(Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)


Ἄνδρες ἀδελφοί, πτωχοὶ ὅπως καὶ ἐγώ, διότι ὅλοι εἴμεθα πτωχοὶ καὶ ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὴ θεία χάρη. Δεχθεῖτε τὸν λόγο μου, περὶ φιλοπτωχίας, ὄχι μὲ ἀδιαφορία, ἀλλὰ μὲ καλὴ διάθεση, γιὰ νὰ γίνετε πλούσιοι μὲ τὴν ἀπόκτηση τῆς βασιλείας. Δὲν εἶναι, ὅμως, καθόλου εὔκολο νὰ βρεῖ κανεὶς τὴ σπουδαιότερη ἀρετὴ καὶ νὰ τῆς δώσει τὴν πρώτη θέση... Σὲ ὅ,τι λοιπὸν μὲ ἀφορᾶ, προκειμένου νὰ ξεχωρίσω τὴν ἀρετὴ τῆς φιλοπτωχίας σκέπτομαι ὡς ἑξῆς.

Καλὲς εἶναι οἱ τρεῖς ἀρετές, ἡ πίστη, ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ ἀγάπη. Ἡ φιλοξενία εἶναι πολὺ καλὸ πράγμα. Ἡ φιλαδελφία ἐπίσης εἶναι καλό, καὶ μάρτυρας γι' αὐτὸ εἶναι ὁ Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος καταδέχτηκε ὄχι μόνο νὰ ὀνομασθεῖ ἀδελφός μας, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποφέρει γιὰ μᾶς. Ἡ φιλανθρωπία εἶναι καλό. Ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἀνεξικακία εἶναι καλό. Καὶ σ' αὐτὸ μάρτυρας εἶναι πάλι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἡ πραότης εἶναι καλό, ὅπως καὶ ὁ ζῆλος. Ὁ ὑποπιασμὸς τοῦ σώματος εἶναι καλό. Ἡ προσευχὴ καὶ ἀγρύπνια εἶναι καλό. Ἂς σὲ πείσει γι' αὐτὸ ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος ἀγρυπνοῦσε καὶ προσευχόταν.

Ἡ ἁγιότης καὶ ἡ παρθενία εἶναι καλό. Ἂς σὲ πείσει γι' αὐτὸ ὁ Παῦλος, ὁ ὁποῖος τακτοποίησε τὸ θέμα αὐτὸ καὶ βράβευσε μὲ δικαιοσύνη καὶ τὸν γάμο καὶ τὴν ἀγαμία. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε ἀπὸ Παρθένο, τὸ ἔκαμε, γιὰ νὰ τιμήσει τὴν γέννηση καὶ νὰ δοξάσει τὴν παρθενία. Ἡ ἐγκράτεια εἶναι καλό. Ἡ ἐρημία καὶ ἡσυχία εἶναι καλό. Εἶναι καλὸ ἡ λιτότης. Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι καλό. Καὶ τὸ σπουδαιότερο παράδειγμα γι' αὐτὸ εἶναι ὁ Σωτήρας καὶ Κύριος τῶν ὅλων. Ἡ ἀκτημοσύνη καὶ ἡ περιφρόνηση τῶν χρημάτων εἶναι πολὺ καλό. Καλὸν εἶναι καὶ ἡ θεωρία, καλὸν εἶναι καὶ ἡ πράξη. Ἡ μὲν θεωρία ἐπειδὴ μᾶς ἀνυψώνει ἀπὸ τὰ γήινα καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὰ ἅγια τῶν ἁγίων, ἡ δὲ πράξη ἐπειδὴ ὑποδέχεται καὶ ὑπηρετεῖ τὸ Χριστό, καὶ ἀποδεικνύει μὲ τὰ ἔργα τὴν ἀγάπη. Ἡ κάθε μία ἀπ' αὐτὲς τὶς ἀρετὲς εἶναι ἕνας δρόμος, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία... Ἐὰν ὁ Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἀκολουθεῖ τὸ Χριστό, θεωρεῖ τὴν ἀγάπη ὡς τὴν πρώτη καὶ μεγαλύτερη ἐντολή, τότε ὡς τὸ καλύτερο μέρος αὐτῆς, ἐγὼ θεωρῶ τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς πτωχοὺς καὶ τὴν εὐσπλαχνία καὶ τὴ συμπάθεια πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας.

Σ' ὅλους, λοιπόν, τοὺς πτωχοὺς καὶ σὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κακοπαθοῦν ὀφείλουμε νὰ δείχνουμε εὐσπλαχνία, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολή, ἡ ὁποία μᾶς ὑπαγορεύει νὰ χαιρόμαστε μαζὶ μὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι χαίρονται καὶ νὰ λυπούμεθα μαζὶ μὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κλαῖνε... Ἐγώ, ἀδελφοί, δὲν μπορῶ νὰ μείνω ἀδάκρυτος ἐμπρὸς στὴ συμφορά τους καὶ συγχύζεται ὁ νοῦς μου. Νὰ παθαίνετε, σᾶς παρακαλῶ, καὶ σεῖς τὸ ἴδιο, γιὰ νὰ ἀποφύγετε τὰ δάκρυα, μὲ τὰ δάκρυα καὶ τὸν πόνο... Σᾶς τὰ λέγω, λοιπόν, αὐτά, ἐπειδὴ δὲν μπορῶ ἀκόμη νὰ σᾶς πείσω, ὅτι κάποτε ἡ λύπη εἶναι πιὸ πολύτιμη ἀπὸ τὴν εὐχαρίστηση, καὶ ἡ στενοχώρια ἀπὸ τὸν πανηγυρισμό, καὶ κλάμα τὸ ὁποῖον ἐπαινεῖται, ἀπὸ τὸ γέλιο τὸ ὁποῖο κατακρίνεται...

Βοήθησε, σὲ παρακαλῶ ἀδελφέ, τοὺς ἀσθενεῖς, παρηγόρησε αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀνάγκη. Σὺ ποὺ εἶσαι ὑγιὴς καὶ πλούσιος, βοήθησε τὸν ἄρρωστο καὶ τὸν πτωχό. Σύ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχεις πέσει σὲ παράπτωμα, βοήθησε αὐτὸν ποὺ ἔπεσε καὶ συνετρίβη. Σύ, ὁ ὁποῖος εὐθυμεῖς, παρηγόρησε τὸν λυπημένο. Σύ, ὁ ὁποῖος εὐημερεῖς, βοήθησε αὐτὸν ποὺ ὑποφέρει. Γίνε πλούσιος ὄχι μόνο στὴν περιουσία, ἀλλὰ στὴν εὐσέβεια. Μὴν ἀναζητεῖς μόνο τὸ χρυσάφι, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀρετή, ἤ, καλύτερα, μόνο τὴν ἀρετή. Δεῖξε περισσότερη καλωσύνη μὲ τὴν φιλοπτωχία σου. Γίνε μικρὸς Θεὸς γιὰ τὸν πονεμένο, μὲ τὸ νὰ μιμηθεῖς τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Μὴ παραβλέψεις καὶ μὴ προσπεράσεις ἀδιάφορα τὸν ἀδελφό, μὴ τὸν ἀποστραφεῖς, σὰν κατάρα ἢ σὰν μολυσμὸ γιὰ τὴν ἀσθένειά του. Εἶναι μέλος δικό σου, ἔστω κι ἂν ἔχει λυγίσει ἀπὸ τὴ συμφορά. Σὲ σένα ἔχει στηρίξει τὶς ἐλπίδες του, ὅπως καὶ στὸ Θεό. Ἔχεις, λοιπόν, ἐμπρός σου τὴν εὐκαιρία νὰ ἐξασκήσεις τὴν φιλανθρωπία σου καὶ θὰ ἀφήσεις νὰ σὲ ἀποξενώσει ἀπὸ αὐτὴ τὴ δυνατότητα τοῦ νὰ εὐεργετηθεῖς ὁ Σατανᾶς;

Δῶσε ἔστω καὶ κάτι, ἔστω καὶ ἐλάχιστο, σ' ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἀνάγκη ἀπ' ὅλα. Ἀντὶ νὰ δώσεις μεγάλο πράγμα, δῶσε τὴν προθυμία σου. Ἐὰν δὲν ἔχεις τίποτε, δάκρυσε, κλάψε.

Ἡ συμπόνια ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴν ψυχὴ εἶναι πολὺ μεγάλο φάρμακο γι' αὐτὸν ποὺ ὑποφέρει. Καὶ τὸ νὰ συμπάσχει κανεὶς πραγματικά, ἀνακουφίζει πάρα πολὺ τὴ συμφορά...

Πρόσεχε, οὔτε τὴν ὑγεία πρέπει νὰ θαυμάζουμε, οὔτε τὴν ἀσθένεια νὰ περιφρονοῦμε. Οὔτε νὰ προσκολλοῦμε τὴν καρδιά μας στὸν πλοῦτο, ποὺ τρέχει καὶ χάνεται παρασύροντας ἕνα μέρος τῆς ψυχῆς μας. Ἀλλὰ ἂς γνωρίζουμε νὰ περιφρονοῦμε τὴν ὑγεία, ποὺ δὲν συνοδεύεται ἀπὸ σύνεση καὶ γιὰ τὴν ὁποία δὲν εἴμεθα ὑπεύθυνοι...

Μὴν ἀναβάλλεις τὴν φιλανθρωπία σου. Ἡ φιλανθρωπία εἶναι τὸ μόνο πράγμα ποὺ δὲν ἐπιδέχεται ἀναβολή. Καὶ ὅ,τι κάνεις, νὰ τὸ κάνεις μὲ προθυμία, μὲ ἀγάπη, μὲ χαρὰ καὶ γλυκύτητα. Γιατί ὅ,τι γίνεται ἀπὸ λύπη καὶ ἀνάγκη, εἶναι ἄχαρο καὶ χωρὶς ὀμορφιά.

Ἐὰν μὲ πιστεύετε λοιπόν, δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀδελφοί, ὅσον εἶναι καιρός, ἂς ἐπισκεφθοῦμε τὸ Χριστό, ἂς τὸν περιποιηθοῦμε, ἂς τὸν θρέψουμε, ἂς τὸν ἐνδύσουμε, ἂς τὸν περιμαζέψουμε, ἂς τὸν φιλοξενήσουμε, ἂς τὸν τιμήσουμε στὰ πρόσωπα τῶν ἀσθενῶν καὶ πονεμένων ἀδελφῶν μας. Γιατί ὁ Κύριος τῶν πάντων θέλει εὐσπλαχνία, ἐπειδὴ ἡ εὐσπλαχνία εἶναι πολὺ μεγάλη ἀρετή, καὶ εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ χιλιάδες ἐξωτερικὲς θυσίες.

 

 

 

 

 

Γέρων Πανάρετος Φιλοθεΐτης




Ὁ μακαρίτης πνευματικὸς ἀπὸ τὴ σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων, παπα-Νικόδημος, μοῦ διηγήθηκε τὴν ἀκόλουθη ἱστορία, παρμένη ἀπὸ πατερικὰ Ἁγιορείτικα χειρόγραφα.

Ἕνας πιστὸς χριστιανός, πήγαινε ἐπὶ δεκαπέντε χρόνια στὸν πνευματικό του καὶ ἐξομολογοῦνταν τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες του. Μιὰ μέρα ὅμως, ὅπως συνήθιζε, πῆγε στὸν πνευματικό του νὰ ἐξομολογηθεῖ καὶ ἀνοίγοντας τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του βρῆκε τὸν πνευματικὸ νὰ πορνεύει μὲ μία γυναῖκα. Ἀμέσως βγῆκε ἔξω καὶ φεύγοντας εἶπε στὸν ἑαυτό του: «ἄχ, τί ἔπαθα ἀλοίμονο σὲ μένα, ἐγὼ ἔχω τόσα χρόνια ποὺ ἐξομολογοῦμαι σ᾿ αὐτόν, καὶ τώρα τί θὰ κάνω; Θὰ κολασθῶ; διότι ὅσα ἁμαρτήματα καὶ ἂν μοῦ συγχώρησε, ἐφόσον εἶναι τόσον ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος, εἶναι, τί εἶναι; εἶναι ὅλα ἀσυγχώρητα», ἔλεγε καὶ χτυπιόταν ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸ κακὸ ποὺ τὸν βρῆκε καὶ δὲν ἤξερε τί πρέπει νὰ κάνει.

Στὸ δρόμο ποὺ ἔφευγε, δίψασε. Προχώρησε λίγο καὶ μπροστά του βρέθηκε ἕνα μικρὸ ῥεματάκι, στὸ ὁποῖο ἔτρεχε γάργαρο καὶ πεντακάθαρο νερό. Ἔσκυψε καὶ ἤπιε. Ἤπιε τόσο ποὺ χόρτασε καὶ δὲν τοῦ ῾κανε καρδιὰ νὰ φύγει, ἀλλὰ ἤθελε νὰ πιεῖ καὶ ἄλλο ἀπὸ κεῖνο τὸ νεράκι. Σὲ μία στιγμὴ σκέφτηκε μὲ τὸ λογισμό του καὶ εἶπε: «ἂν ἐδῶ χαμηλὰ στὸ ῥέμα εἶναι τόσο καλό, τότε ὅσο πιὸ κοντὰ στὴν πηγή του, ἀπὸ ῾κεῖ ποὺ βγαίνει, τόσο καλύτερο θὰ εἶναι» καὶ μὲ τὴ σκέψη αὐτὴ ξεκίνησε νὰ βρεῖ τὴ πηγὴ τοῦ νεροῦ. Ὅταν ἔφτασε ὅμως ἐκεῖ, τί νὰ δεῖ;! βλέπει, τί βλέπει;! βλέπει τὸ νερὸ νὰ βγαίνει ἀπὸ ἕνα ψόφιο καὶ βρώμικο κουφάρι σκύλου, μέσα ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ σκυλιοῦ νὰ βγαίνει τὸ νερό! Τότε βαθιὰ ἀναστέναξε καὶ εἶπε: «Ἀλλοίμονο σὲ μένα τὸν ἄθλιο, μαγαρίστηκα ὁ ταλαίπωρος καὶ ἤπια ἀπὸ τὸ μολυσμένο αὐτὸ νερό, φαίνεται ὅτι εἶμαι πολὺ ἁμαρτωλὸς καὶ ἀκάθαρτος γιὰ νὰ μοῦ συμβοῦν αὐτὰ τὰ πράγματα».

Στὴν μεγάλη αὐτὴ στενοχώρια ποὺ βρισκόταν, τοῦ παρουσιάστηκε ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ εἶπε: «Γιατί ἄνθρωπέ μου στενοχωριέσαι καὶ λυπῆσαι γιὰ τὰ πράγματα ποῦ σοῦ συμβαίνουν; Ὅταν ἤπιες τὸ νερὸ ἀπὸ τὸ ρεματάκι δὲν εὐχαριστήθηκες ποὺ βρῆκες πολὺ καθαρὸ καὶ δὲν τὸ χόρταινες νὰ πίνεις καὶ τώρα, ποὺ εἶδες τοῦτο ὅτι βγαίνει ἀπὸ τὸ ἀκάθαρτο στόμα τοῦ σκυλιοῦ, λὲς ὅτι μολύνθηκες; Ἂν ἀγαπητέ μου, ὁ σκύλος εἶναι ψόφιος καὶ ἀκάθαρτος, μὴ λυπῆσαι γι᾿ αὐτὸ ἐσύ, διότι τὸ νερὸ ποὺ ἤπιες ἐσὺ κι ὁ κόσμος ὅλος ποὺ πίνει, μπορεῖ νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ ἀκάθαρτο στόμα τοῦ σκύλου, ἀλλὰ τὸ νερὸ ποὺ βγαίνει δὲν εἶναι δικό του, εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, εἶναι τοῦ Θεοῦ τὸ νερό.

Ἔτσι καὶ ὁ πνευματικός σου ποὺ σὲ ἐξομολογοῦσε, ἡ συγχώρηση ποὺ σοῦ ἔδινε δὲν ἦταν δική του, ἀλλὰ ἡ συγχώρηση εἶναι δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος τὴν δίνει, τὸ Πανάγιο Πνεῦμα τὴν χορηγεῖ σ᾿ αὐτὸν ποὺ καθαρὰ καὶ εἰλικρινὰ ἐξομολογεῖται τὶς ἁμαρτίες του καὶ τὶς ἀδυναμίες του. Μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι, οἱ δωρεὲς καὶ τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους δίδονται μέσῳ τῆς ἱεροσύνης ἀπὸ τοὺς κανονικὰ χειροτονημένους καὶ ἔχοντας τὴν ἄδεια τῆς ἐξομολογήσεως καὶ τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, ὅπως εἶπε ὁ Ἴδιος ὁ Δεσπότης Χριστὸς στοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ μαθητάς Του: «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον. Ἄν τινων ἀφίεντε τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν, ἀφίενται αὐτοῖς. Ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται». Ἔτσι λοιπὸν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔδωκαν τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν στοὺς ἐπισκόπους καὶ διαδόχους αὐτῶν καὶ ἐκεῖνοι στοὺς κανονικὰ χειροτονηθέντας ἱερεῖς καὶ πνευματικούς. Ἐκ τοῦ λόγου τούτου καὶ διότι τελοῦν τὰ ἅγια Μυστήρια τοῦ Θεοῦ οἱ ἱερεῖς εἶναι ἀνώτεροι κατὰ τὸ ἀξίωμα καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν βασιλέα καὶ ἀνώτατον ἄρχοντα τοῦ λαοῦ. Ἀνώτεροι εἶναι οἱ ἱερεῖς ἀπὸ ὅλους, διότι ὁτιδήποτε κι ἂν εἶναι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ στὸν κόσμο, τὰ κοσμικὰ ἀξιώματα, ἀπὸ τὸν ἱερέα καὶ τὸν πνευματικὸ θὰ λάβει τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν του, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος· αὐτὴ εἶναι ἡ Ἱερὰ Παράδοσις τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας μας».

Καὶ τώρα, λέγει ὁ ἄγγελος: «Πήγαινε νὰ βάλεις μετάνοια καὶ νὰ ζητήσεις συγχώρηση ἀπὸ τὸν πνευματικό σου ποὺ τὸν εἶδες νὰ ἁμαρτάνει καὶ παρακάλεσέ τον νὰ σὲ συγχωρήσει γιὰ τὴν κατάκριση ποὺ σὲ βάρος του ἔκαμες. Ὅσο δὲ γιὰ τὴν ἁμαρτία ποὺ ἐκεῖνος ἔκανε, ὁ Θεὸς θὰ τὸν ἐξετάσει καὶ αὐτὸς μόνο θὰ τὸν κρίνει, διότι ἐσὺ εἶδες αὐτὸν νὰ κάνει τὴν ἁμαρτία, δὲν μπορεῖς ὅμως νὰ γνωρίζεις ἂν αὐτὸς μετανόησε, ἢ τὸν τρόπο τῆς μετανοίας του. Ἔτσι ἐσὺ δὲν ἔχεις, ἐσὺ μὲν ἔχεις τὴν ἁμαρτία τῆς κατακρίσεως, ἐκεῖνος δέ, ἂν μετανοήσει θὰ τρυγήσει τοὺς καρποὺς τῆς μετανοίας καὶ τῆς διορθώσεώς του. Δὲν μποροῦμε λοιπὸν νὰ κρίνουμε κανέναν ἄνθρωπο».

Ὅταν ὁ ἄγγελος λοιπὸν τὰ εἶπε αὐτά, στὸν πιστὸ ἐκεῖνο χριστιανό, ἔγινε ἄφαντος. Ὁ δὲ χριστιανὸς σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ ἀγγέλου, γύρισε πίσω· πῆγε στὸν πνευματικό του, στὸν ὁποῖο διηγήθηκε ὅλα ὅσα εἶδε καὶ ἄκουσε ἀπὸ τὸν ἄγγελο Κυρίου καὶ ἔβαλε μετάνοια καὶ ὅταν εἶπε τὰ διατρέξαντα στὸν πνευματικό, ὅπως τοῦ εἶπε ὁ ἄγγελος, ὁ πνευματικὸς μὲ δάκρυα στὰ ματιὰ μετανόησε, ἔκλαψε πικρὰ καὶ ζήτησε συγχώρηση ἀπὸ τὸν Πολυέλεο, Πολυεύσπλαχνο καὶ Πανάγαθο Θεὸ καὶ διόρθωσε τὰ κακῶς διαπραττόμενα πρὸς δόξα Θεοῦ καὶ ψυχῆς σωτηρία αὐτοῦ.

Ὅταν μοῦ διηγήθηκε αὐτὰ ὁ πνευματικός μου, παπα-Νικόδημος, συνέχισε τὸν λόγο του καὶ μὲ ἀγάπη μου εἶπε: «γι᾿ αὐτὸ ἀδελφέ μου, Χαράλαμπε, (αὐτὸ ἔλαβε χώρα τὸ 1934, ποὺ δὲν ἤμουνα ἀκόμη μοναχός, καὶ μ᾿ ἔλεγε μὲ τὸ κατὰ κόσμον ὄνομά μου), δὲν ἔχουμε δικαίωμα ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐξετάζουμε τὴ ζωὴ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Ὅπως λέει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων, ἀλλότριον ἱκέτην;» (πρὸς Ρωμαίους ἀναφέρεται αὐτό). Πολὺ δὲ περισσότερο νὰ κρίνουμε τοὺς κληρικούς, τοὺς ἱερωμένους, τοὺς πνευματικούς, καὶ γενικὰ τοὺς ῥασοφόρους, τοὺς ὁποίους σκληρότατα δοκιμάζει ὁ Θεὸς καὶ μὲ μεγάλη πονηρία καὶ μαεστρία πολεμεῖ ὁ διάβολος, ὅπως λέει ὁ ἴδιος ὁ Θεός, μὴ κρίνετε ἵνα μὴ κριθῆτε, καὶ ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε κριθήσετε, καὶ ἐν ᾧ μέτρω μετρεῖτε μετρηθήσετε ὑμῖν! Ἐμεῖς ὀφείλομε νὰ συγχωροῦμε τὰ σφάλματα τῶν ἄλλων καὶ νὰ μετανοοῦμε, νὰ κρίνουμε καὶ νὰ τιμωροῦμε τὸν ἑαυτό μας καὶ μόνον. Ἂν θέλουμε νὰ σωθοῦμε νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἄλλους καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ποὺ λέει: ἐὰν ἀφήνετε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ Θεὸς τὰ παραπτώματα ὑμῶν, κατὰ τὸ ἄφετε καὶ ἀφεθήσεται ὑμῖν.

Ναί, ἀδελφοί μου, ἡ κατάκρισις εἶναι μεγάλη ἁμαρτία καὶ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὰ ἐλαττώματα καὶ μὲ τὶς παραβάσεις τῶν ἄλλων ἀνθρώπων! Δὲν ἔχουμε καμιὰ δουλειὰ ἐμεῖς. Ὁ καθένας ὅ,τι κάνει τὸ κάνει γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἐμεῖς ὀφείλομε μόνο ὅ,τι βλέπουμε, ὅ,τι ἀκοῦμε νὰ συγχωροῦμε καὶ νὰ ἀγαποῦμε καὶ νὰ προσπαθοῦμε νὰ τοὺς βοηθοῦμε ὅσο εἶναι δυνατόν, ἀπὸ τὴ δική μας τὴν πλευρά.

 

 

 

 

 

 

Ο ηλικιωμένος ιερέας ανέβηκε στον άμβωνα κρατώντας στο χέρι του ένα άδειο κλουβί. Ο κόσμος από κάτω κοιτούσε απορημένος, ενώ κάποιοι είπαν, πάει το έχασε το μυαλό του ο γέρος…
–Χθες είδα ένα αγόρι που είχε αυτό το κλουβί στα χέρια του. Στο κλουβί υπήρχαν δυο μικρά πουλιά που έτρεμαν από φόβο. Σταμάτησα το αγόρι και το ρώτησα, είπε ο ιερέας.
-Τι έχεις μαζί σου, γιε μου; Δυο μικρά πουλιά, απάντησε.-Και τι θα κάνεις με αυτά; Ρώτησα ξανά.

-Θα τα πάρω σπίτι και θα διασκεδάσω μαζί τους εκεί, απάντησε το αγόρι χαμογελώντας.

-Θα τα βασανίσω, θα σκίσω τα φτερά τους για να τα ακούσω να κλαίνε, θα τα χτυπήσω, θα τα κάνω να τσακωθούν μεταξύ τους, νομίζω ότι θα είναι διασκεδαστικό για μένα.-Αλλά κάποια μέρα θα τα βαρεθείς … Τι θα τα κάνεις τότε; -Έχω μια γάτα στο σπίτι, και πραγματικά της αρέσουν τα πουλιά … θα τα δώσω σε αυτήν, είπε το παιδί. Σκέφτηκα για μια στιγμή και ρώτησα, πόσα χρήματα θέλεις για αυτά τα πουλιά, γιε μου; -Τι θέλετε να αγοράσετε αυτά τα πουλιά; Μα δεν κελαηδάνε ούτε είναι όμορφα.-Πόσα χρήματα θέλεις, ρώτησα ξανά.Νομίζοντας ότι ήμουν τρελός, φώναξε, 50 ευρώ!!!

Μια στιγμή, του είπα και έβγαλα τα χρήματα από την τσέπη μου, και τα έδωσα στο αγόρι. Παίρνοντας τα χρήματα, το αγόρι εξαφανίστηκε.
Παίρνοντας προσεκτικά το κλουβί, το πήγα στην εξοχή όπου υπήρχαν τόσα λουλούδια, και τα απελευθέρωσα προσεκτικά. Από εκεί ήρθα με αυτό το κλουβί .

Όταν ο ιερέας τελείωσε την αφήγηση άρχισε να λέει μια διαφορετική ιστορία:

– Ο Σατανάς και ο Ιησούς μιλούσαν και ο διάβολος γεμάτος υπερηφάνεια έλεγε

-Κατέκτησα όλη την ανθρωπότητα! Ναι, χρησιμοποίησα την παγίδα που είχα εφεύρει, και δεν είχα καμιά αντίσταση από κανέναν τους. Αυτοί και τα παιδιά τους τώρα μου ανήκουν.

-Και τι θα κάνεις μαζί τους; ρώτησε ο Ιησούς.

-Θα παίξω μαζί τους και θα διασκεδάσω. Θα τους διδάξω πώς να παντρεύονται και στη συνέχεια να παίρνουν διαζύγιο, πώς να μισούν ο ένας τον άλλον και να προδίδουν τους φίλους , πώς να βλάπτουν ο ένας τον άλλον. Πώς να πίνουν κρασί, να χρησιμοποιούν ναρκωτικά και να ορκίζονται ψέματα. Πώς να σκοτώνει ο ένας τον άλλον και να σκοτώνουν τα παιδιά τους …Θα διασκεδάσω σε αυτόν τον κόσμο που δημιουργήθηκε από εμένα!

Και μετά το παιχνίδι τι θα κάνεις μαζί τους; ρώτησε ο Ιησούς. -Θα τους πάρω μαζί μου στην φλογερή κόλαση, φώναξε ο Σατανάς με υπερηφάνεια.-Πόσο θέλεις γι ‘αυτούς, ρώτησε ο Ιησούς;

-Θέλεις αυτούς τους ανθρώπους; Αυτοί είναι άχρηστοι, θα σε μισούν, θα σε φτύσουν, θα σε προδώσουν, θα σε αρνηθούν, δεν μπορεί να θέλεις αυτούς τους ανθρώπους! Δεν αξίζουν το έλεος σου.

Τι θέλεις για αυτούς τους ανθρώπους; Ο Ιησούς ρώτησε ξανά.

Ο Σατανάς, κοιτάζοντας τον Ιησού, είπε, όλο το αίμα σου! Όλα τα δάκρυα σου! Την ζωή σου!”

Σύμφωνοι, απάντησε ο Κύριος. Και πλήρωσε το τίμημα

Υπήρχε απόλυτη σιωπή στο ναό …

Πήρε το κλουβί, ο ιερέας και κατέβηκε από τον άμβωνα …

 

 

 

 

 

 

Κάθε αμαρτία ως επανάσταση εναντίον του Θεού αντιστρατεύεται το έργο της Θείας Χάριτος. 
 Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος επισημαίνει πως υπάρχουν και μερικές αδυναμίες που αποτελούνφράγματα και παρεμποδίζουν την έλευση της Θείας Χάριτος.Και αυτά είναι:

Η αμέλεια για την μετάνοιά μας. Θα καταδικαστούμε όχι γιατί αμαρτήσαμε, αλλά γιατί δεν μετανοήσαμε, δεν ζητήσαμε το έλεος του Θεού για να λυτρωθούμε από την ψυχική μας ασθένεια.

 - Η ραθυμία (=τεμπελιά) που παραλύει τις ψυχικές μας δυνάμεις και τις ακινητοποιεί. Χωρίς σκληρούς αγώνες δεν ενεργοποιείται η Χάρη του Θεού. Όχι γιατί ο Θεός χρειάζεται τους κόπους του μετανοούντος ανθρώπου, αλλά για να μην λάβει ο άνθρωπος τη Χάρη του Θεού χωρίς κόπο και την καταφρονήσει όπως παλαιότερα. 
- Η υπερηφάνεια.Αν δέχθηκες, λέγει ο ιερός πατέρας, τη Χάρη του Αγ. Πνεύματος και φωτίσθηκες, πρόσεξε μην νομίσεις πως είναι δικός σου φωτισμός, γιατί αν το νομίσεις αυτό, τότε θα αναχωρήσει και θα πάθεις χειρότερα από πρώτα.
 - Η ασπλαχνία προς τον συνάνθρωπο. Αυτή σβήνει τον φωτισμό της ψυχής. Γιατί εκείνος που θα βρει τη σωτηρία του με την ευσπλαχνία του προς τους αδελφούς του, πάλι με το δικό του έλεος προς τους αδελφούς του θα μπορέσει να φανεί άξιος της χάριτος του Θεού και να πετύχει τη σωτηρία του.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
2019 onisimos.gr All rights reserved Developed by B.I.S