαδικτυακά; γι’αυτήν που καταναλώνουμε σε μπαρ, σε διασκεδάσεις, σε αθλητικούς αγώνες;
 Ποια ζωή ποθούμε τελικά;
Και σ’αυτήν την ερώτηση απαντούμε, “την εν Χριστώ ζωή”.
Κι όμως δεν κάνουμε τίποτα για να την ζήσουμε. Πηγαίνουμε στον πνευματικό γιατί «πρέπει», και δεν νιώθουμε να μας ελέγχει τίποτα, δεν έχουμε κάτι να του πούμε. Γιατί;
 Διοτι ή ζωή μας είναι ήσυχη, χωρίς ταραχές, χωρίς απρόοπτα, χωρίς προβλήματα, αλλά συνάμα είναιχωρίς πνευματική προσπάθεια. Δεν νιώθουμε την αμαρτία μας γιατί η συνείδησή μας είναι χοντρή, θολωμένη. Δεν μπαίνουμε στην διαδικασία του πνευματικού αγώνος. Μένουμε στην επιφάνεια των πραγμάτων.
 Δεν νιώθουμε την αμαρτία μας γιατί έχουμε πάθει ένα είδος ανοσίας σ’αυτήν.
Νομίζουμε ότι πνευματική ζωή είναι ο εκκλησιασμός, η ήρεμη ζωή, το να μην πέφτεις σε μεγάλα αμαρτήματα (κυρίως σαρκικά), η νηστεία.
Ποιος προσεύχεται όμως; Ποιος γονατίζει καθημερινά; Ποιος αγαθοποιεί αγνώστους; Ποιος μελετά τις Γραφές, ποιος εξετάζει σε βάθος τον εαυτό του;
Δεν τα κάνουμε αυτά, κι όμως νομίζουμε ότι είμαστε καλά πνευματικά.
Εάν αυτό δεν είναι υποκρισία, τότε τί είναι; Εάν αυτό δεν είναι πώρωση καρδιάς τότε τί είναι;Και ενώ βρισκόμαστε μέσα στο λιμάνι ναυαγούμε.

 Το πιο επικίνδυνο στην πνευματική ζωή είναι η ασφάλεια. Η ασφάλεια της ηρεμίας μας, του μισθού μας, της οικογένειάς μας, της ζωής μας. Νιώθουμε ασφαλείς και ξεχνούμε να απασφαλίσουμε τα πνευματικά μας όπλα, αυτά τα όπλα που δίνει η Εκκλησία, που μας έχουν δώσει οι Θεοφόροι Πατέρες μας τα οποία είναι η προσευχή, η μετάνοια, το χαροποιό πένθος, η σιωπή, η ανεξικακία, η αγαθότητα, η καθαρότητα βίου, η νηστεία, η αγρυπνία, η μετοχή στα Μυστήρια, η μνήμη θανάτου, η υπακοή.
Νιώθουμε ασφαλείς και ξεχνούμε τον Θεό ως τον κύριο στόχο της ζωή μας. Γι’αυτό και την κάθε μας αστοχία δεν την θεωρούμε αμαρτία μα κάτι το δεδομένο, φυσιολογικό, αποδεχτό. Έχουμε συνθηκολογήσει με την αμαρτία,
γι’αυτό και η πνευματική μας ζωή είναι νεκρή.

Δεν είμαι απαισιόδοξος, απλά μία διαπίστωση κάνω.
  Συνεχώς ξερνούμε και μετά γυρίζουμε και τρώμε τα ξερατά μας. Αμαρτάνουμε και πριν καλά καλά η μεταμέλεια μας κτυπήσει την πόρτα ξαναμαρτάνουμε. Και το φοβερό είναι ότι δεν θεωρούμε ότι σφάλαμε, δεν θεωρούμε ότι αδικήσαμε, δεν θεωρούμε ότι παρεκκλίναμε του σκοπού της ζωή μας. Εάν πέσουμε μία φορά δεν σταματούμε, δεν τρέχουμε αμέσως στο πετραχήλι του πνευματικού μας για να αναστηθούμε αλλά λέμε με το λογισμό μας «αφού έπεσα μία φορά τώρα δεν πειράζει…ας ξαναπέσω. Όταν θα ξαναεπισκεφτώ τον πνευματικό μου τότε θα σταματήσω». Έχουμε δηλαδή την πτώση μας σχεδιασμένη. Όμως δεν ξέρουμε φίλοι μου πότε θα μας βρει ο θάνατος. Εάν πέσαμε μία φορά δεν χρειάζεται να πέφτουμε συνέχεια, ας σταματήσουμε στην μία φορά. Γιατί αν συνηθίσουμε να πέφτουμε με την δικαιολογία ότι «λερωθήκαμε λίγο άρα ποια η διαφορά του λίγο με το πολύ», τότε θα χάσουμε κάθε αίσθηση της πτώσης μας και με την πάροδο του χρόνου θα την θεωρούμε την φυσική μας κατάσταση.

 Το να έχουμε αδελφοί μου εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού δεν σημαίνει ότι μπορούμε να παραμένουμε ράθυμοι, αμελείς, αμετανόητοι. Η ουσία της χριστιανικής ελπίδος είναι ενεργητική, αυτό σημαίνει αγώνα και προσπάθεια στο στίβο των αρετών. Η ελπίδα χωρίς προσωπικό αγώνα είναι πλάνη και όλεθρος διότι οδηγεί τον άνθρωπο στην αιώνια απώλεια.
Χωρίς πραγματικό αγώνα και δίψα για τον Θεό, θα κοινωποιούμε το πρωί το συναξάρι της ημέρας και το βράδυ θα ποστάρουμε την φωτογραφία μας σε κάποιο μπαρ μ’ένα ποτό στο χέρι.
Από την μια το θυμιατό και από την άλλη το πούρο.
Και όλα αυτά θα γίνονται χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Θα μας είναι πολύ φυσικό και το ένα και το άλλο. Ίδια αξία για μας θα έχει η αγρυπνία σε ένα μοναστήρι και το ξενύχτι μας σε ένα κέντρο διασκέδασης.
 Θα κάνουμε κυρήγματα περί Ορθοδόξου πνεύματος και συγχρόνως με την συμπεριφορά μας θα διχάζουμε, θα κατακρίνουμε, θα αυτοπροβαλόμαστε, χωρίς υπακοή, χωρίς ταπεινό και εκκλησιαστικό φρόνημα, χωρίς διάθεση για ομόνοια και ειρήνη. Θα «ορθοδοξούμε» πολεμώντας και θα νομίζουμε ότι είμαστε και «μάρτυρες της αληθείας», ενώ είμαστε φερέφωνα του διαβόλου.
Πώς είναι δυνατόν να μιλάς για τα πνευματικά ενώ συγχρόνως το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι ο τραπεζικός σου λογαριασμός, η ομορφιά του προσώπου σου, τα μοδάτα ρούχα σου, η αίγλη της κοινωνικής σου ζωής;

 Φυσικά η πνευματική μας πρόοδο και σωτηρία πραγματώνεται δια της Χάριτος του Παρακλήτου όμως η Χάρις δεν έρχεται ουρανοκατέβατα, μαγικά, αλλά ενεργοποιείται δια της προσωπική μας προσπάθειας.
Ο Παράκλητος σκηνώνει μέσα μας όταν βρίσκει χώρο να το κάνει. Εάν δεν αδειάσουμε τον εαυτό μας απ΄όλα αυτά τα περριτά και μάταια ο Παράκλητος θα παραμένει εξόριστος.
Πως να μιλήσουμε για τα πνευματικά, όταν η ζωή μας είναι τόσο ρυπαρή;

 

 

 

 

Πηγή

 

 

 

 

 

 

 

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
 

«Εὑρίσκει ὁ Ἰησοῦς Φίλιππον καί λέγει αὐτῷ: ἀκολούθει μοι... Εὑρίσκει Φίλιππος τον Ναθαναήλ καί λέγει αὐτῷ: ὅν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καί οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τόν υἱόν τοῦ Ἰωσήφ τόν ἀπό Ναζαρέτ» (Ἰωάν. 1, 44,46)

«Βρίσκει ο Ιησούς τον Φίλιππο και λέει: ‘ακολούθησέ με’. Βρίσκει ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ και του λέει: Αυτόν που προανήγγειλε ο Μωυσής στον νόμο και οι προφήτες, τον βρήκαμε. Είναι ο Ιησούς, ο του Ιωσήφ, από την Ναζαρέτ»

  Ο χριστιανισμός είναι μία συνεχής αναζήτηση της Αλήθειας. Η Αλήθεια δεν είναι ιδέα, αλλά Πρόσωπο, το Πρόσωπο του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Για να βρούμε την Αλήθεια, χρειάζεται αναζήτηση. Όποιος αναζητεί, θα συναντήσει τον Χριστό. Θα τον βρει ο ίδιος ο Θεάνθρωπος. Δεν είναι τυχαία η συνάντηση. Είναι ανταπόκριση στο χτυποκάρδι για αλήθεια, σε μία βαθύτερη αναζήτηση της ύπαρξης για νόημα που ξεπερνά τον χρόνο, για την αγάπη που νικά κάθε πάθος, κάθε δικαίωμα, κάθε πρόσκαιρο. Και ο Χριστός δεν κωφεύει σ ’αυτήν την αναζήτηση. Εμφανίζεται στον αναζητητή άλλοτε απευθείας, όπως στον Φίλιππο, άλλοτε διά μέσου των άλλων ανθρώπων, όπως έκανε ο Φίλιππος στον Ναθαναήλ. Τον βρήκε και του ανακοίνωσε την μεγάλη συνάντηση.

Γι’ αυτό και η ιεραποστολή είναι στάση ζωής στην χριστιανική παράδοση. Αν με βρήκε ο Χριστός, αυτό είναι η αρχή για να βρω τον άλλο, τον πλησίον μου και να του ανακοινώσω την δική μου χαρά. Να την μοιραστώ. Να δείξω ότι άλλαξε η ζωή μου. Όχι με πομπώδη τρόπο, όχι με επίδειξη, όχι για να φανερώσω ότι είμαι ο εκλεκτός. Αλλά γιατί η αγάπη έχει νόημα και πληρότητα όταν μοιράζεται, όταν δεν κρατιέται στο εγώ, όταν γίνεται λαχτάρα και άλλοι να συναντήσουν, να γιατρευτούν, να μοιραστούν.

Πώς μας βρίσκει ο Χριστός σήμερα;
 Συνήθως Τον προσπερνούμε αδιάφοροι. Δεν μένουμε σε αυτό που είναι ο Ίδιος, διότι δεν Τον αναζητούμε. Είμαστε βέβαιοι ότι Τον έχουμε, παραδομένοι στην συνήθεια, την επανάληψη, το αίσθημα ότι τα έχουμε καλά μαζί Του. Δεν αισθανόμαστε την Εκκλησία σπίτι μας, διότι εκεί πηγαίνουμε άλλοτε για να μην
τα χαλάσουμε με τον Θεό και άλλοτε για να ζήσουμε την γαλήνη από τις ζάλες της ζωής, όχι όμως για να βρούμε τους άλλους, τους πλησίον μας. Αν μας έβρισκε ο Χριστός έτοιμους να Τον αποδεχτούμε, έτοιμους να Του δώσουμε την καρδιά, τα πάθη και τα λάθη μας, δεν θα μας ένοιαζε ποιος είναι ο πλησίον μας, τι κάνει, πώς φέρεται, αν είναι σαν κι εμάς, αν δεν είναι. Και δεν απολαμβάνουμε την ζωή της πίστης, διότι έχουμε λογισμούς, αν είναι δυνατόν ο Χριστός στο πρόσωπο του πλησίον μας να είναι αγαθός, καθώς κατάγεται από την Ναζαρέτ και όχι από την Ιερουσαλήμ. Κατάγεται από την ταπεινή πόλη και όχι από την πρωτεύουσα. Κι εμείς πρωτεύουσα θεωρούμε το εγώ και τον τρόπο μας.

  Ο κόσμος Τον έχει διαγράψει από τις προτεραιότητές του. Συνήθως αναζητά την ύπαρξη των θρησκειών ως ιδεολογιών, για να μπορεί να κρατιέται από κάπου, να έχει την παρηγοριά της χρησιμότητας, ψήγματα διαφορετικότητας, γιορτές που αναπαύουν στην πορεία του χρόνου.
 Ο κόσμος είναι βέβαιος για τις αλήθειες του, για τα αγαθά του, για την ευτυχία στην ηδονή, στο αυτονομημένο σώμα, στην φυγή από την καθημερινότητα διά του Διαδικτύου, της τηλεόρασης, των ταξιδιών, του ποδοσφαίρου. 
 Ο κόσμος δεν Τον αναζητεί, δεν αισθάνεται ότι του λείπει, διότι αποθεώνει το εγώ του καθενός και έχει συμβιβαστεί με τον θάνατο, τον οποίο προσπαθεί να αναβάλει, για να χαρεί την ζωή. Μένουν οι δοκιμασίες, οι λύπες, η απόγνωση μπροστά στο τέλος ως τελευταίες ευκαιρίες να ανοιχτεί στην συνάντηση, παρότι ο Χριστός είναι πανταχού και διαρκώς παρών.
Κι εμείς οι χριστιανοί επηρεαζόμαστε από τους ρυθμούς του κόσμου, ιδίως οι νεώτεροι. Παγιδευμένοι στις βεβαιότητές μας από την μία και εκκοσμικευμένοι όσο τίποτε από την άλλη, δεν νιώθουμε την ανάγκη για προτεραιότητα του Χριστού. Μας αρπάζουν και οι βιοτικές μέριμνες, οι οποίες καθιστούν το ασήμαντο πρωταγωνιστή. «Πού να Τον βρούμε λοιπόν σ’ αυτόν τον κόσμο, που όλα πια τα έχει δει, όλα τα ’χει καταλάβει, όλα τα ‘χει δεχτεί;» (Σταμάτης Σπανουδάκης).

 Δεν είναι καιρός για απόγνωση. Αν κάτι κρατά ζωντανό η Ορθοδοξία στην ζωή μας είναι η αναζήτηση. Είναι η δίψα για συνάντηση με τον Χριστό, τον Εσταυρωμένο και Αναστάντα, ο Οποίος ανταποκρίνεται στον μικρό πόθο μας για Αλήθεια, φωτίζει δείχνοντάς μας ότι Αυτός είναι το νόημα. Και μας καλεί σε συνάντησή μαζί Του στην Εκκλησία, αλλά όχι μόνους μας. Να βρούμε στον πλησίον Κύριον τον Θεόν μας. Όποιος κι αν είναι ο πλησίον. Μόνο με ταπείνωση, υπομονή και σταθερότητα. Και μια βαθιά συγγνώμη για ό,τι δεν είμαστε, για ό,τι δεν είναι.

Η Κυριακή της Ορθοδοξίας είναι Κυριακή εξόδου από τις βεβαιότητές μας και την ίδια στιγμή αναζήτησης του Χριστού και του αδελφού μας. Θέλει απόφαση. Θέλει ταπείνωση. Θέλει αγάπη. Θέλει Εκκλησία! Κι ας μην λησμονούμε τον λόγο του Θεανθρώπου: «ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει»!

 

 

 

Πηγή

 

 

 

 

 

 

Ἅγιος Βαρσανούφιος
Αποτέλεσμα εικόνας για pomenit proscomidie

  Κάποτε, ἕνας ἄρχοντας τῆς τσαρικῆς αὐλῆς, πῆγε νά συμβουλευτεῖ ἕναν περίφημο τότε γιά τήν ἀρετή του, ἱερέα τῆς Πετρούπολης.
-Πάτερ, πές μου, τί νά κάμω; Ἔχω πολλούς ἐχθρούς. Μέ μισοῦν «ματαίως»· χωρίς κανένα λόγο. Μέ συκοφαντοῦν στόν Τσάρο. Κινδυνεύω νά χάσω τήν δουλειά μου. Ἂν ὁ Τσάρος πεισθῆ καί μέ ἀπολύσει, ποῦ θά σταθῶ; Πῶς θά ζήσω; Σᾶς παρακαλῶ, συμβουλέψετέ με. Τί νά κάμω;
-Νά προσεύχεσαι. Γιά ὅλους. Καί περισσότερο γιά αὐτούς πού ξεσηκώθηκαν ἐναντίον σου. Καί στό σπίτι. Ἀλλά καί στήν Ἐκκλησία, στήν θεία λειτουργία. Ἔχει μεγάλη σημασία αὐτό.
-Καί τί θά βγεῖ μέ αὐτό, πάτερ; εἶπε πικραμένος.
-Θά τό ἰδεῖς. Τά «ψίχουλα», οἱ μαργαρίτες -οἱ μερίδες πού βγάζει ὁ ἱερέας στήν προσκομιδή, ὅταν διαβάζει ὀνόματα- συμβολίζουν τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων· ζώντων καί κεκοιμημένων. Καί κάποια στιγμή, αὐτές τίς μερίδες ὁ παπᾶς τίς ρίχνει μέσα στό ἅγιο ποτήριο, μέ τά λόγια: «Ἀπόπλυνε, Κύριε, τά ἁμαρτήματα τῶν ἐνθάδε μνημονευθέντων δούλων σου, τῷ Αἵματί Σου τῷ Ἁγίῳ». Δηλαδή παρακαλεῖ τόν Χριστό νά ξεπλύνει μέ τό Αἷμα Του τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων πού μνημόνευσε.
Καί πρόσθεσε:
- Γι᾿ αὐτό, ἄν θέλεις, ἄκουσέ με. Γράψε τά ὀνόματα ἐκείνων πού σέ ἐπιβουλεύονται σέ ἕνα χαρτί καί δῶσε τα στόν ἱερέα, νά τά μνημονεύει στή λειτουργία· καί θά τό ἰδεῖς!

Ἀπό τότε πέρασαν μιά, δυό, τρεῖς ἑβδομάδες. Μετά ἀπό ἕνα μήνα, νάτος, πάλι στόν παπᾶ. Καί πέφτοντας μπροστά στά πόδια του, ἐξομολογήθηκε:
- Θαῦμα, πάτερ! Θαῦμα! Θαῦμα! Δέν θά τό πιστέψετε! Ἔκανα αὐτό πού μοῦ εἴπατε. Καί, νά! Αὐτοί πού μέχρι τώρα μέ μισοῦσαν, καί ἤθελαν τό κακό μου, τώρα μοῦ συμπεριφέρονται μέ τέτοιο σεβασμό, μοῦ δείχνουν τέτοια ἀγάπη πού δέν ξέρω, πῶς νά τό ἐξηγήσω. Τό στόμα τους, πού πρῶτα ἦταν ὅλο χολή, τώρα 

Καί ὁ σεβάσμιος γέροντας συμπέρανε:
-Εἶδες, λοιπόν! Σοῦ τό ἔλεγα. Ἄφησε τό θέμα σου στό Θεό καί θά τό ἰδεῖς. Τώρα τό βλέπεις, ὁλοκάθαρα, πόσο ὁ Θεός φροντίζει γιά μᾶς.

Πάντοτε λοιπόν, καί σύ «ἐν ψαλτηρίῳ» νά τό ἀνοίγεις τό κάθε σου πρόβλημα. Νά προσεύχεσαι. Ἰδιαίτερα γιά «τούς ἐχθραίνοντάς σοι ματαίως» (Ψαλμ. 3,8)· δηλαδή γιά ἐκείνους πού, χωρίς κανένα λόγο, σέ ἐπιβουλεύονται. Καί ὁ Θεός, θα τούς κάνει φίλους σου.

 

 

Πηγή

 

 

 

 

 

2019 onisimos.gr All rights reserved Developed by B.I.S